Ελένη Λιντζαροπούλου: «Άδηλον τραύμα»



Το Άδηλον τραύμα είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή της Ελένης Λιντζαροπούλου. Ανάμεσα σ’ αυτήν και την προηγούμενη, την Αναιδή σκιά (Αρμός, 2017), η ποιήτρια δημοσίευσε μια μικρή σειρά ποιητικών πεζών με τον τίτλο Κείμενα μικρά, σχεδόν ανήλικα (Αρμός, 2019) και ολοκλήρωσε τη μεταπτυχιακή μελέτη της για την Ελένη Λαδιά, ενώ τα μελετήματά της για τη συγγραφέα κυκλοφόρησαν πολύ πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2020, σε έναν καλαίσθητο τόμο με τίτλο Η Φέγγουσα κόρη (Αρμός). Αν προσθέσουμε και τη συλλογή ποιημάτων για παιδιά, Γλωσσολύτες, 20+1 παιζωποιήματα (Εύμαρος, 2020), που η έκδοσή της ήταν από καιρό προγραμματισμένη αλλά απλώς καθυστέρησε, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για μια ιδιαίτερα γόνιμη περίοδο της ποιήτριας και αυτή η δημιουργική δύναμη φαίνεται και στην υπό συζήτηση συλλογή.

Στο Άδηλον τραύμα θα βρούμε ξανά τα θέματα που απασχολούν την ποιήτρια και στις προηγούμενες συλλογές της: ο έρωτας, ο χρόνος, η μνήμη, το σώμα, η βαθιά θρησκευτική πίστη, η απουσία. Όπως και στην προηγούμενη ποιητική δουλειά της, θα δούμε έντονο το γυναικείο στοιχείο – η ποίηση της Λιντζαροπούλου είναι βαθύτατα και συνειδητά γυναικεία ποίηση, το ποιητικό υποκείμενο (είτε ταυτίζεται με την ποιήτρια είτε όχι) εκφέρει έναν λόγο διαποτισμένο από τα ιδιαίτερα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας στον κόσμο: το σώμα ως γονιμική δύναμη, ο δυνατός και γήινος ερωτισμός, η μητρότητα, η δυναμική απαίτηση, η επιθυμία, η ενεργητική ύπαρξη, που δεν προσδιορίζεται από τον άντρα, μα και η σχέση μιας γυναίκας χοϊκής, ζώσας, μιας διάπυρης υλικής παρουσίας, επιθυμούσας, επιθυμητικής και απαιτητικής, η σχέση μιας τέτοιας γυναίκας με τον Θεό, μια πίστη στέρεη, μαχητική αλλά ποτέ ησυχαστική και τελειωμένη. Το σύμπαν της Λιντζαροπούλου είναι βαθύτατα ερωτικό, με την πιο πλατιά σημασία που μπορεί να πάρει ο έρωτας, που στην ποίησή της είναι μια δύναμη σαρωτική που γκρεμίζει και χτίζει, δημιουργεί, συνέχει, ειρηνεύει και ανατρέπει.

Αν στον Πίθο των γυναικών (Εκδόσεις των Φίλων, 2013) η Λιντζαροπούλου χρησιμοποιεί πρόσωπα από την αρχαιοελληνική μυθολογία ή τη Βίβλο για να ψάξει τη γυναικεία φύση, εδώ υπάρχει η αμεσότητα του α’ προσώπου που αναλαμβάνει την ευθύνη των καταβάσεων και των εξομολογήσεων. Ας δούμε ένα παράδειγμα στο ποίημα «Μεταμόρφωση», όπου υπάρχει η αναφορά στην Κίρκη, αλλά μόνο ως συγκριτικό στοιχείο με τον έρωτα που προσφέρει η γυναίκα, έναν έρωτα που δεν υποτιμά τον σύντροφο με την υποταγή σ’ αυτόν, στον άντρα, αλλά ανασύρει τον άντρα από το ζωώδες ένστικτο και τον ανεβάζει στην επικίνδυνη ανθρωπινότητα:

Φοβάσαι; Σε καταλαβαίνω
Όμως καμία σχέση δεν έχω εγώ με την σαγήνη της Κίρκης
Εγώ μπορώ να διαισθανθώ την λαχτάρα σου
Και να μου αποκαλυφθείς
Μπορώ ακόμα να σου αποκαλυφθώ κι εγώ
Ή να μείνουμε μετέωροι
Δεν είμαι καθρέφτης, γυναίκα είμαι
Δεν θα σε προδώσω
Όμως έχεις δίκιο να φοβάσαι
Έχω πάντα την δύναμη να σε μεταμορφώσω
Όχι σε χοίρο φυσικά
Μα σε κάτι πιο επικίνδυνο

Στη συλλογή αυτή εμφανίζεται σαφέστερα και σε μεγαλύτερη έκταση από τις προηγούμενες δουλειές της μια σημαντική πλευρά της ποίησης της Λιντζαροπούλου: η πολιτική. Σε αρκετά ποιήματα αναδύονται πολιτικές θέσεις, μια κοσμοθεωρία, μια πολιτική στάση. Δυο έννοιες φαίνεται να την απασχολούν ιδιαίτερα, δυο έννοιες που στην ποίησή της παρουσιάζουν μεγάλη συνάφεια, η πατρίδα και η ιστορική συνέχεια.

 Σ’ έναν κόσμο γεμάτο από προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα, χάνουμε την ουσία που θα μπορούσαμε να δούμε πραγματικά αν αφήναμε τις λέξεις να μας μιλήσουν.

Η ποιήτρια ξέρει καλά την ανθρώπινη ψυχή, τα σκοτεινά μονοπάτια, τις δολιχοδρομίες, τους φόβους που σκοτεινιάζουν την ορθή κρίση, τις δυσκολίες του ανθρώπου να διαλέξει με γνώμονα το δέον. Ξέρει πως ο άνθρωπος κρύβεται από τον εαυτό του. Ο άνθρωπος της Λιντζαροπούλου δεν είναι μια αφηρημένη πραγματικότητα, έξω από τόπο και χρόνο. Είναι ένα ον ιστορικό που καθορίζεται από την ιστορική και πολιτική παράδοση, από τα αιτήματα των καιρών. Ξέρει πως όσοι πόνεσαν, όσοι αδικήθηκαν δεν καθαίρονται. Η έννοια της πατρίδας για την ποιήτρια έχει ενδιαφέρουσες αποχρώσεις. Ας δούμε πώς διαμορφώνεται σε δυο ποιήματα, τα οποία αποτελούν μέρος μιας διακριτής ενότητας, «Τέσσερις δαιμονικές παρακλήσεις», και –διόλου τυχαία– το ένα ακολουθεί το άλλο: «Του Τρίτωνος» και «Πέτρες Σωρό» (σσ. 45 και 46 αντίστοιχα). Και στα δύο η έννοια της πατρίδας διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη, προσωπική και ιστορική. Στο πρώτο, που χρησιμοποιεί ως υλικό τον δαίμονα Τρίτωνα, όπως όμως παρουσιάζεται στην αργοναυτική παράδοση, το ποιητικό υποκείμενο έχει ως μόνη του περιουσία τη μνήμη. Με τη μορφή ενός σβόλου χώματος, η μνήμη προσφέρεται για να γίνει γέφυρα που θα ικανοποιήσει το δύσκολο αίτημα μιας διανοητικής νέκυιας, εκεί όπου ο άνθρωπος θα συναντήσει τους νεκρούς –τους δικούς του νεκρούς και τους νεκρούς της ιστορίας, θα συνδεθεί μαζί τους ώστε να συντηρηθεί η πολύτιμη ιστορική μνήμη που δίνει ταυτότητα–, είμαστε κρίκος μιας μεγάλης αλυσίδας χωρίς την οποία η ύπαρξη και η ταυτότητά μας πάσχουν. Αυτοί οι νεκροί είναι η πατρίδα της ποιήτριας – τα σύμβολα της μυθολογίας, οι επώνυμοι πρωταγωνιστές, οι ανώνυμοι της καθημερινότητας των αιώνων, οι αγαπημένοι οικείοι. Ο χώρος της πατρίδας είναι ο χώρος της μνήμης και της ιστορίας.

Στο επόμενο («Πέτρες Σωρό») απευθύνεται στην πατρίδα ως ζώσα οντότητα, εξ ου και το κεφαλαίο. Την εγκαλεί γιατί επέτρεψε να χαθεί η μνήμη, να αποχυμωθούν οι στιγμές των εξάρσεων που συνέχουν μια κοινωνία είτε ως παραδείγματα μίμησης είτε ως παραδείγματα προς αποφυγή. Για την ποιήτρια, το θέμα είναι πώς χάνεται η σημασία των ουσιωδών πραγμάτων, κυριαρχεί η άγνοια και η αδιαφορία. Είμαστε ανεύθυνοι όμως για όλ’ αυτά; Για τη Λιντζαροπούλου, η απάντηση είναι αρνητική. Στο ποίημα «Της Πυθίας» (σ.48) θα δούμε να έρχεται εμφατικά η έννοια της ευθύνης. Με σεφερικές υφολογικές αναφορές, το ποίημα είναι γραμμένο σε α’ πληθυντικό ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την προσωπική εμπλοκή του καθενός μας και την υπευθυνότητά του ως προς τα τεκταινόμενα. Έχουμε επιλογές. Σε ό,τι επιλέξουμε φέρουμε την ευθύνη:

Σταθήκαμε κατάκοποι εκεί που μας οδηγούσαν οι τυφλοί
Μυαλό δεν βάλαμε
Στείρο κεφάλι μου που χτυπιέσαι στους αρχαίους τοίχους
μάταια τώρα
Που ξεσπαθώνεις πάνω στης ιστορίας την ανώφελη ψείρα
Πες τον χρησμό σου, πες τον

Αξίζει να σταθούμε στη φράση «στης ιστορίας την ανώφελη ψείρα». Είναι άραγε μια αντίφαση με όσα είδαμε παραπάνω; Υποτιμά την ιστορία; Όχι, είναι η ιδεολογική χρήση της ιστορίας με την οποία διαφωνεί η ποιήτρια, με τα ιστορικά ψεύδη που εμποδίζουν τους λαούς να βάλουν στις πρέπουσες διαστάσεις τον εαυτό τους στον κόσμο και τον ρόλο τους στην ιστορία, το θάμπωμα των εννοιών, την ιστορική αλλοτρίωση, όπως δείχνει και στο ποίημα «Άλαστον Πένθος» (σ.83), όταν οι μάνες που έχασαν παιδιά στον πόλεμο, την ώρα που σιδερώνουν τις σημαίες αναρωτιούνται: Αν ο βωμός εκείνος ήταν ιερός/ Ή αν όλα είναι ένα παιχνίδι από καιρό στημένο.

Συνέχεια αυτής της σκέψης και πιο ολοκληρωμένη μορφή της βρίσκουμε στο ποίημα «Ιστορία» (σ.85). Γραμμένο το πιθανότερο για το παλαιστινιακό ζήτημα, μολονότι δεν αναφέρει πουθενά συγκεκριμένο έναυσμα, η Λιντζαροπούλου εξομολογείται πως αγαπά τους βασανισμένους λαούς, αλλά απορεί πώς γίνεται οι διωκόμενοι να γίνονται διώκτες, πώς οι βασανισμένοι γίνονται βασανιστές. Αυτό της φαίνεται ως κατάλυση της ελευθερίας που προσπάθησαν οι νυν διώκτες να αποκτήσουν όντας διωκόμενοι. Αυτή η μετατροπή του θύματος σε θύτη, ο ενστερνισμός της ιδεολογίας του θύτη που είναι επίσης ως ένα σημείο απώλεια της ιστορικής μνήμης ή καλύτερα επιλεκτική, εγωιστική μνήμη και προφανώς πρόφαση για την αδικία που επιτελούν, είναι για την ποιήτρια βασικός λόγος που ο κόσμος δεν αλλάζει. Και φυσικά η παρατήρησή της έχει πολιτικές εφαρμογές, αμνήμονες είναι και πολιτικοί χώροι που άφησαν τα οράματά τους να κατολισθήσουν και να στερήσουν την ελπίδα.

Για να κλείσουμε αυτήν την πολύ σύντομη παρουσίαση της πολιτικής διάστασης του Αδήλου τραύματος, θα σταθούμε στο ποίημα «Χωρισμός Κράτους Εκκλησίας», όπου εκφέρεται πραγματικά άποψη για το θέμα που ορίζει ο τίτλος. Για την ποιήτρια, το δίλημμα είναι ψευδές. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο από προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα, χάνουμε την ουσία που θα μπορούσαμε να δούμε πραγματικά ellintzaαν αφήναμε τις λέξεις να μας μιλήσουν. Η Λιντζαροπούλου φαίνεται να θεωρεί πως η λύση, για την οποία χρειάζεται τόλμη και υπέρβαση των φόβων και των εμμονών, βρίσκεται σε μια βαθιά σχέση, μια σχέση ερωτική του ανθρώπου με τον Θεό και τον άλλον άνθρωπο. Η Εκκλησία της έχει τη δύναμη της σχέσης, είναι η οικουμενική πατρίδα (όπως φαίνεται ωραία στο ποίημα «Ιερουσαλήμ»), αλλά για να υπάρξει θα πρέπει να υπερβούμε τις μικρότητες, τους εγωισμούς, τα συμφέροντα. Τότε μόνο, μέσα στην περιδίνηση του έρωτα για τον Θεό, μπορεί ο πιστός να βρει τη χαρά και το ιερό, να τοποθετηθούν σε σωστές βάσεις οι σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής διάστασης των ανθρώπων και να βρει η Εκκλησία τον μόνο πραγματικό της ρόλο, τον πνευματικό.

 

Άδηλον τραύμα
Ελένη Λιντζαροπούλου
Αρμός
112 σελ.
ISBN 978-960-615-187-3
Τιμή €11,00
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο