Αποψη: Το κλείσιμο των σχολείων και ο νέος κορωνοϊός | Κόσμος


Από τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν παγκοσμίως για την ανακοπή της επέκτασης του νέου κορωνοΐού (SARS-CoV-2), είναι το γενικευμένο κλείσιμο των σχολείων. Στην Ευρώπη, προηγήθηκε η Ιταλία στις 5 Μαρτίου και ακολούθησαν η Ελλάδα, η Ισπανία, η Νορβηγία και η Δανία στις 13 Μαρτίου, η Γερμανία, η Αυστρία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ελβετία στις 14 Μαρτίου, η Σουηδία στις 18 Μαρτίου και το Ηνωμένο Βασίλειο στις 21 Μαρτίου. Το κλείσιμο των σχολείων ως μέτρο καθυστέρησης της διασποράς της πανδημικής και της κοινής γρίπης έχει χρησιμοποιηθεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν και η εμπειρία συνηγορεί ότι το έγκαιρο κλείσιμο είναι αποτελεσματικό τις περισσότερες φορές. Εντούτοις, λόγω των δυσμενών επιδράσεων στην εκπαίδευση, στην κοινωνία και στην οικονομία παραμένει αμφιλεγόμενο.

Το κλείσιμο των σχολείων στην περίπτωση του νέου κορωνοϊού έγινε χωρίς εμπειρικά δεδομένα ακολουθώντας την προηγούμενη εμπειρία της γρίπης. Αλλωστε, ο αυξανόμενος πανικός που συνδεόταν με την επέλαση του SARS-CoV-2 και οι ομάδες πίεσης που εκδηλώνονται σε αυτές τις περιπτώσεις, δημιουργούσαν αφόρητο κλίμα στις αρχές δημόσιας υγείας και στις κυβερνήσεις. Με το τέλος όμως του πρώτου επιδημικού κύματος στην Ασία και στις ευρωπαϊκές χώρες, είναι δυνατή η αποτίμηση της αποτελεσματικότητας του κλεισίματος των σχολείων.

Στη διάρκεια του Ιουνίου δημοσιεύθηκαν δύο έρευνες για το θέμα αυτό στα εγκυρότερα επιστημονικά περιοδικά. Στην πρώτη από αυτές (Flaxman S et al, Nature 2020) γίνεται αποτίμηση των μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων για τον μετριασμό της επέκτασης της COVID-19 σε 11 ευρωπαϊκές χώρες. Από όλες τις παρεμβάσεις, το lockdown φαίνεται να είναι το μόνο αποτελεσματικό μέτρο, αφού μείωσε τη διασπορά της επιδημίας κατά 81% (75%-87%), ενώ το κλείσιμο των σχολείων είχε αμελητέα επίδραση, λιγότερο του 5%. Στη δεύτερη έρευνα (Davies NG et al, Nature Medicine 2020), οι συγγραφείς μελέτησαν τα δεδομένα δήλωσης κρουσμάτων COVID-19 σε 32 πόλεις από έξι χώρες (Κίνα, Ιαπωνία, Ιταλία, Σιγκαπούρη, Καναδάς, Νότια Κορέα) και 146 άλλες μεγάλες πόλεις. Το συμπέρασμα είναι ότι το γενικευμένο κλείσιμο των σχολείων διάρκειας τριών μηνών για την πρόληψη επέκτασης της COVID-19 δεν είναι αποτελεσματικό, αφού καθυστερεί την επιδημία κατά 1-6 ημέρες μόνο.

Πού οφείλεται αυτό; Η μελέτη προχωράει σε εις βάθος ανάλυση των παραγόντων που υπεισέρχονται στη διακοπή της μετάδοσης της COVID-19 και ερμηνεύει την περιορισμένη σημασία του κλεισίματος των σχολείων. Παραδόξως τα παιδιά 0-19 ετών παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο μετάδοσης, 40% (25%-57%), εφόσον εκτεθούν στον κορωνοϊό. Αντίθετα, στις μεγαλύτερες ηλικίες το ποσοστό είναι διπλάσιο και φτάνει μέχρι το 88% (70%-99%) για τις ηλικίες 60-69 ετών. Επίσης, εφόσον τα παιδιά μολυνθούν, κλινικά συμπτώματα παρουσιάζει το 21% (12%-31%), ενώ στις ηλικίες άνω των 70, συμπτώματα παρουσιάζει το 69% (57%-82%). Αντίθετα με τον SARS-CoV-2, στη γρίπη τα παιδιά 0-9 ετών μολύνονται εξαιρετικά εύκολα και αποτελούν τη δεξαμενή μόλυνσης της κοινότητας.

Σύμφωνα με τα δεδομένα από την Κίνα και άλλες χώρες, τα παιδιά και οι έφηβοι προσβάλλονται λιγότερο συχνά από COVID-19 συγκριτικά με τους ενηλίκους, αφού αποτελούν το 6% περίπου των δηλωθέντων κρουσμάτων. Επιπλέον, η κλινική εικόνα τους είναι ήπια και η εξέλιξη της νόσου ευνοϊκή, με υποχώρηση των συμπτωμάτων σε 1-2 εβδομάδες χωρίς να σημειωθούν θάνατοι. Ο πραγματικός αριθμός των λοιμώξεων SARS-CoV-2 είναι ασφαλώς μεγαλύτερος αφού στο 80% των παιδιών η λοίμωξη είναι ασυμπτωματική. Πρόσφατα δεδομένα από τις σπάνιες περιπτώσεις με σοβαρή νόσηση, δείχνουν ότι παιδιά με σοβαρά γενετικά, νευρολογικά και μεταβολικά νοσήματα, με συγγενείς καρδιοπάθειες, καθώς επίσης με παχυσαρκία, διαβήτη, άσθμα, χρόνια πνευμονοπάθεια και ανοσοκαταστολή παρουσιάζουν αυξημένη πιθανότητα σοβαρής νόσου. Το νεοπεριγραφόμενο, σχετιζόμενο με τον SARS-CoV-2 πολυσυστηματικό φλεγμονώδες σύνδρομο είναι σπάνιο, χρειάζεται εντατική νοσηλεία και θεραπεία, αλλά έχει συνήθως καλή πρόγνωση.

Είναι προφανές ότι με τον νέο κορωνοϊό δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. Στις έντεκα προαναφερθείσες ευρωπαϊκές χώρες, έχει μολυνθεί το 0,5%-8% του γενικού πληθυσμού και στη χώρα μας το 0,3%. Το δεύτερο κύμα διασποράς –ακόμα κι αν είναι προοδευτικό και χωρίς μεγάλη επιδημική έξαρση– θα δώσει αθροιστικά μεγάλους αριθμούς νέων περιπτώσεων και θα αυξήσει και τους αριθμούς των κρουσμάτων σε παιδιά. Επειδή η υγεία και του τελευταίου παιδιού είναι εξαιρετικά σημαντική, η αντίστοιχη προετοιμασία των μεγάλων παιδιατρικών νοσοκομείων για να υποδεχθούν τα ολιγάριθμα περιστατικά με επιπλοκές πρέπει να είναι δεδομένη. Η πρόληψη των σπάνιων σοβαρών επιπλοκών δεν επιτυγχάνεται με το γενικευμένο κλείσιμο των σχολείων αλλά με άλλες προσεγγίσεις στις οποίες περιμένουμε να συμφωνήσουν οι ειδικοί.

Συμπερασματικά, πιστεύουμε ότι τα σχολεία στο άμεσο μέλλον θα χρειαστεί να κλείσουν μόνο σε μεμονωμένες τοπικές διασπορές κρουσμάτων στο σχολικό περιβάλλον και στα τοπικά lockdown. Το γενικευμένο κλείσιμο των σχολείων θα πρέπει να αφαιρεθεί από τη φαρέτρα της αντιμετώπισης του κορωνοϊού, όπου αν συνεκτιμηθούν οι εκπαιδευτικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, αποτελεί ανώφελη παρέμβαση με υψηλό κόστος.

* Ο κ. Αγγελος Χατζάκης είναι καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στο Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

** Η κ. Βάνα Σύψα είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής στο Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

*** Η κ. Ιωάννα Παυλοπούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Παιδιατρικής – λοιμωξιολόγος στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, στο Νοσοκομείο Παίδων «Π.&Α. Κυριακού».





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο