Αντριου Μακντάουελ: Το πλάνο της ΕΤΕπ για χρηματοδοτήσεις 200 δισ. | Συνεντεύξεις



Ο κ. Μακντάουελ σημειώνει πως τα εργαλεία του Πανευρωπαϊκού Ταμείου Εγγυήσεων (ΠΤΕ) θα αξιοποιηθούν επιτυχώς από την Ελλάδα.

Χρειάστηκε ενάμιση μήνα, αλλά την περασμένη εβδομάδα το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) συμφώνησε στους τελικούς όρους για το νέο Πανευρωπαϊκό Ταμείο Εγγυήσεων (ΠΤΕ). Το ΠΤΕ, η σύσταση του οποίου είχε συμφωνηθεί επί της αρχής στο Eurogroup της 9ης Απριλίου, φιλοδοξεί να κινητοποιήσει χρηματοδότηση 200 δισ. για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, μέσω εγγυήσεων ύψους 25 δισ. ευρώ από τα κράτη-μέλη.

Σε συνέντευξη στην «Κ», ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων Αντριου Μακντάουελ σημειώνει ότι, παρότι δεν υπάρχει κλείδα κατανομής ανά κράτος-μέλος, «υπάρχει μια προσδοκία μεταξύ των μετόχων (σ.σ.: των κρατών-μελών της Ε.Ε.) ότι τα χρήματα αυτά θα κατευθυνθούν κυρίως προς τις χώρες που έχουν υποστεί το πιο έντονο οικονομικό σοκ από την COVID-19. Υπάρχουν κάποιοι στόχοι ελάχιστης κατανομής για τα πιο μικρά κράτη-μέλη και ορίων συγκέντρωσης για τα πιο μεγάλα. Αυτό πιστεύουμε ότι θα οδηγήσει σε ισότιμη κατανομή των πόρων στη βάση πραγματικών αναγκών».

Είναι επαρκή αυτά τα μέτρα όμως ώστε η χρηματοδότηση να φτάσει σε μια χώρα όπως η Ελλάδα – που προβλέπεται να έχει την πιο βαθιά ύφεση στην Ε.Ε. φέτος, αλλά της οποίας η κεφαλαιαγορά είναι συγκριτικά λιγότερο ανεπτυγμένη;

«Αυτός ήταν ο λόγος που πολλά από τα μικρότερα κράτη-μέλη επέμειναν σε όρια συγκέντρωσης. Αλλά τους καθησύχασε επίσης το πώς εξελίχθηκε το EFSI (σ.σ.: το European Fund Strategic Investment, γνωστό ως σχέδιο Γιούνκερ). Στα πρώτα του βήματα, το 2015-6, ήταν βάσιμη η κριτική ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων πήγε σε χώρες με πιο ισχυρούς εθνικούς αναπτυξιακούς θεσμούς και τράπεζες με καλύτερη αξιολόγηση. Θεωρώ ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια πετύχαμε να αλλάξει η κατάσταση. Μάλιστα αν κοιτάξουμε την κατανομή ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Ελλάδα είναι η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ε.Ε.». Ο Μακντάουελ εκφράζει την ελπίδα ότι η ΕΤΕπ θα μπορέσει να συνεργαστεί με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ενώ εξαίρει την «εξαιρετική σχέση» του ιδρύματος του Λουξεμβούργου με τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, με τις οποίες «τα κοινά μας εγχειρήματα ήταν ουσιώδη και εκτελέστηκαν με πολύ αποτελεσματικό τρόπο». Αυτό τον κάνει να πιστεύει ότι και το ΠΤΕ θα αξιοποιηθεί επιτυχώς στην Ελλάδα.

Ο Ιρλανδός αντιπρόεδρος εκφράζεται πολύ θετικά και για το Equifund – το χρηματοδοτικό εργαλείο που στηρίζει τη δεύτερη γενικά funds που επενδύουν σε τεχνολογικές startups στην Ελλάδα. «Το Equifund λειτουργεί πολύ καλά, θα ήθελα να κάνουμε περισσότερα πράγματα στην ίδια λογική», λέει. «Θα μπορούσε αυτό να σημαίνει νέα οχήματα ή θα μπορούσαμε να αυξήσουμε τη χρηματοδότηση προς τους fund managers του Equifund, αν μας πουν ότι τα χρήματα είναι αναγκαία για να επιβιώσουν οι εταιρείες στις οποίες έχουν επενδύσει».

Πόσο άμεσα μπορεί να λειτουργήσει το ΠΤΕ; «Τα χρήματα θα αρχίσουν να διατίθενται όταν θα έχουμε συγκεντρώσει δεσμεύσεις για τουλάχιστον το 60% των συνεισφορών σε κεφάλαια εγγυήσεων των κρατών-μελών», εξηγεί. «Δεν θέλουμε αναγκαστικά να δούμε τις υπογραφές των υπουργών Οικονομικών σε συμβάσεις ή να έχουν ολοκληρωθεί οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες – αρκούν επιστολές με τη ρητή δέσμευση των υπουργών». Πρακτικά, προβλέπει ότι το Ταμείο θα είναι έτοιμο να ξεκινήσει να χρηματοδοτεί ευρωπαϊκές επιχειρήσεις «κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου» – λίγο αργότερα από τον αρχικό στόχο της 1ης Ιουνίου.

Ενας από τους λόγους που το Δ.Σ. της ΕΤΕπ καθυστέρησε να εγκρίνει τη συμφωνία για το ΠΤΕ είναι οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών για το κατά πόσον θα μπορούσε να αξιοποιηθεί επίσης από πιο μεγάλες εταιρείες. Βάσει της τελικής ποσόστωσης που συμφωνήθηκε, τουλάχιστον το 65% των πόρων του Ταμείου θα κατευθυνθεί σε μικρές ή μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, ενώ το ποσοστό που θα λάβουν εταιρείες με περισσότερους από 250 εργαζομένους δεν θα ξεπεράσει το 23% (και θα υπάρχουν ειδικοί περιορισμοί για εταιρείες με προσωπικό άνω των 3.000 ατόμων). Είναι πεπεισμένος ότι διασφαλίζεται έτσι η έμφαση στη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας;

«Ηταν όντως ζήτημα αυτό, αλλά νομίζω ότι καταλήξαμε σε έναν πολύ λογικό συμβιβασμό – όχι τόσο μεταξύ της τράπεζας και των κρατών-μελών· η διαπραγμάτευση ήταν μεταξύ διαφορετικών κρατών-μελών, που έχουν διαφορετικές εταιρικές δομές και ανάγκες. Εμείς έχουμε πλήρη εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να εφαρμόσουμε αυτό που τελικά συμφωνήθηκε».

Το άλλο, ακόμα πιο ακανθώδες, ζήτημα αφορούσε το προφίλ ρίσκου του νέου Ταμείου. Η ΕΤΕπ έχει επικριθεί στο παρελθόν για υπερβάλλοντα συντηρητισμό. Παρότι συστάθηκε για να αναλαμβάνει πιστωτικούς κινδύνους που κρίνονται υπερβολικά υψηλοί από συμβατικές τράπεζες, έχει καταλήξει –σύμφωνα με τους επικριτές της– να εστιάζει στη διαφύλαξη της πιστοληπτικής αξιολόγησης ΑΑΑ και στη χρηματοδότηση σε συντριπτικό βαθμό ασφαλών επενδυτικών εγχειρημάτων.

«Υπήρξε εκτεταμένη συζήτηση για την προθυμία ανάληψης κινδύνου του Ταμείου», λέει ο Μακντάουελ. «Επρεπε να εξετάσουμε αναλυτικά τις εκτιμώμενες απώλειες που θα απορροφήσει. Με τα δικά μας κεφάλαια, είμαστε υποχρεωμένοι να διασφαλίζουμε τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα και να πετυχαίνουμε λογικές αποδόσεις.

Στην τρέχουσα συγκυρία, αυτό δεν δείχνει να είναι εφικτό. Είναι πιθανό να καταγραφούν ζημίες. Επρεπε λοιπόν να συζητήσουμε λεπτομερώς για την έκταση αυτών των ζημιών και να εξηγήσουμε στα μέλη μας πώς θα τις διαχειριστούμε συνετά στη διάρκεια ζωής του Ταμείου, ώστε να μη θεωρούν ότι μας δίνουν λευκή επιταγή».

Η έμφαση που δίνει η τράπεζα στη διατήρηση του ΑΑΑ, εξηγεί, «δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για να μπορούμε να παρέχουμε προστιθέμενη αξία ανά την Ε.Ε.». Παραδέχεται όμως ότι, στις συνθήκες μιας πρωτοφανούς κρίσης σαν αυτή που προκάλεσε η πανδημία, «έπρεπε να κινηθούμε πέρα από τις παραδοσιακές πολιτικές διαχείρισης πιστωτικού ρίσκου της τράπεζας». Ως παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης αναφέρει ότι η ΕΤΕπ, στο πλαίσιο του Ταμείου, παρέχει «εγγυήσεις κατά της πρωτεύουσας ζημίας» (first-loss guarantees) σε χαρτοφυλάκια δανείων από πιστωτικά ιδρύματα προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις: «Αυτό δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε με τα δικά μας κεφάλαια… και είναι ο λόγος που πιστεύουμε ότι μπορούμε να προσελκύσουμε τόσο μεγάλο ύψος χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα».

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων συμπεριλαμβάνεται και στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Εργαλείο Υποστήριξης Φερεγγυότητας (Solvency Support Instrument ή SSI). Η Κομισιόν ελπίζει ήδη από το φετινό φθινόπωρο πως τα 31 δισ. ευρώ του SSI να αρχίσουν να χορηγούνται ως εγγυήσεις, μέσω της ΕΤΕπ, σε επενδυτικά κεφάλαια που θα χρηματοδοτήσουν βιώσιμες επιχειρήσεις που έχουν βρεθεί σε δυσκολία εξαιτίας της πανδημίας.

Ο Μακντάουελ, τονίζοντας ότι «η πρόταση είναι της Επιτροπής», σημειώνει ότι προβλέπει κυρίως «σημαντική κλιμάκωση» της χρηματοδότησης που παρέχει η τράπεζα μέσω του EIF (του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου) σε επενδυτικά funds, αλλά και αύξηση της απευθείας χρηματοδότησης μέσω venture debt σε καινοτόμες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο