Αθέατες οροφογραφίες στην οδό Μαυρομιχάλη | Πόλη



Το εσωτερικό του νεοκλασικού σπιτιού στην οδό Μαυρομιχάλη 75, στη Νεάπολη. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Υπάρχουν στιγμές στους δρόμους της Αθήνας, που μερικά σπίτια μοιάζουν ασάλευτα στον χρόνο. Να, αυτό εδώ το σπίτι στον αριθμό 75 της οδού Μαυρομιχάλη, στη Νεάπολη. Το θυμάμαι χρόνια πολλά πίσω, πόσα να είναι; Δέκα, είκοσι χρόνια, που στέκει σφραγισμένο και βουβό, σαν να ήπιε το αμίλητο νερό και να άδειασε τα σωθικά του. Το βλέπω και πάλι από μακριά να αχνοφαίνεται, γερμένο δίπλα σε ένα άλλο ερείπιο της Αθήνας.

Εχω περάσει την Ερεσσού και ανηφορίζω. Αυτό το κομμάτι της Μαυρομιχάλη έχει τόσο πυκνή ατμόσφαιρα και για κάποιο λόγο θυμάμαι ότι ο δρόμος ολόκληρος, ίσως επειδή είναι πιο ήσυχος, ίσως γιατί έχει μια ορισμένη πατίνα πιο έντονη από την Ιπποκράτους ή την Ασκληπιού, έχει αγαπηθεί πολύ. Γεννάει θερμά αισθήματα, αρκεί να ψιθυρίσεις το όνομά του, «οδός Μαυρομιχάλη» και αμέσως πλημμυρίζεις Αθήνα.

Γι’ αυτό στάθηκα στον αριθμό 75 και πάλι. Ετσι, για να νιώσω για μία ακόμη φορά την ανάσα του σπιτιού, καθώς ήμουν βέβαιος ότι ήταν γεμάτο έμψυχα όντα, έντομα, τρωκτικά και αιλουροειδή. Θα πρέπει να είχε υπόκωφους ήχους, τριξίματα και σκασίματα, και ήταν πολύ πιθανόν να υπήρχαν και αντικείμενα από περασμένες ζωές, κάποιο πιάτο, ένα εργαλείο, ένα στραβό τραπέζι. Αλλά, όταν πλησίασα και –για πρώτη φορά– είπα να φωτογραφίσω ό,τι μπορούσα να δω από το σπασμένο τζάμι της εξώθυρας, διαπίστωσα ότι ο καθένας μπορούσε να δει την κατάσταση στο εσωτερικό του. Αρκεί να έσκυβε λίγο, να πλησίαζε το βλέμμα του πολύ κοντά στο άνοιγμα και να μην τον πείραζε η αναθυμίαση της ακινησίας που ερχόταν σαν ταγκισμένο κύμα από τα σπλάχνα του σπιτιού.

Η ξύλινη σκάλα στον προθάλαμο του σπιτιού ήταν μετέωρη. Δεν μπορούσες και να ήθελες να την ανεβείς καθώς η βάση της έλειπε ολωσδιόλου, αλλά τα σκαλοπάτια, με τρόπο σουρεαλιστικό, οδηγούσαν επάνω· σε ποια δωμάτια άραγε; Αριστερά και δεξιά της στενής εσωτερικής υποδοχής έβλεπα καδρόνια και κάσες παραθύρων, τα πλακάκια της εισόδου είχαν σπάσει και ξεχαρβαλωθεί και μερικοί πλαστικοί κουβάδες εδώ και εκεί μαρτυρούσαν κάποιες παλιές εργασίες.

Αλλά, όταν κοίταξα προς τα πάνω, στην οροφή του προθαλάμου, εκεί από όπου έμπαιναν οι ένοικοι του σπιτιού, είδα άθικτη την οροφογραφία. Ηταν του γνωστού νεοκλασικού τύπου, με το κεντρικό της θέμα, τις μπορντούρες, τα κυμάτια, τις ψευδαισθητικές προοπτικές και όλα βουτηγμένα στα χρώματα του αθηναϊκού κλασικισμού, με το παλιωμένο χρυσό, την ώχρα της παλιάς Ελλάδας, τα κεραμιδί και τα γαλάζια, στη σωστή τους θέση, ζυγιασμένα και αρμονικά. Στάθηκα για λίγο να αποτιμήσω μέσα μου, μοναχικά και λίγα μόνο δευτερόλεπτα, αυτό το ευγενές μεγαλείο της αθηναϊκής μαστοριάς, αυτό το αποτύπωμα μιας γνώσης περασμένης από γενιά σε γενιά. Και ήρθαν στον νου μου τα μαστόρια της Αθήνας και οι τεχνίτες της, σωστοί καλλιτέχνες, που άφησαν πίσω τους δουλειά, με κόπο και ιδρώτα την άφταστη μετουσίωση της λαϊκής τέχνης στα αστικά οικοδομήματα, περασμένα όλα σε ένα κοινό ιδίωμα, που λάμπρυνε τα σπίτια κάθε συνοικίας.

Και αυτός ο συνοικιακός κλασικισμός, του 1880 και του 1910, έστεκε εκεί μπροστά μου, με ένα ξεψυχισμένο και καψαλισμένο δείγμα του. Ωστόσο, αν υπήρχε δυνατότητα θα μπορούσα με μια σκάλα ασφαλείας να φτάσω το βλέμμα μου ακριβώς στο ύψος της οροφογραφίας και να τη μελετήσω από κοντά, να τη νιώσω σε κάθε ρωγμή της, εκεί όπου το χρώμα είχε ποτίσει σαν σε σάρκα που ξεφλούδιζε. Σκέφτηκα όλες αυτές τις αθέατες οροφογραφίες που κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο μέσα στα κλειδαμπαρωμένα σπίτια της Αθήνας, σε σπίτια απλά που κάποιος μάστορας εκτέλεσε τη συγκινητική επιθυμία για ομορφιά.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο