Βιντεοκλάμπ; Και όμως υπάρχουν! | Ρεπορταζ


Στην εποχή του Netflix, μια χούφτα βιντεοκλάμπ επιβιώνουν στην Αθήνα και, όπως φαίνεται, έχουν φανατικούς φίλους, που στην πλειονότητά τους είναι νέοι, σινεφίλ και απολύτως εξοικειωμένοι με την τεχνολογία.

Και δηλαδή δεν έχεις Netflix; «Έχω. Ξέρεις, όμως, πολλές φορές το ανοίγεις και περνάς ώρες χαζεύοντας. Διαβάζεις περιλήψεις, βλέπεις τρέιλερ, γκουγκλάρεις κανέναν ηθοποιό στο imdb, σημειώνεις τι σε ενδιαφέρει, με κάποια γελάς και λες τι μπούρδα είναι αυτή, άλλα τα κρατάς στο πρόγραμμα να τα δεις, τελικά κάποια στιγμή νυστάζεις και καταλήγεις να μη βλέπεις τίποτα. Τι είναι αυτό, ξέρεις; Η βόλτα στο βιντεοκλάμπ είναι.  Απλώς οι περισσότεροι δεν ξέρουν ότι, εκτός από ψηφιακά, μπορείς να την κάνεις και στα αλήθεια. Και, αν θες τη γνώμη μου, είναι και πολύ πιο απολαυστική. Με τον ίδιο τρόπο που είναι απολαυστικό να πηγαίνεις σε δισκάδικο με βινύλια. Spotify δεν έχεις; Αλλά δεν υποκαθιστούν την ιεροτελεστία του δισκάδικου. Κι έπειτα, εμένα μου αρέσει να συζητάω τις ταινίες, είναι η μισή απόλαυση. Να ρωτάω γνώμες, να ανταλλάσσω εντυπώσεις, να έχω κάποιον που ξέρει τα γούστα μου και μου προτείνει πράγματα που δεν είχα ιδέα ότι υπάρχουν. Αυτό κάνει ο βιντεοκλαμπάς. Αν είναι σωστός δηλαδή. Αλλά νομίζω πλέον μόνο τέτοιοι έχουν επιβιώσει. Με τόσο downloading, online streaming, πλατφόρμες και συνδρομητικά, αυτό είναι το συγκριτικό τους πλεονέκτημα: η βόλτα και η προσωπική επαφή». 




Το χάζεμα στα ράφια αναζητώντας ταινία είναι μια ιεροτελεστία για τους φανατικούς. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)

 

Ο Αχιλλέας είναι 33 χρονών. Το 1976, που άνοιξε το πρώτο βιντεοκλάμπ στον Πειραιά, το Boom, που άφησε τελικώς ιστορία, ήταν αγέννητος. Όπως και στο μεγαλύτερο μέρος των ’80s, όταν ο κλάδος άρχισε να ανθίζει και η βόλτα που περιγράφει ήταν βασική διασκέδαση κάθε οικογένειας. Άντε να πρόλαβε ως πιτσιρικάς τα ’90s που κορυφώθηκε, αλλά δεν έχει τέτοιες αναμνήσεις. Εκείνος άνοιξε λογαριασμό στο βιντεοκλάμπ της γειτονιάς του πριν από δέκα χρόνια. Το 2010 δηλαδή. Όταν ήδη η μόδα είχε ξεφτίσει, τα καταστήματα είχαν αρχίσει να μειώνονται δραστικά και οι περισσότεροι συνομήλικοί του τα έβλεπαν ως απολιθώματα μιας άλλης εποχής ή ως κάτι χαριτωμένα retro που ωραία είναι που υπάρχουν (αν υπάρχουν), αλλά δεν τους περνούσε από το μυαλό να το κάνουν συνήθεια. Δεν έχει ίχνος νοσταλγίας η προτίμησή του στο DVD (πλέον) club της γειτονιάς του. Απλώς του αρέσει.

Οι σινεφίλ που έσωσαν τα βιντεοκλάμπ

Παραδόξως, ο Αχιλλέας δεν είναι ο μόνος. Κάπως έτσι εξηγείται πως, παρότι από τα 2.500 βιντεοκλάμπ που μεσουρανούσαν τις περασμένες δεκαετίες στη χώρα, έχουν μείνει περίπου 200 ανά την επικράτεια, με τα μισά μόνο να λειτουργούν σοβαρά, αγοράζοντας ταινίες και εμπλουτίζοντας τη συλλογή τους και όχι απλώς αντιγράφοντας παράνομα, ο κλάδος αντέχει ακόμη. Αρκετά χρόνια μετά τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις και των ίδιων των ιδιοκτητών τους. 




Από τους καλύτερους πελάτες των DVD club ήταν και παραμένουν τα παιδιά. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)

 

Φυσικά δεν είναι μόνο αυτοί οι εκκεντρικοί 30άρηδες που τα στηρίζουν. Οι σινεφίλ όλων των ηλικιών τα κρατούν ζωντανά. Εκείνοι που είτε στέκονται ιδεολογικά αντίθετοι απέναντι στο παράνομο «κατέβασμα» και online streaming είτε δεν ικανοποιούνται από τη σουπερμαρκετίστικη λογική που θεωρούν ότι έχουν οι πλατφόρμες όπως το Netflix, με «10 μπούρδες, δύο καλά».

«Το τζάμπα δεν μπορείς να το κοντράρεις»

«Αυτό προσφέρουμε εμείς, πράγματα που οι πλατφόρμες δεν μπορούν. Όχι ότι δεν μας κάνουν τεράστια ζημιά, γι’ αυτό και η τάση του κλάδου είναι χρόνια τώρα προς τον αφανισμό. Όμως έχουν ένα στοιχειώδες αντίτιμο που πληρώνεις, είναι νόμιμες, το σέβομαι. Οι μεγαλύτεροι ανταγωνιστές μας είναι πλέον το online streaming. Το τζάμπα δεν μπορείς να το κοντράρεις. Εμένα το παράπονό μου είναι ότι το κράτος θέλει να είμαι συνεπής με τους φόρους, τις θέσεις εργασίας που προσφέρω, αλλά δεν με προστατεύει. Ποτέ δεν το έκανε».




Το CVC στο Περιστέρι άνοιξε το 1986 και έχει μαζέψει πλέον πάνω από 70.000 DVD στα 400 τ.μ. του. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)


Ο Αντρέας Κανακάρης κάθεται πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού του, του CVC στο Περιστέρι, ένα βιντεοκλάμπ με εμβαδόν περίπου 400 τ.μ. Το άνοιξε τον Δεκέμβριο του 1986 και έκτοτε οι μόνες ημέρες που έχει λείψει -αν εξαιρέσεις την καραντίνα- είναι τέσσερις ημέρες τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο. Μπήκε στον χώρο πάνω στην άνθησή του, όταν οι εταιρείες διανομής βιντεοκασετών και ύστερα DVD ήταν στην Ελλάδα 184. «Ξέρετε πόσες είναι σήμερα; Τρεις». Το πελατολόγιο τότε μετρούσε χιλιάδες, τώρα οι ενεργοί δεν ξεπερνούν τους 500. «Τότε όμως δεν υπήρχε τίποτα. Και η τηλεόραση όπως και σήμερα ήταν σκουπίδι. Τότε ήταν μια επιχείρηση επικερδής, ένα ωραίο επάγγελμα, καθαρό. Οι εταιρείες έβγαζαν 12 ταινίες την εβδομάδα, τώρα με το ζόρι βγάζουν τρία πακέτα τον μήνα, με δύο ταινίες ανά πακέτο. Αλλά έρχεσαι σε επαφή με κόσμο, έχεις τα πάντα, πελάτες από όλα τα κοινωνικά στρώματα, δεν πλήττεις ποτέ. Είναι σαν στέκι. Έρχονται και για την παρέα, την κουβέντα, τις προτάσεις σου. Οι παλιοί θα σου πουν τα προβλήματά τους. Έχω πελάτες που έρχονταν παιδάκια εδώ και τώρα έρχονται με τα δικά τους παιδιά, έχουμε μεγαλώσει γενιές. Εγώ βλέπω κάθε μέρα μια ταινία, τα έχουμε χωρίσει. Η Αγγελική [η υπάλληλός του, που εργάζεται εδώ τριάντα χρόνια!] βλέπει κωμωδίες, αισθηματικά, κοινωνικά, άλλος βλέπει θρίλερ, άλλος φαντασίας. Πρέπει να τα ξέρεις όλα, όπως και τα γούστα των πελατών σου. Κι επειδή εγώ δεν πουλούσα ποτέ πολλές ταινίες, έχουν μαζευτεί τα πάντα. Πρέπει να υπάρχουν 70.000 DVD εδώ μέσα». 

Η δουλειά των ονείρων του

Ο Λευτέρης Τζώρτζης, από την άλλη, άνοιξε το 2006, στα 26 του, το Movie Galaxy στην Ιπποκράτους. Η κρίση είχε ήδη χτυπήσει τον κλάδο, όμως για εκείνον αυτή ήταν η δουλειά των ονείρων του. «Όταν άνοιξα, υπήρχαν άλλοι 4-5 στην περιοχή. Η αρχή ήταν εντυπωσιακή, είχε πολλή κίνηση, και αυτό βοήθησε να επενδύσω αγοράζοντας πολλές ταινίες. Ήθελα να έχω συλλογές, έπαιξα αρκετά με σειρές και προσπαθούσα ό,τι ζητούσαν οι πελάτες να το φέρνω. Νομίζω ότι πολλούς τους κέρδισα και τους κρατάω έτσι. Σήμερα, εκτός από εμένα, στην περιοχή δεν υπάρχει κανένας. Νομίζω ότι πολύς κόσμος έρχεται για να στηρίξει το μαγαζί – στηρίζει γενικώς τα μαγαζιά της γειτονιάς. Έχω και πολλά πράγματα που δεν μπορείς να βρεις αλλού, αλλά φαντάζομαι ότι πολλοί έρχονται απλώς γιατί με αγαπάνε». 




Ο Λευτέρης Τζώρτζης άνοιξε το Movie Galaxy το 2006, γιατί αυτή ήταν πάντα η δουλειά των ονείρων του. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)


Το Movie Galaxy είναι κατεξοχήν το DVD club των σινεφίλ. Μεγάλο κομμάτι του πελατολογίου του μάλιστα είναι και σκηνοθέτες ή ηθοποιοί. «Είχαμε πάντα ζήτηση σε κλασικούς σκηνοθέτες. Ταρκόφσκι και Μπέργκμαν φεύγουν σαν ζεστά ψωμάκια. Συνολικά έχω πάνω από 30.000 τεμάχια εδώ. Το ωράριο είναι όλη μέρα και την Κυριακή, εδώ είναι το σπίτι μου. Εμένα η μέρα μου περνάει πολύ γρήγορα. Η επαφή με τον κόσμο το κάνει αυτό και βασικά το ότι με ικανοποιεί να μιλάω για ταινίες όλη μέρα. Θα μπορούσα να το κάνω για πάντα, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω. Εδώ και χρόνια ζοριζόμαστε, αλλά μάλλον υπάρχουν άνθρωποι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, που τους συναρπάζει η διαδικασία. Το 2010 που ξεκίνησε η κρίση έλεγα ότι τα πράγματα είναι δυσοίωνα. Δεν ξέρω αν πίστευα τότε ότι θα μείνω άλλα δέκα χρόνια στη δουλειά. Κάποιες φορές εντυπωσιάζομαι που έχω αντέξει έως τώρα…»  ■

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο