Άννα Ταμπάκη: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ



Στις 29-30 Μαΐου 2017, το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κοινή πρωτοβουλία τής τότε προέδρου και νυν ομότιμης καθηγήτριας Άννας Ταμπάκη και της προέδρου και διευθύνουσας της εταιρείας «Η Νέα Σκηνή», Ειρήνης Λεβίδη, διοργάνωσαν επιστημονική διημερίδα αφιερωμένη, ως φόρο τιμής, στον Λευτέρη Βογιατζή. Τρία χρόνια μετά, τα Πρακτικά της διημερίδας κυκλοφόρησαν σε έναν τόμο με τίτλο Ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής. Μελέτες και μαρτυρίες για το έργο του από την Κάπα Εκδοτική, σε επιμέλεια της Άννας Ταμπάκη και της Αλεξίας Αλτουβά. Το βιβλίο αυτό, που ξεκλειδώνει το έργο ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα στο ελληνικό θέατρο, του Λευτέρη Βογιατζή, αποτέλεσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη με την Άννα Ταμπάκη.

Ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής. Μελέτες και μαρτυρίες για το έργο του. Μιλήστε μας γι’ αυτόν τον συλλογικό τόμο του οποίου έχετε, κατά το ήμισυ, την επιμέλεια.

Ο καθένας από μας, στο διάβα της ζωής του, καταστρώνει σχέδια, άλλα κατορθώνουν να πάρουν σάρκα και οστά, άλλα όχι. Ο συλλογικός τόμος που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2020, μέσα στη δύσκολη περίοδο του εγκλεισμού, από την Κάπα Εκδοτική, έφερνε καταρχήν ελπίδα και περιείχε καταθέσεις ψυχής, βιώματα των συνεργατών του Λευτέρη Βογιατζή, και συνάμα μεστές αναλύσεις των παραστάσεών του· ξεχωρίζω για παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλες προσεγγίσεις, την εντυπωσιακή παρουσίαση του Αλέκου Λεβίδη για το σκάμμα της Αντιγόνης εσωτερικού χώρου και όλη την εικαστική και αρχαιολογική επεξεργασία που προηγήθηκε. Ο τόμος εμπεριέχει έναν εγγενή διττό χαρακτήρα, που του προσδίδει γοητεία αλλά και πρόσθετο ενδιαφέρον. Ζήτησα από την αγαπητή συνάδελφο Αλεξία Αλτουβά, που ασχολείται με την ιστορία της υποκριτικής, να με συνεπικουρήσει στο έργο της έκδοσης, πράγμα που έκανε με την ευσυνειδησία και την αποτελεσματικότητα που τη διακρίνουν.

Η ιδέα για την οργάνωση μιας επιστημονικής διημερίδας για τον Λευτέρη Βογιατζή ήταν μια πρωτοβουλία δική σας και της προέδρου και διευθύνουσας της εταιρείας «Η Νέα Σκηνή», Ειρήνης Λεβίδη. Από την ιδέα μέχρι το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας, πόσο μακρύ ήταν το ταξίδι; Αντιμετωπίσατε δυσκολίες που έπρεπε να προσπελάσετε; Υπάρχει κάποιο περιστατικό που να κεντρίζει ακόμη τη μνήμη σας;

Η ιδέα μού γεννήθηκε αμέσως μετά τον αδόκητο θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή. Τότε δεν γνώριζα την κ. Ειρήνη Λεβίδη από κοντά. Της έγραψα ένα μήνυμα καρδιάς και δειλά της πρότεινα τη συνδιοργάνωση μιας επιστημονικής συνάντησης, αφιερωμένης στην προσωπικότητά του και το έργο του. Δέχτηκε αμέσως με θέρμη και σύντομα βρεθήκαμε σύμμαχοι, συνοδοιπόροι στην κοινή αυτή προσπάθεια, και τώρα πια φίλες. Δεν ήταν καθόλου εύκολη η πραγματοποίηση της εν λόγω συνάντησης, συνάντησα αρκετές δυσκολίες –ξέρετε, ο χώρος μας δεν είναι σπαρμένος με ρόδα–, μέχρις ότου ανέλαβα την προεδρία του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών και έβαλα, απερίσπαστη πια, σε εφαρμογή τον προγραμματισμό της διημερίδας, που τέθηκε υπό την αιγίδα της Κοσμητείας της Φιλοσοφικής Σχολής, στο πλαίσιο του εορτασμού των 180 χρόνων από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διημερίδα κύλησε υπέροχα, θα μπορούσα να πω ατμοσφαιρικά, γιατί η απόφασή μας να διεξαχθεί μέσα στον ίδιο τον χώρο του θεάτρου της οδού Κυκλάδων τής προσέδωσε μια άλλη διάσταση, την ενοφθάλμισε στη γοητεία του σκηνικού χώρου. Παράλληλα, αυτός ο μικρός, περιορισμένος χώρος της σκηνής, γυμνός πια, μάς έκανε να σκεφτούμε τη διαρκή πάλη του Λευτέρη Βογιατζή, τη βάσανο που του δημιουργούσε αυτή η στενότητα, κάτι που κατάφερνε να υποτάξει και εξαφανιζόταν ως διά μαγείας στις παραστάσεις του. Αναλογιστείτε λ.χ. τη σκηνή του χορού στο Συμφορά από το πολύ μυαλό του Γκριμπογέντοφ. Όπως μπορείτε να δείτε, φυλλομετρώντας τον τόμο, σπουδαίοι μελετητές και καλλιτέχνες ήταν παρόντες, αλλά και πολλοί από τους ακούσια απόντες παρελαύνουν με έμμεσο τρόπο μέσα από τις σελίδες του.

Έχοντας εστιάσει, κυρίως, τα ενδιαφέροντά σας, βάσει των σπουδών και της συναφούς εργογραφίας σας, στον 18ο και 19ο αιώνα, το παρόν βιβλίο αποτελεί και ένα δείγμα μετατόπισης του ενδιαφέροντός σας και προς τον 20ό αιώνα;

Αυτό δεν ισχύει, ο νέος γοητεύεται κυρίως από το παρόν. Θα σας εκμυστηρευθώ κάτι: η πρώτη εργασία που θέλησα να γράψω, μόλις πήρα το πτυχίο μου, ήταν για την Αντιγόνη του Jean Anouilh, συγγραφέα που αγαπώ πολύ. Τα πρώτα εκείνα δελτία υπάρχουν ακόμη στο κουτάκι τους, σε ένα συρτάρι της βιβλιοθήκης μου. Η πνευματική ζωή ενός ερευνητή-επιστήμονα είναι συνήθως μια περιπλάνηση και περιέχει πολλές μετατοπίσεις. Οι πρώτες μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γαλλία, στο τέλος της δεκαετίας του ’70, με οδήγησαν στον χώρο της συγκριτικής φιλολογίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας. Η μαθητεία μου κοντά στον Κ.Θ. Δημαρά και κατόπιν η θητεία μου, για είκοσι χρόνια, στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με εξοικείωσαν με τον 18ο και 19ο αιώνα. Αργότερα, στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών μεταφέρθηκα διδακτικά ακόμη πιο πίσω, τόσο στο νεοελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό θέατρο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψα το επιστημονικό ενδιαφέρον μου για το παρόν. Το πιο διαρκές τεκμήριο αποτελεί το Σεμινάριο για τη θεατρική μετάφραση (θεωρία και πράξη) που διηύθυνα σχεδόν για είκοσι χρόνια. Απ’ αυτό παρήλασαν πολλοί σημαντικοί μεταφραστές, σκηνοθέτες και ηθοποιοί. Ως διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών, διοργάνωσα, το 2011, ανοιχτή συζήτηση με την Ariane Mnouchkine, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών και τον τότε Διευθυντή του Γιώργο Λούκο, και αργότερα, τον Νοέμβριο του 2013, Συνέδριο για το σύγχρονο θέατρο. Ας συμπληρώσω ότι υπήρξα για δυο χρόνια επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος Αριστείας ARCH, με αντικείμενο το θεατρικό αρχείο της Socìetas Raffaello Sanzio, του θεατρικού φορέα που συνιδρυτής του (μαζί με την αδελφή του Claudia Castellucci και την Chiara Guidi) είναι ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης Romeo Castellucci. Είχα ακόμη την τύχη να συντονίσω κατά το πρώτο εξάμηνο λειτουργίας του το Εργαστήριο θεατρικής γραφής-σεναρίου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ «Δημιουργική Γραφή». Το στήσαμε στην κυριολεξία με πολύ αξιόλογους συνεργάτες, τον Στρατή Πασχάλη, την Έλενα Πέγκα, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη κ.ά. Ασφαλώς υπάρχουν και αρκετές μελέτες μου για δημιουργούς του 20ού αιώνα.

Η τέως υπουργός Πολιτισμού & Αθλητισμού χαρακτηρίζει στον χαιρετισμό της τον Λευτέρη Βογιατζή ως τον τελευταίο των κλασικών. Ποια η τοποθέτησή σας επ’ αυτού;

Δεν είμαι σίγουρη αν μπορούμε να ορίσουμε με ακρίβεια την έννοια του κλασικού σε έναν τομέα που είναι σχετικά πρόσφατος. Για τη σκηνοθεσία δεν ισχύει αυτό που ισχύει για τη λογοτεχνία και το θέατρο, αυτό που δημιουργήθηκε μέσα στους αιώνες, ο λεγόμενος «κανόνας». Ενδεχομένως στην ιστορία της σκηνοθεσίας μας να ονομάζαμε ορισμένους σκηνοθέτες, όπως τον Φώτο Πολίτη, τον Δημήτρη Ροντήρη, τον Τάκη Μουζενίδη ή τον Αλέξη Σολομό κατά μια έννοια «κλασικούς». Όμως ήδη το «Θέατρο Τέχνης» φέρνει τη μεγάλη ανατροπή, μετά ο πρωτοεμφανιζόμενος, τη δεκαετία του ’70, Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανεβάζει ένα επικό ερωτικό μυθιστόρημα με λανθάνουσα δραματική δομή, τον Ερωτόκριτο, με μια απίστευτη τόλμη, αποδίδοντας στον ύψιστο βαθμό το σωματικό θέατρο. Αργότερα ανεβάζει την Ιφιγένεια [εν Ληξουρίω] σα θέατρο του δρόμου, για να σταθώ σε δυο μόνο παραδείγματα, γιατί ο ιδιοφυής αυτός σκηνοθέτης θεράπευσε όλα τα είδη. Εάν εννοούμε ότι ο Λευτέρης Βογιατζής είχε κι αυτός μια ολιστική προσέγγιση του θεατρικού έργου, επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσει το θεατρικό κείμενο, να νιώσει βαθιά τη γλώσσα του και τα νοήματά του, ναι, είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ξεχάσουμε, και άλλους που δοκιμάστηκαν στον ίδιο δρόμο, τον συνοδοιπόρο του στην ίδρυση της «Σκηνής» Βασίλη Παπαβασιλείου, ή τον Δημήτρη Μαυρίκιο, έναν πραγματικό ουμανιστή. Συνήθως πρόκειται για περιπτώσεις σκηνοθετών που συνενώνουν τη βαθιά τους παιδεία με τη γνώση των άλλων τεχνών. Ας προσθέσω και κάτι τελευταίο: οι σκηνοθεσίες του Λευτέρη Βογιατζή απείχαν πολύ αισθητικά αλλά και ως προς την προσέγγιση η μια από την άλλη· θα σταθώ σε μια που αναιρεί από μόνη της κάθε έννοια του κλασικού, παρόλο που πρόκειται για ένα έργο της κρητικής Αναγέννησης. Εννοώ, φυσικά, τον Κατσούρμπο: δεν μπορούσε να υπάρξει πιο ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του σκηνικού χώρου, των ενδυματολογικών επιλογών και της υποκριτικής.
koutsourmpos
Φωτογραφία από την παράσταση του Κατσούρμπου

Στο βιβλίο, πολλοί ομιλητές αποκαλούν τον Λευτέρη Βογιατζή μάστορα του θεάτρου, που απέχει παρασάγγας από «μισθοφόρους σκηνοθέτες που περιπλανιούνται στον χώρο του θεάτρου». Έχοντας μια σημαντική ακαδημαϊκή πορεία, πώς κρίνετε την κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω; Σημείο των καιρών μας ή αποτελεί μια πάγια κατάσταση δεκαετιών;

Η συνένωση του «μάστορα και του καλλιτέχνη» (artisan et artiste) είναι ένας ενδιαφέρων συγκερασμός που διατυπώθηκε από τον γνωστό Ρουμάνο θεατρολόγο Georges Banu, που δίδαξε στη Σορβόνη, στο Paris III. Ναι, ο Λευτέρης Βογιατζής δούλευε ως χειρώναξ όχι μόνον με τους τρόπους ερμηνείας, αλλά εξαρχής με τη γλώσσα και τις συνδηλώσεις του κειμένου, και απέδειξε πως μπορείς να ιδρώσεις, σκάβοντας βαθιά και αναζητώντας μια λέξη ή την κρυμμένη πτυχή ενός νοήματος. Τι να σας πω τώρα; Πόσοι αντέχουν να το κάνουν αυτό σήμερα, Μάλλον λίγοι.

Συνεχίζοντας, εν μέρει, την παραπάνω ερώτηση, η κ. Λεβίδη αναφέρει στην ομιλία της ότι: «Ο Λευτέρης δεν έκανε μόνο παραστάσεις, έκανε θέατρο». Σήμερα, με τις όποιες δυσκολίες έφερε η τελευταία δοκιμασία της πανδημίας, βλέπετε προσπάθειες ανθρώπων για προάσπιση της έννοιας του θεάτρου ή αυτές εξαντλούνται μόνο στο ανέβασμα παραστάσεων;

Η ερώτηση αυτή είναι δύσκολη, γιατί προσκρούει στις αντιξοότητες της πραγματικότητας. Παρακολουθώ τις συζητήσεις και την αγωνία των ανθρώπων του θεάτρου. Ασφαλώς και προασπίζονται την έννοια, τη σημασία του θεάτρου, είναι υπαρξιακό άλλωστε το ζήτημα γι’ αυτούς, αλλά τι να πούμε, ότι είναι εύκολο να δουλέψεις, όπως άλλοτε, όταν φοβάσαι, όταν έχει διεισδύσει στην καθημερινότητα αυτός ο ενδόμυχος φόβος για το πιο φυσικό πράγμα, την ανθρώπινη επαφή;

Η θητεία του στο θέατρο υπήρξε μια διαρκής ανατροπή.

«Υπάρχουν κάποιοι βασικοί κανόνες τους οποίους ανακάλυψα μέσα από την τριβή και τους λέω στους ηθοποιούς. Δεν είναι κανόνες πώς να παίζεις. Είναι κανόνες του πώς διαθέτεις τον εαυτό σου – είναι τεράστια διαφορά». Τα κείμενα των ηθοποιών στο βιβλίο αποκαλύπτουν μια τρομερή δουλειά, όπου το κάθε τι στο κείμενο, κι όχι μόνο, διερευνάται σε βάθος. Πώς «διατίθενται» οι ηθοποιοί στα έργα, είτε κλασικά είτε σύγχρονα, του Λευτέρη Βογιατζή; Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι όντας κι ο ίδιος ηθοποιός συναισθανόταν τα όρια και την υπέρβαση αυτών;

Ο ίδιος ξεπερνούσε κάθε όριο, προσπαθούσε διαρκώς να ξεπεράσει τον εαυτό του, φυσικό είναι να ζητά να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο. Είναι φανερό ότι η τελειομανία του κούραζε, προκαλούσε ενίοτε αγανάκτηση, αποστροφή, αλλά ο σπόρος έμενε. Δεν ξέρω αν ο ίδιος συναισθανόταν πως συχνά έφτανε στα όρια. Είχε όρια; Ήταν η πεμπτουσία της ακάματης προσπάθειας για την τελειότητα, για την υπέρβαση κάθε ορίου… Αυτό ίσχυε για όλα τα έργα που ανέβασε. Όταν είδα το Σε φιλώ στη μούρη του Γιώργου Διαλεγμένου, ένιωσα ότι κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα. Η Χρύσα Προκοπάκη διηγείται πολύ όμορφα τις ατέρμονες συζητήσεις που είχαν για τις μολιερικές μεταφράσεις, τα διαρκή τηλεφωνήματα, ακόμη και μέσα στη νύχτα, που οδηγούσαν σε μια νέα λύση. Συγκρατώ μια ερώτηση ενδοσκόπησης που της έκανε για την πιθανή περίπτωση που ο παθολογικά ζηλιάρης Αρνόλφος (στο Σχολείο των γυναικών) να είχε υποπτευθεί κάτι για την απιστία της Αγνής. Σε τι θα άλλαζε το κείμενο; Σε τίποτα, αλλά πιθανόν να άλλαζε τον τόνο στη δική του ερμηνεία. Ή τέλος τη μαρτυρία της Κατερίνας Ευαγγελάτου ότι, όταν ήταν βοηθός του στην Αντιγόνη, της είχε αναθέσει να κάνει όλη τη σύνταξη της τραγωδίας στα αρχαία ελληνικά, λέξη προς λέξη, για να τη διδάξει στους ηθοποιούς. Αυτός ήταν ο Λευτέρης Βογιατζής.

Εστιάζοντας σε μια σκέψη του Λευτέρη Βογιατζή, «η βεβαιότητα σκοτώνει το θέατρο, η αβεβαιότητα εξάπτει τη φαντασία», τι συνειρμούς μπορεί να προκαλέσει σε έναν θεωρητικό του θεάτρου;

Αυτό ισχύει για κάθε μορφή πνευματικής εργασίας και ασφαλώς πολύ περισσότερο για κάθε μορφή καλλιτεχνικής. Η βεβαιότητα δίνει πενιχρά, μέτρια αποτελέσματα, η αβεβαιότητα και η διαρκής πάλη με τον εαυτό σου και το αντικείμενο της μελέτης σου, στην περίπτωσή μας με το θεατρικό έργο, η έξαψη της φαντασίας σου, είτε πρόκειται για τη διατύπωση σκέψεων σε ένα χαρτί είτε για τη δημιουργία μιας παράστασης, θα φέρουν το εκρηκτικό, το νέο, το αναπάντεχο.

Εν τέλει το στοιχείο της ατέρμονης/αέναης ανατροπής κόντρα στη συνήθεια που πήγαινε να αναπτυχθεί στα έργα του αποτελεί, πιστεύετε, το κομβικό σημείο της θεατρικής του προσωπικότητας;

Νομίζω ότι η ερώτησή σας εμπεριέχει και την απάντηση. Γι’ αυτό και δοκιμάστηκε σε πολλά και διαφορετικά πράγματα, δούλεψε με αγάπη και πάθος το νεοελληνικό έργο, αντιμετώπισε δύσκολα έργα ρεπερτορίου, τόλμησε πρώτος στην Ελλάδα να αναμετρηθεί με μοναδικό τρόπο με τη Σάρα Κέιν. Η θητεία του στο θέατρο υπήρξε μια διαρκής ανατροπή.

Ο Λευτέρης Βογιατζής συνομίλησε με την εποχή του, δοκίμασε νέους σκηνικούς τρόπους, αλλά πρωτίστως παρουσίασε έργα νέα, κάποια από τα οποία δεν είχαν καν μεταφραστεί, στο ελληνικό κοινό. Παρατηρείτε ζυμώματα της θεατρικής του παρακαταθήκης σε νέους σκηνοθέτες;

Έχοντας σπουδάσει συγκριτική φιλολογία, θεωρώ το πέρασμα των ιδεών, των τρόπων, αναπόφευκτο από τη μια γενιά στην άλλη. Οι επιδράσεις είναι καταλυτικές, πολλές φορές διεισδύουν με ασυνείδητο τρόπο. Στην περίπτωση του Λευτέρη Βογιατζή, οι μαρτυρίες όλων των συνεργατών του συγκλίνουν στο ότι τους άφησε μια παρακαταθήκη. Σφράγισε με έναν διαφορετικό τρόπο τον καθένα τους χωρίς, ωστόσο, να δημιουργήσει μια σχολή. Ξέρετε, παίρνω παράδειγμα από τον εαυτό μου: πολύ συχνά, έρχονται στον νου μου φράσεις, στοχασμοί των δασκάλων μου, ακόμη ακόμη και συμπεριφορές, οι οποίες έχουν επενεργήσει σιγά σιγά και ανεπαίσθητα στον τρόπο με τον οποίο βλέπω εγώ σήμερα τα πράγματα.

Με γεμάτο τον ταξιδιωτικό σας σάκο από μελέτες, μεταφράσεις, συμμετοχές σε συλλογικά έργα αλλά και επιμέλειες πολλών βιβλίων, όπως αυτό, ποια θα είναι η εκδοτική σας συνέχεια;

Ακριβώς τώρα ετοιμάζουμε τα Πρακτικά μιας ημερίδας που διοργανώσαμε το φθινόπωρο του 2017 για τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ. Υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για το θέατρο που ίδρυσε ο Σουηδός δραματουργός, το Intima Teatern, το πρώτο, θα λέγαμε, πρωτοποριακό θέατρο μικρών διαστάσεων, στοιχεία για τις επιδράσεις που δέχτηκε ο στοχασμός του, για την πρόσληψή του στην Ελλάδα, καθώς και αναλύσεις παραστάσεων έργων του που δόθηκαν στη χώρα μας. Εν συνεχεία, υπάρχει στον ορίζοντα μια μετάφραση που περιμένει την έκδοσή της. Αυτή όμως μας οδηγεί σε άλλους δρόμους, στο φιλοσοφικό θέμα της «ευδαιμονίας» και, αν θέλετε, αρκετά και στον έμφυλο λόγο, αφού η συγγραφέας του δοκιμίου είναι μια πρωτοπόρος γυναίκα του 18ου αιώνα, η πρώτη μεταφράστρια του Νεύτωνα στην Ευρώπη, η Émilie du Châtelet, σύντροφος για ένα διάστημα του Βολταίρου.

 

Ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής
Μελέτες και μαρτυρίες για το έργο του
Συλλογικό έργο
επιμέλεια: Άννα Ταμπάκη, Αλεξία Αλτουβά
Κάπα Εκδοτική
384 σελ.
ISBN 978-960-628-079-5
Τιμή €24,38
001 patakis eshop

Ο Γρηγόρης Δανιήλ είναι φιλόλογος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο