«Αυτοί και Εκείνοι» του Μ. Γ. Μερακλή



Ο ολέθριος κορονοϊός έφερε τα ηλικιωμένα άτομα στην επιφάνεια, καθώς οι επιστήμονες μας πληροφόρησαν, ότι οι ηλικίες αυτές είναι ευάλωτες. Προσβάλλονται πρώτες και με γρήγορο το θάνατο, αν η ασθένεια δεν έχει διαγνωσθεί εγκαίρως. Στην κατηγορία των γερόντων περιλαμβάνομαι και εγώ.

Στην Ελλάδα το κράτος επέτυχε κάτι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό: πολίτες επέδειξαν εντυπωσιακή σύνεση. Και τα θανατηφόρα περιστατικά υπήρξαν εντυπωσιακά λίγα, καθώς έμειναν αυτοέγκλειστοι στο σπίτι τους.

Οι πληροφορίες που έρχονταν και εξακολουθούσαν να έρχονται από τις άλλες χώρες είσαν και παραμένουν δραματικές. Ο λόγος είναι για εκατοντάδες και προοδευτικά για χιλιάδες νεκρούς, που η γη δεν μπορεί πια να τους δεχθεί.

Η δική μας Πολιτεία άρχισε να παρέχει και ορισμένες διευκολύνσεις στην καθημερινή ζωή, μετά την άδεια να βγούμε από τα σπίτια μας.

Εξαίφνης όμως πολλοί νέοι πήραν θάρρος και τους έκανε κέφι να παίζουν με το θάνατο. Ξεκίνησαν πρώτα με κάτι περίεργες νυχτερινές συγκεντρώσεις μιας δήθεν κενής αδιάγνωστης διαμαρτυρίας, που τις γύρισαν στη συνέχεια σε μια σχιζοφρενική διασκέδαση. Είχαν την παρατήρηση των επιστημόνων ότι αυτοί, οι νέοι, όταν πλήττονται από τον κορονοϊό, δεν έχουν βαριές επιπτώσεις. Συγχρόνως, όμως, οι επιστήμονες πάλι είπαν καθαρά, ότι τις εξαιρετικά επικίνδυνες συνέπειες έχουν οι γέροντες (συμπεριλαμβανομένων, αυτονόητα, και των δύο φύλων). Δεν μπορεί βέβαια να σκεφθεί κάποιος, ότι οι νέοι είναι απάτορες και αμήτορες…

Έχει πραγματωθεί ωστόσο μια πανελλήνια εικόνα. Από τη μια μεριά πεθαίνουν οι γέροντες, με ένα τρόπο που σιγά σιγά εντείνεται. Και από την άλλη μεριά αυξάνονται οι ολονύχτιες διασκεδάσεις των νέων, ερήμην πατέρων και μητέρων. Φαίνεται πως η Πολιτεία αρχίζει να ανησυχεί. Οι πολίτες αναμένουν.

Τα βλέπω αυτά και μελαγχολώ, καθώς τα γεράματα με πηγαίνουν ώς το απώτερο παρελθόν μου, κάτι συνηθισμένο στον υπερήλικα.

Παρά ταύτα, εξακολουθώ να αγαπώ το μέλλον που δεν θα ’ρθει.

Με τον τρόμο μου των πρωτάκουστων σειρήνων ιταλοελληνικού πολέμου έμπαινα, παιδί εφτά χρόνων, μαζί με ένα λαό, στην κόλαση που άρχιζε. Κατοχή των Ιταλών και προπάντων των Γερμανών με τη βαρβαρότητά τους, αλλά και η Εθνική Αντίσταση, και μετά οι δυο πόλεμοι –υπήρξε και ο Εμφύλιος– και όλα τα άλλα, ώς εδώ που είμαι τώρα.

Ίσως η αιτία της αναδρομής μου στο παρελθόν άλλη μία φορά είναι τα ξέφρενα πάρτι των νέων εν μέσω της «πανδημίας». Και ένας από τους νόμους της μνήμης είναι η δράση των αντιθέσεων, ας πούμε: το αρνητικό ανακαλεί στη μνήμη το θετικό, ex contrario. Οι γαυριώντες σημερινοί νέοι μας μου θύμισαν τους νέους της Αντίστασης, πολλοί από τους οποίους βρήκαν το θάνατο, κάτι που ήταν αναμενόμενο και το γνώριζαν. Τα «μυκονιάτικα» γλέντια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ξένοιαστης νιότης, για την οποία δεν μπορώ να γνωρίζω τι έχει, τι τρέφει μέσα της. Για την παλαιά εκείνη γενεά είμουν βέβαιος, ότι έτρεφαν στην ψυχή τους την πατρίδα.

Γνωρίζω πως υπάρχει εύκολος αντίλογος. Δεν είναι όλη η νεολαία έτσι. Και πράγματι δεν μπορώ να διαφωνήσω. Δεν είναι οι ρηχοί γλεντοκόποι και οι περισσότεροι. Υπάρχουν άλλωστε και πολλοί νέοι που ζουν με αξιοπρέπεια, κανονικά, χωρίς ακρότητες. Αλλά και αυτοί καλύπτουν ένα μέρος του συνόλου.

Οι περισσότεροι πάντως και από τις δύο πιο πάνω ομάδες είναι ουδέτεροι, ούτε με τη μία ούτε με την άλλη. Και είναι αυτή, η τρίτη ομάδα, η πολύ μεγαλύτερη και από τις δύο άλλες, που την προτιμά το υπάρχον διεθνώς κοινωνικό σύστημα, ο υπάρχων συναφώς πολιτισμός.

Δυστυχώς αισθάνομαι, ότι δεν μπορώ να πάω τις παρούσες σκέψεις μου πιο πέρα. Έχασα πλέον την εμπιστοσύνη μου στο μέλλον – εννοώ στο αίσιο, ευτυχέστερο μέλλον. Παρά ταύτα, εξακολουθώ να αγαπώ το μέλλον που δεν θα ’ρθει. Βέβαια, αυτό οδηγεί στην ουτοπία.

Και πράγματι αγαπώ την ουτοπία. Είμαι πρόθυμος και κόμμα, που κατορθώνει να περνά τις ουτοπικές, ανθρωπιστικές ιδέες του στο Κοινοβούλιο (αυτό σημαίνει πως παίρνει ψήφους ικανές να ξεπεράσουν τις αριθμητικές προϋποθέσεις του νόμου), να το πω με σεβασμό κόμμα της ουτοπίας.

Έκρινα ταιριαστό να κλείσω το σημείωμά μου αυτό μ’ ένα ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη (κρίμα που δεν τον αγαπήσαμε όσο του έπρεπε):

Άνθρωποι, που δεν ήξεραν να τραγουδάνε,
Άλλαξαν ζωή και ήρθανε κοντά μας.

Κάναμε ειρήνη και τώρα περπατάμε όλοι μαζί
Στην άκρη μιας λίμνης.

Δεν μιλάει κανείς όλοι σωπαίνουν
Κι εύχονται να μην πεθάνει ο ήλιος.

Σταμάτησαν οι φωνές μας
Σαν να βρεθήκαμε κάποτε σε μαγικό ποτάμι.

Ο Μιχάλης Μερακλής είναι ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο