«Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα»



Με την Ανθούλα Δανιήλ θα πρέπει να γνωριστήκαμε το φθινόπωρο του 1985, την περίοδο που προγραμμάτιζα και ετοίμαζα, για το περιοδικό Γράμματα και Τέχνες, ένα εκτενές αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη. Δεν θυμάμαι, ύστερα από τόσα χρόνια πια, αν μου είχε προηγουμένως τηλεφωνήσει ή αν ήρθε και με βρήκε απροειδοποίητα, με αποκλειστικά δική της πρωτοβουλία ή με τη συστατική μεσολάβηση κάποιου κοινού φίλου ή γνωστού. Θυμάμαι ωστόσο τον ενθουσιασμό –που δεν μπορούσε να επισκιάσει η όποια αμηχανία της πρώτης συνάντησης– με τον οποίο μιλούσε για την ποίηση του Ελύτη και ειδικότερα για το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, που είχε κυκλοφορήσει την αμέσως προηγούμενη χρονιά (1984). Σ’ αυτό αναφερόταν εξάλλου και το κατά γενική ομολογία πολύ ενδιαφέρον κείμενό της, που είχε τον τίτλο «Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου στο Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη» και που απέσπασε τα ευνοϊκά σχόλια του ίδιου του ποιητή. Κείμενο που έμοιαζε να έχει αποσπαστεί (και να έχει κατάλληλα προσαρμοστεί στις ανάγκες ενός λογοτεχνικού περιοδικού) από μία ευρύτερη και συνθετότερη, δοκιμιακής υφής, προσέγγιση της ποίησης του Ελύτη (απόδειξη το βιβλίο της Οδυσσέας Ελύτης, Μια αντίστροφη πορεία, που εκδόθηκε το 1986 από τις Εκδόσεις Επικαιρότητα. Αργότερα ακολούθησε το διδακτορικό της Ο Οδυσσέας Ελύτης ανάμεσα στις αντινομίες του καιρού του)· κυρίως, έμοιαζε να είναι γόνιμος καρπός μιας συστηματικής και σε βάθος ενασχόλησής της με ζητήματα της σύγχρονης και της παλαιότερης λογοτεχνίας, αλλά και μιας αναπτυγμένης στο έπακρο ικανότητας να διασταυρώνει και να συνδυάζει δημιουργικά, κάποτε και με τόλμη, πρόσωπα και έργα διαφορετικής καλλιτεχνικής προέλευσης και στόχευσης, αναζητώντας στο επίκεντρο της διαφορετικότητας εκλεκτικές συγγένειες, κοινούς χώρους, χρόνους και στόχους.

Κάτι τέτοιο επιχειρεί και επιτυχώς πραγματοποιεί –πλην όμως σε απολύτως προσωπικό, εξομολογητικό, απολογιστικό και συνάμα απολογητικό επίπεδο– στο ανά χείρας «αφήγημά» της με τον χαρακτηριστικό τίτλο Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα. Αφήγημα που, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, μοιάζει να πληροί τις βασικές προϋποθέσεις, προκειμένου να ενταχθεί στο είδος της αυτοβιογραφίας· είναι προφανής η πρόθεση της συγγραφέως να εξιστορήσει συμβάντα και καταστάσεις του ατομικού της βίου που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ψυχισμού της, στην τόνωση και στον εμπλουτισμό της ιδιοσυγκρασιακής της ιδιαιτερότητας. Ωστόσο, όσο κι αν μετέρχεται τρόπους που προσιδιάζουν στο αυτοβιογραφικό είδος, όσο κι αν συχνά δείχνει οικειοθελώς να ερωτοτροπεί με αυτό, υπάρχει κάτι που εμποδίζει την ανεπιφύλακτη, απρόσκοπτη ένταξή του σ’ αυτό. Όχι μόνο γιατί, όπως ευθέως δηλώνει η ίδια, δεν ξεκίνησε με την πρόθεση να αυτοβιογραφηθεί, αλλά και γιατί, σαν παρακινημένη από μια ακατάπαυστα αναθερμαινόμενη ψυχική ευφορία, περιορίζεται στην ανάσυρση και στην απομνημόνευση συμβάντων και καταστάσεων που «πηγάζουν από ένα αίσθημα ικανοποίησης και ψυχικής πληρότητας»· κι αυτό κάνει, περιπλανώμενη με εντυπωσιακή ταχύτητα σε εκ διαμέτρου αντίθετες εποχές και περιοχές, διεμβολιζόμενη από διαφορετική, κάθε φορά, συναισθηματική, συγκινησιακή θερμοκρασία.

Η ίδια ισχυρίζεται ότι ένας ενδεχομένως ανταποκρινόμενος στις προθέσεις της –και στον βαθμό της πραγμάτωσής τους– τίτλος θα μπορούσε να είναι «Προσωπική μυθολογία»· προτίμησε ωστόσο τον τίτλο Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα, «επειδή ο χρόνος υπακούει σε ένα συνεχές φλας μπακ, πάει κι έρχεται συνεχώς μπρος πίσω, για να φέρει στο παρόν ό,τι ανήκει στο παρελθόν». Επειδή η μνήμη, θα πρόσθετα εγώ, γοητευτικά ασύδοτη, αδέσμευτη και, κυρίως, ανυπάκουη, δεν προσφέρεται για τη συγκρότηση μιας εύτακτης και ελεγχόμενης μνημοτεχνικής. Απεναντίας, άναρχη και αυτεξούσια, την οδηγεί, αν δεν την παρασέρνει κιόλας, σε τεθλασμένες και εντελώς απροειδοποίητα διασταυρωνόμενες οδούς, με συνέπεια ο λόγος της να ακολουθεί αλλοπρόσαλλη πορεία, «εκκινώντας από ένα επεισόδιο της παιδικής ηλικίας ή της μετέπειτα νεανικής ή της τωρινής, που ετεροχρονισμένα επαναξιολογείται και επανεκτιμάται κάτω από άλλο φως»: το φως του παρόντος της γραφής, στις εκτάσεις του οποίου ο χρόνος, με διαβρωμένες τις αντικειμενικές διαστάσεις του, συμβάλλει στη δημιουργία μιας ιδιότυπης μουσικής, διευκολυντικής και συνάμα ενισχυτικής τής ούτως ή άλλως ενδιάθετης ροπής της συγγραφέως προς τον συνειρμό.

Η Ανθούλα Δανιήλ δημιουργεί την αίσθηση ότι «αφήνεται» με εμπιστοσύνη στα επίφοβα κύματα της μνήμης, με πυξίδα μια πολύτροπα κατακτημένη (από διαβάσματα, ακούσματα, προγραμματισμένες ή και απρογραμμάτιστες επισκέψεις και περιπλανήσεις σε χώρους και χρόνους μυητικούς στην ιστορία, στην τέχνη και πρόσφορους για μια πρώιμη εκλέπτυνση των αισθητικών κριτηρίων) αίσθηση, διαίσθηση και γνώση. Ανακαλεί, φωτίζει, μεγεθύνει όσο χρειάζεται, ακινητοποιεί στη μνήμη και κινητοποιεί καταγράφοντας σημαντικές –για όλους ή μόνο γι’ αυτήν την ίδια– στιγμές και συγκυρίες που κρίνει ότι διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο στην πνευματική της συγκρότηση, στη δημιουργία και στην ανάπτυξη των ιδιαίτερων λογοτεχνικών της ενδιαφερόντων ή που εκ των υστέρων και συνδυαστικά λειτουργώντας τις συσχετίζει με αδιαμόρφωτες ακόμη, επωαζόμενες πνευματικές της ανησυχίες.

 Επειδή η μνήμη, θα πρόσθετα εγώ, γοητευτικά ασύδοτη, αδέσμευτη και, κυρίως, ανυπάκουη, δεν προσφέρεται για τη συγκρότηση μιας εύτακτης και ελεγχόμενης μνημοτεχνικής.

Συχνά μοιάζει να ξεχωρίζει και να απομονώνει αχρονολόγητα αποσπάσματα από ένα προϋπάρχον ημερολόγιο, που «κρατήθηκε», συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς τους συνήθεις ημερολογιακούς περιορισμούς-προσδιορισμούς· να αποσπά ό,τι θεωρεί απαραίτητο, προκειμένου να προσδώσει ιστορικότητα και να διεμβολίσει με ελεγχόμενες ποσότητες συγκίνησης τα όσα αφηγείται. Και, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δείχνει να θέλει να αυτοβιογραφηθεί, όσο κι αν το έδαφος και το υπέδαφος των αφηγήσεών της συντίθενται από περιστατικά, βιώματα και καταστάσεις άμεσα –ενίοτε και έμμεσα– συνδεόμενες με τον ατομικό της βίο αλλά και τις κυρίαρχες, καθοριστικές τής περιρρέουσας πολιτιστικής και της ευρύτερα νοούμενης πολιτισμικής ατμόσφαιρας, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ως τις μέρες μας. Όσο κι αν οι συχνότατες διασταυρώσεις –κάποτε και συμπτώσεις– απολύτως προσωπικών βιωμάτων και ποικίλων, αμιγώς πολιτιστικών ή και κοινωνικής υφής συμβάντων και καταστάσεων τείνουν να προσδώσουν στην αφήγηση της Ανθούλας Δανιήλ την ταυτότητα μιας ιδιότυπης, έστω, αυτοβιογραφίας – ιδιότυπης γιατί προκύπτει χωρίς να είναι μέσα στις άμεσες προθέσεις της να αυτοβιογραφηθεί. Η αυτοβιογραφία τής προσφέρεται απλώς ως μέθοδος· της προσφέρει το απαραίτητο έναυσμα, το αφηγηματικό νήμα ή, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί το κίνητρο και, συνάμα, το δίχτυ ασφαλείας, επάνω από το οποίο θα διανύσει τις ολισθηρές πλην εύφορες αποστάσεις που χωρίζουν ηλικίες, σημαδιακά για την πνευματική εξέλιξή της συμβάντα, συναπαντήματα και εποχές.

Όπως ομολογεί η ίδια, ο θάνατος της Μαρίκας Κοτοπούλη, το 1954, αποτελεί την αφετηρία, το έναυσμα σαγηνευτικών –στην αρχή συμπτωματικών και στη συνέχεια προγραμματισμένων, διερευνητικών του εαυτού της και των άλλων– περιπλανήσεων στον χώρο της τέχνης. Το έδαφος είναι σχετικά προετοιμασμένο, αφού έχει ήδη προσβληθεί, μέσω των γονιών της, από το διαβρωτικό του πνεύματος και των αισθήσεων μικρόβιο του θεάτρου, του κινηματογράφου και της μουσικής – λίγο αργότερα και της λογοτεχνίας. Κορίτσι «ανθισμένο για βιβλία και σινεμά», κρατώντας ακατάπαυστα και μανιωδώς σημειώσεις, σαν παρακινημένη από την αγωνία να συγκρατήσει, να ακινητοποιήσει τον χρόνο, αυτό το μονίμως και με ταχύτητα –κάποτε και με τραχύτητα– εναλλασσόμενο σκηνικό, στις χαώδεις διαστάσεις του οποίου «συμβαίνει» η ζωή, ανακαλύπτει, εντοπίζει και φωτίζει (διαισθητικά, βιωματικά, γνωσιολογικά και με όποιον άλλο τρόπο τής είναι κάθε φορά ο προσφορότερος) οδούς επικοινωνίας με έργα και δημιουργούς από όλους τους χώρους έκφρασης, ακολουθώντας με σύνεση ή και με δημιουργική αυθαιρεσία πολιτιστικά διασταυρωνόμενες κατευθύνσεις και μεθόδους.

Με μνήμη καθόλου διαπερασμένη, θαμπωμένη από τη συνήθως φορτισμένη συγκινησιακά, συναισθηματικά, νοσταλγία και με εφόδιο όλα όσα της προσέφερε, σε πνευματικό επίπεδο, η εποχή της («οι καθηγητές [της] στο σχολείο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, τα βιβλία – ιδίως το ραδιόφωνο και το βιβλίο»), με καλλιεργημένη σε βάθος μια ιστορική αίσθηση, επιχειρεί αναζωογονητικές του παρόντος καταβυθίσεις στην παιδική της ηλικία. Δεν μπορεί να θυμηθεί τι ήταν εκείνο που την παρακίνησε στο πεδίο της γραφής, μιλάει ωστόσο με απόλυτη βεβαιότητα για την ανεξέλεγκτη και συχνά υποσκαπτική γοητεία που άσκησε επάνω της ο συνειρμός· αυτό το τρένο, όπως λέει, «του οποίου το κάθε βαγόνι είναι φορτωμένο το ένα με μουσικές, το άλλο με ζωγραφιές, το άλλο με κείμενα, με ταξίδια, με βιβλία, με κινηματογράφο, με θέατρο, με συζητήσεις με φίλους…». Γι’ αυτό και σε ό,τι παρατηρεί, βλέπει, διαβάζει adanilή ακούει, σχεδόν ενστικτωδώς, με την άνεση ενός οικοδεσπότη, αναζητεί και βρίσκει αισθητικές και καλλιτεχνικές αντιστοιχίες, καλλιεργώντας μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα –ας μου επιτραπεί η λέξη– «διακαλλιτεχνικότητα», με τα κείμενα να διεμβολίζονται, μάλλον δημιουργικά να διασταυρώνονται με μουσικά ακούσματα, με εικαστικές, αναγνωστικές, θεατρικές και άλλες, πάντα καλλιτεχνικής υφής και αισθητικά τεκμηριωμένες μνήμες.

 

Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα
Ανθούλα Δανιήλ
Εκδόσεις Βακχικόν
376 σελ.
ISBN 978-960-638-115-7
Τιμή €14,84
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο