Διαχείριση ασθενή, υπόπτου ή επιβεβαιωμένου με COVID-19  σε χώρο ΠΦΥ- Κέντρα Υγείας – Επιστήμη & Ζωή – Ειδήσεις

[ad_1]

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία, συνεχίζοντας την ενημέρωση για την διαχείριση ασθενή, επιβεβαιωμένου ή/και υπόπτου με COVID-19, συνέταξε ενδεικτικές οδηγίες για τους χώρους Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ)-Κέντρα Υγείας, επισημαίνοντας ότι σέβεται πλήρως την γνώμη των ιατρών που διαχειρίζονται τα περιστατικά.

Οι οδηγίες της ΕΠΕ περιλαμβάνουν μέτρα ατομικής προστασίας, μέτρα προστασίας των χώρων διαλογής περιστατικών καθώς και διαχείρισης ύποπτου κρούσματος, επαφών θετικού κρούσματος και επιβεβαιωμένου κρούσματος. Μεταξύ άλλων, επισημαίνονται  η τήρηση αποστάσεων, η χρήση αντισηπτικών και ατομικού εξοπλισμού προστασίας για την διαχείριση των ύποπτων κρουσμάτων (όπως μάσκες προστασίας, γάντια μιας χρήσης).

Συστήνεται επίσης, στους χώρους διαλογής περιστατικών η πραγματοποίηση της εξέτασης με τουλάχιστον 15 λεπτά διάλειμμα μεταξύ των ασθενών και ο αερισμός του χώρου εξέτασης, με ταυτόχρονη απολύμανση επιφανειών. Για περιστατικά που χρήζουν εξέτασης και διερεύνησης, θα πρέπει να οδηγούνται στα ειδικά Ιατρεία Covid-19, εντός του Κέντρου Υγείας που στελεχώνεται από Ιατρό και Νοσηλεύτρια.

Αναφορικά με την διαχείριση των ύποπτων κρουσμάτων, η προσέγγιση περιλαμβάνει α) αναγνώριση και εκτίμηση και β) στον ορισμό στενής επαφής με θετικό κρούσμα-αξιολόγηση κινδύνου μόλυνσης. Στο πρώτο στάδιο, λαμβάνονται υπόψιν τα συμπτώματα, η χρονική αλληλουχία των συμπτωμάτων και γίνεται συσχέτιση με την προϋπάρχουσα παρόξυνση νόσου. Σε υποψία γρίπης, συνίσταται διενέργεια μοριακής (PCR) ή αντιγονικής (rapid test) ανίχνευσης του ιού της γρίπης παράλληλα με τον έλεγχο για SARS -CοV2. Θεωρείται απαραίτητη η ιχνηλάτηση των περιστατικών που ήρθαν σε στενή επαφή με θετικό κρούσμα, 48 ώρες πριν έως 10 ημέρες μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων. Ως στενές επαφές προσδιορίζεται κάθε επαφή με υψηλό κίνδυνο μετάδοσης της νόσου και εξαρτάται από την χρήση μάσκας, τον συγχρωτισμό (απόσταση μεταξύ των ατόμων), τον αερισμό του χώρου και από τη χρονική διάρκεια έκθεσης.

Αναφορικά με τη διαχείριση των επαφών θετικού κρούσματος, συνιστάται η εφαρμογή απομόνωσης στις στενές επαφές για 10 ημέρες σε ασυμπτωματικά ή ηπίως συμπτωματικά κρούσματα και 20 ημέρες για ανοσοανεπαρκείς ασθενείς ανεξαρτήτου βαρύτητας κλινικής εικόνας, από την τελευταία επαφή με το επιβεβαιωμένο κρούσμα σε κατ’ οίκον περιορισμό. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της απομόνωσης οι ασθενείς που ήρθαν σε επαφή με θετικό κρούσμα εμφανίσουν συμπτώματα συνιστάται έλεγχος με δοκιμασία μοριακής (PCR) ή αντιγονικής (rapid test) ανίχνευσης του ιού και ακολουθείται το πρωτόκολλο του ΕΟΔΥ για τα επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19.

Για τη διαχείριση επιβεβαιωμένου κρούσματος, κρίνεται απαραίτητη α) δήλωση στο Εθνικό Μητρώο Ασθενών με COVID-19 και β) η αξιολόγηση βαρύτητας. Τα επιβεβαιωμένα κρούσματα, διακρίνονται σε ήπιου, ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου, βάσει της κλινικής εκτίμησης από τα κέντρα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αναφοράς για COVID-19. Για τα κρούσματα χαμηλού κινδύνου, συνιστάται η ακτινογραφία θώρακος και εργαστηριακού ελέγχου (που να περιλαμβάνει γενική αίματος, έλεγχο ηπατικής και νεφρικής βιοχημείας και CRP), ενώ κρίνεται επιβεβλημένη η παραμονή κατ’ οίκον και η παρακολούθηση των συμπτωμάτων με τηλεφωνική επικοινωνία με τον θεράποντα ή οικογενειακό ιατρό ή νοσηλευτή ανά 24-48 ώρες. Η χορήγηση εμπειρικής αντιβιοτικής ή προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής κατ’ οίκον έγκειται στην κρίση του εκάστοτε θεράποντος ιατρού και εξατομικεύεται με βάση το περιστατικό. Σε περίπτωση μη ύφεσης του εμπυρέτου, μετά από εύλογο χρονικό διάστημα, συνιστάται η επανεξέταση του ασθενούς στο Κ.Υ. Από την πλευρά του ο ασθενής οφείλει να λάβει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για την μείωση του κινδύνου μετάδοσης της νόσου (χρήση μάσκας, πλύσιμο χεριών, αποφυγή συγχρωτισμού).

Για τα κρούσματα ενδιάμεσου κινδύνου,  συστήνεται κλινική εκτίμηση από τα κέντρα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αναφοράς για COVID-19. Επίσης η διενέργεια  ακτινογραφίας θώρακος και εργαστηριακού ελέγχου, (που να περιλαμβάνει γενική αίματος, έλεγχο ηπατικής και νεφρικής βιοχημείας και CRP). Τέλος, για τα κρούσματα υψηλού κινδύνου, είναι αναγκαία η άμεση παραπομπή/διακομιδή στο νοσοκομείο.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, κ. Στέλιος Λουκίδης, καθηγητής ΕΚΠΑ τόνισε «Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία, στηρίζει το δύσκολο έργο όλων των ειδικοτήτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κατά της CΟVID-19 και θέλοντας να ενισχύσει την προσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού δυναμικού στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας -Κέντρα Υγείας  στην αποτελεσματική διαχείριση της νόσου, συνεχίζει την ενημέρωση. Η συνεχής ενημέρωση και η συνεργασία όλων των ειδικοτήτων, αποτελούν σημαντικά εφόδια στη μάχη κατά του SΑRS-CoV2». 

Αναλυτικά οι οδηγίες της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας για διαχείριση ασθενούς, επιβεβαιωμένου ή υπόπτου με COVID-19 σε χώρο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας-Κέντρα Υγείας, στην ηλεκτρονική σελίδα της EΠΕ.

Για την κατάρτιση των Οδηγιών συνεργάστηκαν:

ΔΣ ΕΠΕ

Συντονισμός : ΑργύριοςΤζουβελέκης Αν. Καθηγητής Πνευμονολογίας Ιατρικής σχολής Πατρών Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίο

Ομάδα Εργασίας Αδαμαντία Λιαπίκου Πνευμονολόγος Δντρια ΕΣΥ ΝΝΘΑ η Σωτηρία, Σοφία Γιδά  Πνευμονολόγος Επιμελήτρια Β`  ΕΣΥ Νοσοκομείο Τρικάλων, Σωτήριος Ρίζος Δντης ΕΣΥ ΚΥ Πειραιά,  Γεράσιμος Απολλωνάτος Πνευμονολόγος 2ο ΚΥ Περιστερίου – Ελεύθερος Επαγγελματίας.

Ομάδα Εργασίας κριτικής αναθεώρησης: Κωνσταντίνος Κωστίκας Αν Καθηγητής Πνευμονολογίας Ιατρικής σχολής Ιωαννίνων, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, Αναστάσιος Τσάτσος  Πνευμονολόγος Δντης ΕΣΥ ΤΙ Νέας Σμύρνης/ΚΥ Καλλιθέας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Σύνδεσμοι διαφημιζομένων



[ad_2]

Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο