Αύγουστος Κορτώ: συνέντευξη στη Γιούλη Τσακάλου



Ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ, γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες, κριτικές και βιβλία για παιδιά. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του: Το βιβλίο της Κατερίνας (2013), Επειδή είναι η καρδιά μου (2014), Μικρό χρονικό τρέλας (2016), Ρένα (2017), Σκυλίσια ψυχή (2018), Το μυστικό του Λεονάρντο (2019) και Δέσποινα (2020), τα ευθυμογραφήματα: Έρως ανίκατε μάσαν (2015), Νεοελληνική μυθολογία (2016), Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά (2016), Φωτιά στα Σαββατόπαχα (2018). Επίσης, έχει γράψει βιβλία για παιδιά: Η εξαφάνιση της Ντόροθυ Σνοτ (2003), που απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και το Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού βιβλίου, Ο στοιχειωμένος πύργος της Ούρσουλα ντε Φλαφ (2005), Έγκλημα στο Τούνδρα Εξπρές (2011), Το καταραμένο περιδέραιο της Νιαουφερτίτης (2016), Κορνήλιος Κρικ, σκίουρος ντετέκτιβ (2016) και Το ουφάκι (2017). Η Δέσποινα, το τελευταίο του μυθιστόρημα, μας έδωσε την αφορμή για μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης μαζί του.

Πώς οδηγήθηκες από την ιατρική στη γραφή; Ήταν δύσκολη η αρχή; Πότε είπες: «Είμαι συγγραφέας»;

Τα πρώτα μου διηγήματα –τα Βίτσια– γράφτηκαν λίγο πριν αρχίσω τις σπουδές μου. Μέχρι το ’98, όταν έμαθα ότι θα εκδίδονταν απ’ τον Εξάντα, είχα τελειώσει και το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στο μεταξύ, είχα αποφασίσει ότι, όσο συναρπαστική κι αν ήταν η ιατρική ως επιστήμη, δεν είχα το σθένος να γίνω γιατρός. Οπότε το ένα έφερε το άλλο – δεν πρόλαβα να σκεφτώ: «Είμαι συγγραφέας». Πάνω που είχα κολλήσει τον εθισμό της γραφής, βρέθηκα να κρατώ στα χέρια μου το πρώτο μου βιβλίο.

Πώς αντιδράς στις προσωπικές αιχμές που έχεις κατά καιρούς δεχτεί; Σε απασχολεί η γνώμη των άλλων;

Σαφώς και με απασχολεί, και πάντα ελπίζω τα βιβλία μου να κρατούν τους αναγνώστες καθηλωμένους. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ξενυχτήσει κάποιος για να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Όσο για τις χολωμένες κριτικές, προέκυψαν ως επί το πλείστον μετά την Κατερίνα και το νταβατούρι του Facebook, και τις πιο πολλές φορές δεν έχουν καν σχέση με τα βιβλία μου (έτσι κι αλλιώς, είναι παράδοξο να πληρώσεις και να διαβάσεις το πόνημα κάποιου που αντιπαθείς), αλλά είναι ad hominem επιθέσεις. Καθ’ όλα κατανοητές, βεβαίως. Η εποχή και τα μέσα μας ενθαρρύνουν την επιπολαιότητα και τις διάχυτες εκρήξεις ακατέργαστων αισθημάτων – όλοι μας ενδίδουμε σ’ αυτές μια στο τόσο.

Γράφεις, μεταξύ άλλων, για θέματα ταμπού: τρέλα, ερωτικά βίτσια, αυτοκτονία.

Ίσως να ’ναι κατάλοιπο της ιατρικής –η κλινική προσήλωση στη φθορά, τη νόσο, το άλγος, το αναπόδραστο του θανάτου– και σαφέστατα έχω επηρεαστεί απ’ την αρρώστια της μητέρας μου, καθώς για χρόνια είχα την επιστασία της. Ποτέ δεν προσεγγίζω τη θεματολογία μου εντυπωσιοθηρικά – το ταμπού για μένα ποτέ δεν είναι ταμπού. Με τραβάει το σκοτάδι – είναι σαν να μου ζητάει μια στάλα θάρρος, μια σπίθα φως.

Πώς γίνεται να γράφεις σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τα βιβλία σου;

Γράφω κάθε μέρα εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Ανά πάσα στιγμή έχω πέντε-έξι έτοιμα βιβλία στο συρτάρι. Επιπλέον, δεν είμαι συγγραφέας της μεγάλης φόρμας – τα περισσότερα μυθιστορήματά μου είναι σχετικά μικρά. Αλλά όταν μια ιστορία με πιάνει από τα μούτρα, την κυνηγάω χωρίς σταματημό – οπότε συχνά στους δυο-τρεις μήνες το βιβλίο ολοκληρώνεται, κι επιτόπου αρχίζω το επόμενο.

Πώς βίωσες τον ρατσισμό για τις προσωπικές σου επιλογές;

Πόνεσε, αλλά ο πόνος κόπασε, κι έμεινε στιλπνή η ελευθερία.

Είσαι ακτιβιστής και μιλάς ανοιχτά. Γιατί είναι λίγοι αυτοί που ακολουθούν το παράδειγμά σου; Υπάρχει ακόμα πολύς φόβος;

Εννοείται πως υπάρχει φόβος, αγωνία, ακόμα και μίσος –άδικο και πικρό και καταστροφικό– για τον διαφορετικό εαυτό. Το γκέι πιτσιρίκι που μεγαλώνει στην επαρχία μπορεί να ζει μια κόλαση. Οπότε, αν μπορώ να του δώσω ένα φτερούγισμα ελπίδας, μια φευγαλέα ματιά της ελεύθερης ζωής που του αξίζει, και την οποία μπορεί να κερδίσει, οφείλω να το πράξω.

Με τραβάει το σκοτάδι – είναι σαν να μου ζητάει μια στάλα θάρρος, μια σπίθα φως.

Το οικογενειακό σου περιβάλλον πόσο σε επηρέασε; Ήταν ένα βαρύ φορτίο για σένα ή σε ενθάρρυνε;

Οι γονείς μου πίστευαν σε μένα και με αντιμετώπιζαν ως πλάσμα χαρισματικό – η ίδια τους η ζωή ήταν επένδυση στη δική μου. Όλη μου η δύναμη απορρέει απ’ την αγάπη και την αφοσίωση που έλαβα.

Η Κατερίνα πρώτα ως βιβλίο και μετά ως παράσταση, με την τόσο μεγάλη επιτυχία, τι συναισθήματα σου προκάλεσε; Ήταν μια δικαίωση για τη μητέρα σου, για σένα;

Η Κατερίνα ήταν το πρώτο μου μπεστ σέλερ και μου χάρισε ένα κοινό που δεν το ’χα φανταστεί ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα. Κι ήταν και μια κάθαρση, μια εξιλεωτική αναμέτρηση με το παρελθόν. Πολύ πιθανόν, αν με θυμούνται στο μέλλον, να με θυμούνται για το Κατερινάκι και μόνο – κι η σκέψη αυτή είναι αφάνταστα παρήγορη.

Μ’ αυτό το βιβλίο με συγκίνησες αφάνταστα. Αλήθεια, από τα λάθη του παρελθόντος έχεις βγει πιο δυνατός;

Άλλοτε τσακισμένος, άλλοτε δυνατός – ζωή σημαίνει εναλλαγή ψυχικών καταστάσεων.

Έκλεισες μέσα σου λογαριασμούς; Τελείωσες με μέρος από τα χρωστούμενα;

Τα χρωστούμενα, παραδόξως, αβγαταίνουν με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά γι’ αυτό έχουμε τους δικούς μας ανθρώπους, τα βιβλία μας και τις δουλειές μας – και τους ψυχιάτρους μας, βεβαίως.

Πόσο δύσκολο είναι τελικά να βλέπει κανείς τη ζωή του στη σκηνή;

Η παράσταση του Γιώργου και της Λένας ήταν αριστουργηματική, έργο λαμπερής ευφυΐας κι αισθητικής, και καμωμένο με τρομερό σεβασμό στο βιβλίο. Μολαταύτα, υπήρξε αδύνατον να τη δω ολόκληρη: την έχω παρακολουθήσει μόνον αποσπασματικά, διότι σε ορισμένες σκηνές οι αντοχές μου μ’ εγκατέλειπαν κι έβγαινα τρέχοντας να κάνω μισό πακέτο και να πιω δυο ποτά για να συνέλθω.

Για εσένα, τι είναι το βιβλίο σου Ρένα;

Η Ρένα είναι ένα τρυφερό, ανάλαφρο βιβλίο, που γράφτηκε με μιαν ανάσα κι ευτύχησε τόσο ως ανάγνωσμα όσο κι ως παράσταση.

Το θέατρο μπαίνει στην πεζογραφία; Κι αντιστοίχως: η πεζογραφία εμβολιάζει τα θεατρικά σου έργα;

Το ιδίωμα του μονολόγου, που βρίσκω τρομερά ελκυστικό, φέρνει εύκολα στον νου, την ώρα που το διαβάζεις, τη μορφή ενός ηθοποιού επί σκηνής. Αλλά η δραματουργία είναι μια τέχνη ξέχωρη απ’ την πεζογραφία και, καλώς ή κακώς, δεν την κατέχω.

Τι ακουμπάς στα βιβλία σου, τι ρόλους, τι εικόνες έχει μέσα σου η Θεσσαλονίκη των παιδικών σου χρόνων και τι τα Εξάρχεια που είναι σπίτι σου πια;

Η Σαλονίκη και τα Εξάρχεια έχουν κάνει περάσματα απ’ τα βιβλία μου, μα περισσότερο μ’ έχουν τροφοδοτήσει ψυχικά και συναισθηματικά με το αίσθημα του ανήκειν, της φωλιάς.

Η Δέσποινα, το τελευταίο σου πόνημα, είναι μια Ελληνίδα Παναγιά του 20ού αιώνα. Εξαιρετικό παράδειγμα ανθρώπου που απαντάει στη βία, το μίσος και την προκατάληψη με αγάπη. Πετυχαίνει αυτή η συνταγή στη ζωή μας;

Η Δέσποινα σε μεγάλο βαθμό ακολουθεί την ιστορία της Παρθένου, μα κουβαλά και προσωπικές εμμονές ως προς τη μητρότητα, την τυφλή και μαινόμενη αγάπη, το πένθος ως αδιάκοπη συνομιλία με τη δική μας θνητότητα. Όσο για τις συνταγές –ή συμβουλές– είμαι λάθος περίπτωση, παράδειγμα προς αποφυγήν.

Τι θέλεις να κρατήσει ο αναγνώστης απ’ αυτό;

Μακάρι να του μείνει η ιστορία και μια τρυφερή ανάμνηση ορισμένων χαρακτήρων.

Θέλεις να μας μιλήσεις για τις συνθήκες γραφής του;

Η Δέσποινα γράφτηκε όπως όλα τα βιβλία μου: μερικές ώρες κάθε απόγευμα, με συνολικό χρόνο γραφής, μαζί με τα χτενίσματα, γύρω στους δυο μήνες.

Όλη μου η δύναμη απορρέει απ’ την αγάπη και την αφοσίωση που έλαβα.

Έχεις σταθερή εκδοτική παρουσία. Τι σε κινητοποιεί κάθε φορά να περάσεις σε άμεσο χρόνο στο επόμενο βιβλίο;

Πολλά βιβλία με τρώνε – δεν γίνεται να μην τα βγάλω, δεν θα με αφήσουν σε ησυχία. Η έκδοση σημαίνει το τέλος της ψυχικής φαγούρας – το βιβλίο φεύγει απ’ τα χέρια μου κι αρχίζει το ταξίδι του, οπότε μπορώ να στρέψω όλη μου την αφοσίωση στο επόμενο.

Η υπερέκθεση μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά; Η χρήση των social media μας κάνει συχνά να χάνουμε το μέτρο. Εσύ πιστεύεις ότι το έχεις ξεπεράσει κάποιες φορές;

Το Facebook έχει κάνει τα πρακτικά ζητήματα της δουλειάς μου απείρως ευκολότερα – απ’ την προώθηση ενός βιβλίου μέχρι τις παρουσιάσεις και την πολύτιμη προσωπική επαφή με αναγνώστες, είναι πραγματικός θησαυρός. Κι αυτό χωρίς να πιάσουμε τις μύριες άλλες διαστάσεις του – το πλησίασμα, το μοίρασμα, την αλληλοβοήθεια. Εννοείται πως συχνά το χρησιμοποιώ για χαβαλέ, μα έτσι κι αλλιώς η έννοια του μέτρου δεν με αφορά. Σχεδόν τίποτα απ’ ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου δεν ακολουθούσε το μέτρο.

Το στερεότυπο θέλει τους συγγραφείς αλκοολικούς, κολασμένους, περιθωριακούς, εκκεντρικούς και να αναγνωρίζονται μετά θάνατον. Στην περίπτωση του Αύγουστου Κορτώ, τα στερεότυπα έχουν αποχρώσεις πραγματικότητας;

Όσο λιγότερο δυστυχισμένος είσαι –ή όσο πιο ευτυχισμένος– τόσο το καλύτερο για σένα και τα βιβλία σου. Το γεγονός ότι ο Πόε δεν είχε μία κι έλιωνε το συκώτι του και ζούσε μες στη μαύρη δυστυχία δεν σημαίνει ότι η ολέθρια προσωπική ζωή σε κάνει ποιητή. Εγώ πάντα αναρωτιέμαι: Αν η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν ψυχικά υγιής, χαρούμενη, ξέγνοιαστη, ποιος ξέρει; Μπορεί να ήταν ακόμα σπουδαιότερη συγγραφέας.

Διαβάζοντάς σε στο Facebook, πολλές φορές αισθάνομαι ότι είσαι ένας άντρας με την καρδιά ενός μικρού αθώου παιδιού που κάποιες φορές θέλει να «προστατέψει» μέσα από τις εμπειρίες του. Πιστεύεις ότι τα καταφέρνεις;

Νομίζω πως το παιδί που κρύβω μέσα μου είναι το κατά Φρόιντ «πολύμορφο διαστροφικό παιδί».

Ο Αύγουστος Κορτώ τι άνθρωπος είναι; Τι έχει να µας πει για τις δύσκολες όψεις του εαυτού του;

Όταν είμαι γερός, είμαι σχετικά υποφερτός – ως κι ευχάριστος.

Μπορούσες να φανταστείς τη δυστοπία που ζούμε; Και ότι ο αόρατος εχθρός και πανταχού παρών, αυτός ο δαίμονας ο κορονοϊός, θα αλλάξει για πάντα την κοινωνική μας ζωή; Θα φέρει τα πάνω κάτω σε όλες μας τις αξίες;

Κι η πιο σκληρή δοκιμασία είναι ευκαιρία για προσωπικές επαναστάσεις, για αναμέτρηση με τον φοβισμένο μας εαυτό. Όπως έχει καταδείξει η ιστορία, όλα αντιμετωπίζονται, όλες οι πληγές –ακόμα κι αν οι ουλές τους λάμπουν κατακόκκινες– κάποια στιγμή κλείνουν.

Αν σου ζητούσα ένα μικρό ημερολόγιο εγκλεισμού;

Η καθημερινότητά μου δεν άλλαξε σε τίποτα: εγερτήριο, βόλτα τον Τζέρι, μετάφραση, μεσημεριανό τσιμπολόγημα, γράψιμο, διάβασμα, μάσα και σειρά στον καναπέ. Απλά πράγματα.

 

Δέσποινα
Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Πατάκη
232 σελ.
ISBN 978-960-16-8694-3
Τιμή €12,20
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο