Βουτιά στη δυσπιστία | Με Αφορμή



Φωτογραφία: Δημήτρης Τσουμπλέκας, από την ενότητα Future Athens, 2004, archival inkjet print, 120 x 20 εκ.

Έχω αρχίσει και μπερδεύω τις ημερομηνίες. Πότε κλειστήκαμε στα σπίτια μας; Πότε βγήκαμε; Τι μήνα έχουμε; Πότε ανέβηκα τελευταία φορά στην Ακρόπολη;

Πριν από δύο εβδομάδες θεώρησα καλή ιδέα να επισκεφθώ την Ακρόπολη, οι αρχαιολογικοί χώροι είχαν μόλις ανοίξει, οι τουρίστες δεν έχουν έρθει ακόμη. Πότε θα είχα ξανά την πολυτέλεια να τη δω με τέτοια ησυχία;

Η επιθυμία δεν ήταν άσχετη με την ανάγνωση κάποιων κριτικών για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε λίγο πριν από τον περιορισμό των μετακινήσεων: «Ο Φρόυντ στην Ακρόπολη, μια ατοπογραφία» του Ηλία Παπαγιαννόπουλου, από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Με ένα είδος εμμονής, που μόνο οι συνθήκες εγκλεισμού δημιουργούν, άρχισα να το αναζητώ –τηλεφωνικά στην αρχή και διά ζώσης τελευταία– σε διάφορα βιβλιοπωλεία. Στο ένα δεν το είχαν, στο άλλο το περίμεναν, στο τρίτο μόλις το είχε πάρει ο προηγούμενος πελάτης. Στο τέλος είχα αρχίσει να αμφιβάλλω σοβαρά για την ύπαρξή του.

Ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης είχε επισκεφθεί την Αθήνα το 1904. Είχε ταξιδέψει με πλοίο από την Τεργέστη, μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο. Το πρωί της 4ης Σεπτεμβρίου έβαλε το καλύτερο πουκάμισό του και ανέβηκε στον βράχο. Αντικρίζοντας την Ακρόπολη, βίωσε μια παράξενη εμπειρία, την οποία ανέλυσε 32 χρόνια μετά, σε ένα γράμμα στον φίλο του, τον διάσημο συγγραφέα και ανθρωπιστή Ρομαίν Ρολάν. Μιλάει σε αυτό για έναν διχασμό. Από τη μία νιώθει έκπληξη που ένα μυθικό σύμβολο παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια του. Και από την άλλη βαθιά αμηχανία γι’ αυτή την έκπληξη. Ήταν δυνατόν να αμφιβάλει πραγματικά για την ύπαρξη της Ακρόπολης;

Ανάμεσα σε άλλα συνδέει αυτόν τον διχασμό με την αίσθηση ανωτερότητας, τη δυσκολία αποδοχής της επιτυχίας. Το γεγονός πως έφτασε τόσο μακριά, πως ξεπέρασε τον πατέρα του, του δημιουργεί ντροπή και μια βαθιά αίσθηση ενοχής. Κατάφερε να ανέβει στην κορυφή, στο κατεξοχήν σύμβολο του δυτικού πολιτισμού, αυτός, ο γιος ενός απλού εβραίου εμπόρου από τη Γαλικία. Ο πατέρας του όχι μόνο δεν θα αναγνώριζε το επίτευγμα, δεν είχε καν την παιδεία να το κατανοήσει.

«Βρέθηκα στην Τεργέστη μαζί με την αδελφή μου και τον γιο μου, εκεί όπου είχαν βρεθεί και οι αδελφοί Φρόυντ. Και δεν διστάσαμε να ακολουθήσουμε τα βηματά τους ως την Αθήνα», γράφει η εικαστικός και συγγραφέας Sharon Kivland στο βιβλίο της «Ο Φρόυντ σε διακοπές, τόμος ΙΙ – Μια διαταραχή της μνήμης» (Cubeart editions). «Αυτή είναι μια ιστορία για δύο αδελφούς που κάνουν μαζί διακοπές: μια ιστορία για τη φιλία, την αντιπαλότητα, την οικογένεια. Είναι μια αφήγηση που ξεδιπλώνεται σιγά σιγά, μέσα από καρτποστάλ, από μια ανοιχτή επιστολή, από αποσπάσματα βιβλίων. Ποια είναι η πραγματική ιστορία; Ποια εκδοχή αυτής της εμπειρίας θα έπρεπε να δεχτεί κανείς ως αληθινή; Υπάρχει εκείνη που ο Φρόυντ εξιστορεί στον Ρολάν το 1936. Υπάρχει επίσης η εκδοχή του 1927, που περιλαμβάνεται στο (έργο του) “Μέλλον μιας ψευδαίσθησης” και έχει ως εξής: έχοντας φτάσει πια στην ωριμότητά του, ο Φρόυντ στέκεται στον λόφο της Ακρόπολης… και κοιτάζει πέρα μακριά το γαλάζιο πέλαγος.

Η χαρά του μπερδεύεται με ένα αίσθημα έκπληξης, σαν κάτι μέσα του να λέει: “Ώστε πράγματι είναι αλήθεια, ακριβώς όπως το μαθαίναμε στο σχολείο!”».

Μήπως και σήμερα δεν ζούμε μια διαρκή διαταραχή της μνήμης; Συνέβησαν όλα αυτά; Συνέβησαν σε εμάς; Σαν χθες δεν ήταν που διαβάζαμε κάπως αδιάφοροι για έναν ιό κάπου στην Κίνα, που χαζεύαμε μασκοφορεμένους αστυνομικούς να συλλαμβάνουν με απόχες απείθαρχους πολίτες; «Το να βλέπει κανείς κάτι με τα ίδια του τα μάτια είναι τελικά πολύ διαφορετικό από το να ακούει ή να διαβάζει γι’ αυτό», επισημαίνει ο Φρόυντ.

Εγώ πάντως τη δυσπιστία δεν την ένιωσα καθώς κοίταγα τα κεχριμπαρένια μάρμαρα του Παρθενώνα. Την ένιωσα αντικρίζοντας τη γαλάζια θάλασσα στο βάθος, πίσω από τις κολόνες και ακόμη πιο έντονα την επόμενη μέρα, που πήγα για μπάνιο και ένιωσα το κύμα να σκάει στα πόδια μου. Ώστε εδώ ήταν η θάλασσα όλον αυτόν τον καιρό; Όπως την έβλεπα στις φωτογραφίες από το περσινό καλοκαίρι; Η ενόχληση πάντως δεν κράτησε πολύ. Εξαφανίστηκε με το που βούτηξα στο νερό και αντικαταστάθηκε στιγμιαία από την ευχαρίστηση  που προσφέρουν δυο, τρεις απλωτές και ένα μισάωρο στον ήλιο.

Ίσως τελικά το πρόβλημα του Φρόυντ να ήταν πως ο πατέρας του δεν συμμεριζόταν τη γραφική πίστη των δικών μας πατεράδων στη θεραπευτική αξία του αλμυρού νερού. Φοβάμαι πως ο Σίγκμουντ μάλλον δεν βούτηξε στα νερά του Σαρωνικού εκείνο τον Σεπτέμβρη του 1904. Είμαι σίγουρος πως θα μάθω περισσότερα την επόμενη φορά που θα πάω στην παραλία με το βιβλίο του Παπαγιαννόπουλου υπό μάλης, επιτέλους.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο