Αποψη: Νέες προκλήσεις, παλιές πληγές | Διεθνής Οικονομία



Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση σε οικονομίες όπως η Ιταλία και η Γερμανία, που είναι διαχρονικά εξαιρετικά σημαντικοί οικονομικοί εταίροι. Η μείωση της παραγωγής σε αυτές τις αγορές θα επηρεάσει αρνητικά και την Ελλάδα. EPA

Οι επιπτώσεις της πανδημίας της COVID-19 είναι ορατές σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία η επιστήμη θα αντιδράσει σε αυτήν την πρόκληση θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την ένταση και τη διάρκεια της επίπτωσης αυτού του φαινομένου στην παγκόσμια οικονομία. Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση σε οικονομίες όπως η Ιταλία και η Γερμανία, που είναι διαχρονικά εξαιρετικά σημαντικοί οικονομικοί εταίροι (υψηλό ποσοστό των εξαγωγών μας κατευθύνεται σε αυτές τις οικονομίες). Η μείωση της παραγωγής σε αυτές τις αγορές θα επηρεάσει αρνητικά και την Ελλάδα.

Η ξαφνική και απότομη πτώση της οικονομική δραστηριότητας στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης μπορεί να οδηγήσει την κάθε οικονομία σε διαφορετικά μονοπάτια. Η κλαδική διάρθρωση της κάθε οικονομίας θα καθορίσει τον βαθμό και τη διάρκεια της μείωσης καθώς και την ταχύτητα με την οποία θα μπορέσει να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς η δραστηριότητα στην κάθε χώρα. Η διαφορετική λειτουργία των υπηρεσιών και της μεταποίησης εδώ είναι εξαιρετικά σημαντική. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους.

Πρώτον, σε αντίθεση με τις υπηρεσίες, η μεταποίηση μπορεί και αντιδρά σε αναμενόμενες μεταβολές της ζήτησης, καθώς τα προϊόντα αυτού του κλάδου μπορούν να αποθεματοποιηθούν (στις υπηρεσίες αυτό δεν είναι δυνατόν).

Δεύτερον, η μεταποίηση παράγει κυρίως εμπορεύσιμα αγαθά (ενώ οι υπηρεσίες κυρίως μη εμπορεύσιμα). Μία θετική μεταβολή της ζήτησης σε άλλες χώρες επιτρέπει γρηγορότερη ανάκαμψη του κλάδου της μεταποίησης (εξαγωγές). Η τεχνολογία, βέβαια, θα μεταβάλει σταδιακά (και ώς ένα βαθμό το κάνει ήδη) το δίπολο ανάμεσα στα εμπορεύσιμα αγαθά (μεταποίηση) και στα μη εμπορεύσιμα (υπηρεσίες). Κάποιες υπηρεσίες είναι (ή μπορούν να γίνουν) εξαγώγιμες, αλλά προς το παρόν αυτό δεν μπορεί να αλλάξει τη γενική εικόνα.

Τα δύο κανάλια αυτά (το εξαγωγικό και αυτό της αποθεματοποίησης) επιτρέπουν σε μια οικονομία να ανακάμψει γρηγορότερα. Αυτό το συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και μετά την οικονομική κρίση του 2009, καθώς η ένταση της κρίσης σε περιοχές/χώρες με σχετικά περισσότερες υπηρεσίες χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να ανακάμψουν. Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από σημαντική εξάρτηση από τον κλάδο των υπηρεσιών (τουρισμός και όχι μόνο). Η μεταποίηση στη χώρα μας δεν κατάφερε να φτάσει τα ευρωπαϊκά επίπεδα ωρίμανσης. Επιπλέον, τις προηγούμενες δεκαετίες παρατηρήσαμε το φαινόμενο της πρόωρης αποβιομηχανοποίησης (premature deindustrialization).

Δεδομένης της ιδιάζουσας σημασίας του κλάδου της μεταποίησης (manufacturing imperative), η προνομιακή μεταχείριση του κλάδου αυτού είναι προτεραιότητα τόσο κατά τη διάρκεια της κρίσης όσο και μετά. Η μεταποίηση μπορεί να δημιουργήσει σταθερές, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να ενδυναμώσει τη σχετική θέση της παραγωγικής συνιστώσας της μεσαίας τάξης. Η ενδυνάμωση της μεταποίησης και η σύνδεσή της με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας θα οδηγήσουν στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας όλων των υπόλοιπων κλάδων της ελληνικής οικονομίας (από τον αγροτικό τομέα, το εμπόριο, τη ναυτιλία μέχρι και τον τουρισμό).

Η μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις υπηρεσίες θα επιτρέψει στη χώρα, την επόμενη φορά που θα αντιμετωπίσει μια κρίση, να είναι περισσότερο έτοιμη.

* Ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο