«Γεύση σοκολάτας» της Μάχης Τζαβέλλα



Πεθαμένη μόλις λίγη ώρα πριν, κείτεται στο κρεβάτι της, καλυμμένη με το σεντόνι του ύπνου. Αμήχανη, ρωτάω αν μπορώ να τη δω για τελευταία φορά. Στη θέα της αναρωτήθηκα μήπως απλώς κοιμόταν και δεν πέθανε, παρόλο που το στόμα της ορθάνοιχτο, κοκαλωμένο, μαρτυρούσε ολοφάνερα αυτό που είχε συμβεί. Χωρίς να αισθάνομαι τον παραμικρότερο φόβο, συνδύασα το ανοιχτό στόμα της με το άκουσμα ενός μακάριου ροχαλητού που θα πρέπει να διακόπηκε απότομα με την είσοδό μας στο δωμάτιο.

Στη σκέψη ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι άσχημο, άγριο ή απωθητικό, εντελώς φυσικά, αν και δεν συνδεόμουν στενά μαζί της, τόλμησα να την αγγίξω στο μάγουλο. Φαινόταν τόσο ζωντανή που δεν θα παραξενευόμουν αν ξαφνικά την έβλεπα ν’ ανοίγει τα μάτια της. Κι ενώ την παρατηρούσα, αισθάνθηκα να ξεδιπλώνεται κάτι σαν μυστήριο και στο μυαλό μου αναδύονταν απορίες που καθόλου δεν άρμοζαν στη θέα ενός νεκρού: πώς να νιώθει άραγε τώρα και τι γεύση να έχει το στόμα της. Τα ωχρά και στεγνά χείλη της με έκαναν να υποθέσω ότι θα ήταν μάλλον πικρή, και αυτό, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, με στεναχώρησε. Μετά όμως, προσέχοντας το κουτί με τα σοκολατάκια στο κομοδίνο της, έτεινα να πιστέψω ότι στο στόμα της θα κυριαρχούσε η γεύση της σοκολάτας, κι έτσι, η επιθανάτια αύρα μύρισε μεμιάς κάτι γλυκό.

Η μυρωδιά του δωματίου έγινε ξαφνικά διαπεραστική, ωραία και, αν δεν φοβόμουν ότι θα μπορούσα να παρεξηγηθώ για ανάρμοστη συμπεριφορά, θα αποτολμούσα να καθίσω δίπλα της, στο κρεβάτι, για να επικοινωνήσω μαζί της σιωπηλά. Την ίδια στιγμή, κάτι σαν αστραπή, σαν ένα ανεπαίσθητο φως, διέγραψε μια φευγαλέα πορεία πάνω στο ατάραχο πρόσωπό της. Κι ενώ κάτι τέτοιο θα έπρεπε κανονικά να με ξαφνιάσει, να με τρομάξει, διαπεράστηκα από κάτι σαν ξαφνική ηλεκτρική εκκένωση, από ένα ρίγος συγκίνησης στην αναπάντεχη ιδέα της λάμψης του θανάτου. Και τότε αισθάνθηκα ότι αντιδρώ σαν αυτό που μόλις είχε συμβεί να ήταν απολύτως φυσιολογικό, ίσα για να φωτιστεί μια πτυχή της ζωής της, μόνο και μόνο για να μας δείξει ένα ίχνος της στο παρόν, έναν τρόπο επικοινωνίας μαζί της. Όσο όμως στεκόμουν εκεί, τόσο βεβαιωνόμουν ότι δεν ήταν αυτή που είχε ανάγκη να μιλήσει· δική μου ήταν η ανάγκη και ας είχα βρεθεί εκεί, τόσο κοντά της, σχεδόν από μια σύμπτωση, αν και θα μπορούσα να το έχω αποφύγει· θ’ αρκούσε η επίκληση ενός οποιουδήποτε προσχήματος για να δικαιολογήσω την απουσία μου. Έτσι κι αλλιώς, θα ήμουν υποχρεωμένη να παραβρεθώ στην κηδεία της, που θα γινόταν σε δύο μέρες.

Ασυναίσθητα εντελώς, άρχισε να γεννιέται μέσα μου και να μεγαλώνει η επιθυμία να τη ρωτήσω για ένα σωρό πράγματα, κάτι που θα έκανα αν δεν ήμουν αναγκασμένη να διασχίσω τη σιωπή που μου επέβαλλε ο θάνατος. Μια σιωπή που θα τολμούσα να χαρακτηρίσω διαβρωτικά γοητευτική, όπως συχνά συμβαίνει όταν βρίσκεται κανείς μπροστά στο φάσμα του θανάτου. Όσο για τη σκέψη μου ότι ίσως η νεκρή να ήθελε να στείλει κάποιο μήνυμα, κάποιο σημάδι, την παραμέρισα θεωρώντας την περιττή ή τουλάχιστον υπερβολική.

Όταν κάποια στιγμή απέσπασα το βλέμμα μου απ’ αυτήν και άρχισα να παρατηρώ τα γύρω αντικείμενα, αισθάνθηκα ότι το καθένα απ’ αυτά αποκτούσε μια άλλη σημασία, διασπείροντας πολλά και δυσερμήνευτα μηνύματα. Έτσι, ο θάνατός της λοιπόν άρχιζε σιγά σιγά να γίνεται η αφετηρία, καλύτερα θα ήταν να πω η αφορμή, για ν’ αναζητήσω πτυχές της ζωής της, παρακινημένη από την πεποίθηση ότι ο θάνατος του κάθε ανθρώπου μεγιστοποιεί το νόημα της ύπαρξής του.

Παραδομένη σ’ αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, ακίνητη, μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη αν θα υπήρχε κάποιος και για μένα να θελήσει ν’ ανασύρει και να φωτίσει κομμάτια της ζωής μου, όταν όλα θα έχουν τελειώσει. Ήξερα πως όλο και λιγότεροι θα ήταν αυτοί που θα με ανακαλούσαν στη μνήμη τους. Όσο για τους στενούς συγγενείς μου, αυτοί, βυθισμένοι στο πένθος τους μπροστά στο νεκρό σώμα μου, πολύ αμφιβάλλω αν θα είναι σε θέση να σκεφτούν ή να προσέξουν οτιδήποτε άλλο. Θα βρισκόταν, άραγε, στη δική μου περίπτωση κάποιος που θα ψηλαφίσει ένα ασήμαντο έστω ίχνος από μια ζωή που πέρασε και χάθηκε· να διακρίνει τη λάμψη ενός ονείρου, την πρόθεσή μου να υπερβώ τα όρια της ασημαντότητας;

Προσπαθούσα να χαράξω στο μυαλό μου όλα όσα συνέβαιναν σ’ αυτό το δωμάτιο με το λιγοστό φως. Πιάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί επίμονα τους στενούς και μακρινούς συγγενείς της λίγο πριν την πάρουν από το σπίτι και τους ακούω να επαναλαμβάνουν με σχετική ψυχραιμία φράσεις όπως «πάει, μας άφησε», «δε βαριέσαι, καλά έζησε», χωρίς ούτε για μια στιγμή να πάψω να αισθάνομαι αποκομμένη, αιωρούμενη και να ταλαντεύομαι σχετικά με το αν θα περάσω μια αδιόρατη διαχωριστική γραμμή. Το καντηλάκι που τρεμόπαιζε δίπλα της με έκανε να αναρωτηθώ αν η φευγαλέα λάμψη που διέκρινα λίγο πριν στο πρόσωπό της δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση, μια αντανάκλαση της φλόγας που στιγμιαία φούντωσε. Αλλά και πάλι, τι σημασία είχε. Σχεδόν ξεχνούσα ή, για να το διατυπώσω καλύτερα, μου ήταν αδιάφορο αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει. Όσο για μένα πάντως ήταν εκεί, παρούσα.

Αναλογιζόμουν αν είμαι εγώ που επιθυμούσα να σκαλίσω τη ζωή της ή μήπως ήταν αυτή που με οδηγούσε και εγώ απλώς ανταποκρινόμουν. Αλλά το πιο περίεργο είναι ότι αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου με τρόπο απολύτως φυσικό και, οφείλω να ομολογήσω, χωρίς να έχω ποτέ εκδηλώσει οποιαδήποτε ροπή σε μεταφυσικές αναζητήσεις και ερμηνείες. Και όταν ισχυρίζομαι ότι ανταποκρινόμουν εγώ, είναι γιατί ένιωθα να δέχομαι, χωρίς να είμαι σε θέση να εξηγήσω πώς, απανωτά ερεθίσματα, αφού όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ένιωθα διάσπαρτα τα αγγίγματά της στις σελίδες του μισάνοιχτου βιβλίου της στο σεκρετέρ και αναπολούσα τη ζεστασιά στην αφημένη ρόμπα της, το κενό και την έλλειψη θαλπωρής. Στη θέα του τηλεφώνου, εξάλλου, ανάπλαθα τη φωνή της και φανταζόμουν τις ατέρμονες συζητήσεις, τον απόηχο της φωνής στο ακουστικό και ας μην ήταν αυτή εκεί· στο μισογεμάτο ποτήρι το αποτύπωμα των χειλιών της απομνημόνευε την αλλοτινή δίψα της. Και, πάντως, σε διαφορετική περίπτωση μάλλον θα επέκρινα τον εαυτό μου για υπερβολικό συναισθηματισμό και συγκίνηση.

Κάτω από το βάρος μιας αλλοπρόσαλλης εντύπωσης ότι η ζωή της δεν έχει χαθεί (πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να έχει χαθεί τη στιγμή που την αισθανόμουν διαχυμένη στα αντικείμενά της), κατέληξα να αναρωτιέμαι πού άραγε να βρίσκεται η αλήθεια και τι θα μπορούσε να θεωρηθεί σημάδι δηλωτικό της ζωής ή του θανάτου. Ώσπου ένα ασυναίσθητο παίξιμο των δαχτύλων με επανέφερε, αφυπνίζοντας μέσα μου αυτό που είχα αισθανθεί μόλις λίγο πριν, αγγίζοντας και χαϊδεύοντάς τη φευγαλέα στο μάγουλο.

Ποια αίσθηση να είχε λησμονηθεί στις άκρες των δαχτύλων της; Λίγο ακόμα και θα έσκυβα στο αυτί της να αφουγκραστώ τον ήχο της αποσύνθεσης μέσα της, διαπερασμένο από έναν αφόρητο βόμβο, ένα ακατάσχετο θόρυβο από φωνές και ακούσματα που τώρα μπορεί και να της είχαν γίνει βασανιστικά. Εκτός και αν ο θάνατος της είχε προσφέρει την πολυπόθητη λύτρωση, γλιτώνοντάς την από όλα όσα δεν ήθελε να ακούει. Όσο για τα σφαλισμένα μάτια της, να είχαν άραγε χωρέσει στις κόγχες τους όλες οι εικόνες που κάποτε λάτρεψε και, αν ναι, πού και για πόσο ακόμα θα την ταξίδευαν; Το βλέμμα μου ακινητοποιήθηκε για μια στιγμή στα σοκολατάκια και αναρωτήθηκα αν άραγε διατηρούσε την επίγευσή τους.

Α, να μπορούσα να ψηλαφήσω, να σκαλίσω τα πράγματά της. Να ανακαλύψω τι άραγε κρύβεται στην τσάντα ή στην ντουλάπα της· όλα μού έμοιαζαν συναρπαστικά. Όλα αποκτούσαν μιαν άλλη διάσταση έτσι όπως τα έβλεπα ή τα φαντασιωνόμουν να ξεπηδούν από θήκες και συρτάρια μυστικά, μικρά, μεγάλα.

Ψίθυροι που ολοένα δυνάμωναν έφταναν στ’ αυτιά μου και διέκοπταν τους συλλογισμούς μου. Απ’ όσο ήμουν σε θέση να αντιληφθώ, τους απασχολούσαν πρακτικά ζητήματα που σχετίζονταν με τη νεκρή· τι θα έκαναν με τα πράγματά της, ποια φωτογραφία θα διάλεγαν τελικά για να τοποθετήσουν στο φέρετρο και πάντως όλοι συμφώνησαν, κάποιοι μάλιστα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής τους, ότι «αρκετά, καιρός να δείξουμε σεβασμό και να τη σκεπάσουμε». Τα επίμονα στυλωμένα επάνω μου βλέμματά τους με έκαναν να υποψιαστώ ότι πρέπει να τους είχε παραξενέψει η στάση μου, η όλη μου συμπεριφορά, η απόλυτη σιωπή μου, έτσι όπως παρέμενα τόση ώρα καθηλωμένη στη νεκρή και στα πολύ προσωπικά της αντικείμενα.

Αυτά ως τη στιγμή που είδα να τραβούν το σεντόνι για να καλύψουν το πρόσωπό της· τότε είναι που αισθάνθηκα να κυριεύομαι από την επιτακτική ανάγκη να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, να απαιτήσω να αφήσουν τη νεκρή στην ησυχία της, ήσυχη και ελεύθερη. «Μην της το κάνετε αυτό, αφήστε τη να αναπνεύσει», ψιθύρισα σαν ξεπνοημένη, σχεδόν μέσα από τα δόντια μου, απορώντας κι εγώ γι’ αυτή την ανεξέλεγκτη αντίδρασή μου, όπως θα έκανα αν διεκδικούσα έναν ζωτικό χώρο που θα αφορούσε εμένα την ίδια. Λες και το σώμα της αποσπασμένο, οριστικά απεγκλωβισμένο από την κυριαρχία της, θα μπορούσε ν’ ανήκει και σε μένα, παρέχοντάς μου το δικαίωμα ή μάλλον υποχρεώνοντάς με να μιλήσω για λογαριασμό της. «Μα είναι νεκρή», άκουσα κάποιους να λένε, δίνοντας έμφαση στη λέξη «νεκρή», σαν για να μου δώσουν να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, κι εγώ αθέλητα εντελώς χαμογέλασα. Πού να υποψιαστούν ότι κι εγώ, και μάλιστα πολλές φορές, είχα υπάρξει νεκρή.

 

Η Μάχη Τζαβέλλα γεννήθηκε στο Μαντείο Δωδώνης και ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει δύο νουβέλες, Κόκκινος Αύγουστος (Εκδόσεις Γραφομηχανή, 2015) και Φτερά παγωνιού (Εκδόσεις Γκοβόστη, 2017), ενώ το τρίτο βιβλίο της, Ήρεμα φεύγω, αναμένεται να κυκλοφορήσει στους επόμενους μήνες. Έχει επίσης συμμετάσχει σε δύο συλλογικές εκδόσεις διηγημάτων.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο