“Δεξί κίτρινο λουστρίνι”: γράφει η Ιφιγένεια Τέκου


ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το Δεξί κίτρινο λουστρίνι είναι ένα ιστορικό κοινωνικό μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται στην Κάλυμνο, στο Παρίσι και στον γαλλικό νότο και ξεκινά χρονολογικά από το 1934 καλύπτοντας την περίοδο μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από την πορεία των ηρώων μου προσπάθησα να φέρω στο φως την άγνωστη σε πολλούς ιστορία μετανάστευσης ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων των Δωδεκανήσων αλλά και προσφύγων της Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να εργαστούν κάτω από δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες στις αλυκές της περιοχής Καμάργκ στο Δέλτα του Ροδανού. Οι λεπτομέρειες της εγκατάστασής τους, η δύσκολη καθημερινότητα και οι προσδοκίες που τους έτρεφαν με συγκίνησαν και παρόλο που η έρευνα που απαιτήθηκε ήταν δύσκολη και μακρόχρονη μιας και δεν υπήρχε σχετική βιβλιογραφία στην Ελλάδα, ωστόσο άξιζε τον κόπο για όσα μου πρόσφερε.

Οι ήρωές μου ξεκινούν το ταξίδι από την Κάλυμνο σε μια περίοδο κατά την οποία το νησί βρίσκεται υπό ιταλική κατοχή και σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας, ενώ οι άντρες υποχρεώνονται σε μακρινά και πολύμηνα ταξίδια με τα σφουγγαράδικα αφήνοντας πίσω γυναίκες και παιδιά για να συνεχίσουν μετέπειτα στον γαλλικό νότο. Πολλών λογιών τα τέρατα που τους κατατρέχουν και θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν. Το τέρας της φτώχειας και της ανέχειας, το τέρας που έχει το πρόσωπο του Ιταλού και αργότερα του Γερμανού κατακτητή, τα τέρατα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, το τέρας που παίρνει το πρόσωπο μιας μάνας κι ενός πατέρα −πόσο παράδοξο!−, το τέρας της ξενοφοβίας και του ρατσισμού −πόσο διαχρονικό!−, το τέρας της απελπισίας που σαρώνει τις φοβισμένες καρδιές και τέλος… ο άντρας-τέρας και θύμα, που σκορπά τον τρόμο κακοποιώντας μικρά αγόρια. Για το ψυχογράφημα αυτού του τελευταίου, βασίστηκα σε μια φράση που ανέσυρα από κάποιο βιβλίο ψυχολογίας: Το χειρότερο είδος θύματος είναι εκείνο που δημιουργεί ένα άλλο θύμα. Μεγάλη αλήθεια. Απλή και συνάμα σύνθετη, γι’ αυτό και συγκλονιστική.

Υπέμενε ολομόναχος το μαρτύριο νιώθοντας λίγη ανακούφιση επειδή την κρατούσε μακριά από τη φρίκη. Πόσο λάθος είχε κάνει! Η μητέρα του γνώριζε• τα μάτια της το μαρτυρούσαν –μάτια γεμάτα αίμα–, που σαν να ’θελαν να μιλήσουν ή να κλάψουν, και το κορμί της που τρανταζόταν λες και πάλευε να ελευθερωθεί από αόρατες αλυσίδες. Κάτι είχε σαλέψει μέσα του στη γνώση αυτή. Η άγκυρα που τον κρατούσε έσπασε, η θάλασσα αφήνιασε και το μικρό αγόρι άρχισε να μεταμορφώνεται προκειμένου να αντέξει. Το κατάλαβε μερικά χρόνια αργότερα. Για να αντιμετωπίσεις το τέρας, πρέπει να γίνεις εσύ ο ίδιος τέρας. Πιο μεγάλο. Πιο τρομακτικό.

Ως αντίβαρο στον φόβο, στην υποταγή, στο μίσος και σε όλα τα ποταπά συναισθήματα που αναδύονται σε χαλεπούς κι ανθρωποφάγους καιρούς χρησιμοποιώ ένα ζευγάρι κίτρινα λουστρίνια. Αυτά είναι ο βασικός πρωταγωνιστής και μπορώ να πω ότι το κίτρινο χρώμα δεν επιλέχθηκε τυχαία. Ήθελα τα παπούτσια που θα μοιράζονται εναλλάξ οι δύο ηρωίδες μου, η Θεμελίνα και η Χριστίνα, να θυμίζουν το φως που απομακρύνει το σκοτάδι. Όταν οι δρόμοι τους χωρίζουν αναγκαστικά, είναι αυτό το φως που θα τις οδηγήσει ξανά τη μία στην άλλη. Τα κίτρινα λουστρίνια συμβολίζουν όλα όσα έχουν κάποια αξία∙ τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα, την αντίσταση στο κακό, την ελπίδα και την ανθρωπιά… την αρχή που ακολουθεί πάντα ένα τέλος.

Εκείνη τη στιγμή, που το εκτυφλωτικό κίτρινο των παπουτσιών είχε εκμηδενίσει κάθε άλλου είδους σκέψη με συνοχή και λογική, η Θεμελίνα ευχήθηκε να είχε και η δική της μητέρα τέτοια προνόμια κι ας έπρεπε να κυκλοφορεί με χαμηλωμένο το κεφάλι από την ντροπή.

«Θα τα φοράμε μαζί», πρότεινε η Χριστίνα μόλις αντιλήφθηκε τη λαχτάρα της καλύτερής της φίλης. «Μια μέρα εσύ, μια μέρα εγώ. Έτσι κάνουν οι φίλες• μοιράζονται τα πάντα».

Το θέμα του ρατσισμού είναι επίσης διάχυτο σε αρκετές σελίδες του βιβλίου μου καθώς παρακολουθούμε τους ντόπιους στον γαλλικό νότο να κατηγορούν τους μετανάστες ότι τους «κλέβουν» το ψωμί μέσα από το στόμα παίρνοντας τις δουλειές τους. Φυσικά ποιος ανάμεσά τους θα παραδεχόταν ποτέ το αυτονόητο, ότι δηλαδή κανένας Γάλλος δεν θα πήγαινε να εργαστεί στις αλυκές όπου επικρατούσαν ανθυγιεινές συνθήκες και τα αφεντικά απειλούσαν του εργάτες με το λεγόμενο μπατόν.

Επίσης, παρατηρούμε ταυτόχρονα μια γενικότερη αμφισβήτηση του εργασιακού καθεστώτος (1936). Με διαδηλώσεις και απεργίες οι εργάτες των δύο εργοστασίων στο Σαλέν ντε Ζιρό στην Καμάργκ, απαιτούν λιγότερες ώρες εργασίας την εβδομάδα και υψώνουν τη φωνή και το ανάστημά τους μέσω των συνδικάτων επιτυγχάνοντας τη συµφωνία του Matignon που περιλάμβανε αυξήσεις, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, δικαίωµα συνδικαλισµού και εκπροσώπηση του προσωπικού τών επιχειρήσεων.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος με απασχόλησε ως ιστορικό γεγονός κυρίως σε ό,τι αφορά τους Εβραίους∙ τις βίαιες μαζώξεις, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και τα σπίτια φιλοξενίας που φιλοξενούσαν τα εβραιόπουλα προκειμένου να τα προστατεύσουν από τους Ναζί μέχρι να οδηγηθούν με ασφάλεια έξω από τη χώρα.

Ο Ελάιτζα προσπερνούσε με βιασύνη τα στενά προσπαθώντας να μη βλέπει και να μην ακούει όσα εκτυλίσσονταν γύρω του, δεν ήταν όμως εύκολο να τρέχει με το ένα του χέρι πάνω στα μάτια και τα δάχτυλα του άλλου χεριού να ψάχνουν τρόπο ώστε να βουλώσουν ταυτόχρονα και τα δυο αυτιά. Μοιραία υπήρχαν στιγμές σε αυτή τη μικρή διαδρομή που έπρεπε να διανύσει κατά τις οποίες άθελά του παραβίασε τον κανόνα, που ο ίδιος είχε επιβάλλει στον εαυτό του και για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξε και άκουσε τα πάντα. Όλα αλλάζουν όταν γίνεσαι μάρτυρας αποτρόπαιων εικόνων, ειδικά αν είσαι μικρό παιδί και η ψυχή σου είναι ακόμα άψητη και άμαθη στο μίσος.

Όσο για τον έρωτα εν καιρώ πολέμου… αν και σε δεύτερο πλάνο, κάνει αισθητή την παρουσία του στο βιβλίο μου.

Ήταν εκπληκτικό πόσες αισθήσεις είχαν ξυπνήσει μέσα της με ένα φευγαλέο άγγιγμα που είχε κρατήσει μόλις ένα μαγικό δευτερόλεπτο. Όλες οι υπόλοιπες ώρες έκτοτε είχαν αναλωθεί σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επαναδημιουργίας και ανασύνθεσης των ίδιων συνθηκών ώστε να προκληθεί το ίδιο συναίσθημα. Αδύνατον, καθώς έλειπε ο καταλύτης.

Ιφιγένεια Τέκου

Το μυθιστόρημα της Ιφιγένειας Τέκου Δεξί κίτρινο λουστρίνι κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός (σελ.: 448, τιμή: €16,60).
Φωτογραφία εξωφύλλου: © Richard Nixon/Arcangel

Η Ιφιγένεια Τέκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στις όμορφες γειτονιές της Άνω Κυψέλης. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αργότερα πήρε μεταπτυχιακό τίτλο από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως διοικητική υπάλληλος για αρκετά χρόνια σε διάφορες πολυεθνικές εταιρείες, ενώ πλέον κάνει μεταφράσεις και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Το πρώτο της βιβλίο κυκλοφόρησε το 2014 με τίτλο Μνήμες χαμένες στην άμμο (Κέδρος). Την επόμενη χρονιά ακολούθησε το βιβλίο της Αγάπα το ή Παράτα το (Λιβάνης). Από τις Εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν τα βιβλία της Θάλασσες μας Χώρισαν και Να Ονειρευτώ Ξανά. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Το τελευταίο φως και Η μοίρα της Πηνελόπης, καθώς και το βιβλίο της για εφήβους YOLO – Ζεις μονάχα μια φορά.

Μοιράσου το άρθρο:





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο