Ενας χρόνος Νίκα στην Περιφέρεια



Η δράση και οι προοπτικές συμπολίτευσης και αντιπολιτεύσεως

Ενα χρόνο μετά τη νίκη του Παναγιώτη Νίκα στις περσινές περιφερειακές εκλογές του Ιουνίου, η νέα περιφερειακή αρχή δείχνει ότι επιχειρεί να επαναλάβει το μακροχρόνιο πέρασμα του επικεφαλής της από το Δήμο Καλαμάτας – οπότε επικεντρώνεται κυρίως στο στόχο της εδραίωσής της, αφήνοντας για τις επόμενες γενιές την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που θα οδηγήσουν την Πελοπόννησο στο δρόμο της ανάπτυξης. Από την επομένη των εκλογών μέχρι σήμερα, στο πολιτικό προσκήνιο και κυρίως στο παρασκήνιο μαίνεται ο πόλεμος μεταξύ των παρατάξεων του Παναγιώτη Νίκα και του Πέτρου Τατούλη, για τον έλεγχο των πελατειακών δικτύων που θα εξασφαλίσουν την εκλογική νίκη στην επόμενη αναμέτρηση.
Ο νυν περιφερειάρχης Παναγιώτης Νίκας, εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα διανομής των πόρων που του παρέχει η θέση του, αποσπά δίκτυα υποστήριξης (δήμους, συλλόγους, φορείς, μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνεταιρισμούς κ.λπ.) από τον προκάτοχό του Πέτρο Τατούλη. Ετσι εδραιώνει τη θέση του, θέτοντας τις βάσεις για άνετη επικράτηση της παράταξής του στις επόμενες εκλογές. Στον αντίποδα ο κ. Τατούλης χάνει καθημερινώς έδαφος, και μόνο στην Αρκαδία διατηρεί ουσιαστικούς θύλακες υποστήριξης, οι οποίοι μπορούν να του διασφαλίσουν την πολιτική επιβίωση της οικογένειάς του αν και εφόσον βεβαίως βρεθεί κομματικό κέλυφος για τις φιλοδοξίες της.
Οι υπόλοιπες παρατάξεις, με ευκαιριακές συμμαχίες, επιχειρούν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη προωθώντας κυρίως τις διεκδικήσεις διαφόρων ομάδων πίεσης. Ειδικά όμως η παράταξη των “Νέων Δρόμων” του Γιώργου Δέδε, που στηρίχτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, συνθλίβεται ανάμεσα στις συμπληγάδες των “αστικών” και των αντισυστημικών παρατάξεων του Περιφερειακού Συμβουλίου Πελοποννήσου.

ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΑΤΟΥΛΗ

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή, υπενθυμίζοντας ότι ο νυν περιφερειάρχης Παναγιώτης Νίκας νίκησε με μεγάλη δυσκολία στις περσινές εκλογές, εκμεταλλευόμενος κυρίως το κύμα ανόδου της Νέας Δημοκρατίας και τη στήριξη του προέδρου της Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο αντίπαλός του, Πέτρος Τατούλης, τα εννέα χρόνια που διοίκησε την Πελοπόννησο λειτουργώντας ως κυβερνήτης είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα μεγάλο δίκτυο πελατειακών σχέσεων, με βασικούς κόμβους τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία λιβάνιζαν το έργο του, τους δήμους που ζητούσαν περιφερειακή χρηματοδότηση για έργα, της τοπικής εκκλησίας για τους ενοριακούς ναούς που ανακαινίζονταν με χρήματα των φορολογούμενων, και φυσικά τους πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους που διψούν για δημόσιο χρήμα. Το “σύστημα Τατούλη” ήταν κυρίαρχο σε όλες τις Περιφερειακές Ενότητες, αλλά κυρίως στην έδρα της Περιφέρειας στην Τρίπολη. Ενας άπειρος πολιτικός δύσκολα θα αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πανίσχυρο σύστημα. Ομως ο κ. Νίκας δεν είναι ένας άπειρος πολιτικός. Είναι ένας έμπειρος πολιτικός που μεταξύ άλλων κατέφερε να αλλάξει πολιτική σελίδα στο Δήμο Καλαμάτας, όπου κυριαρχούσε πολιτικά η Αριστερά από την εποχή της παντοδυναμίας του Σταύρου Μπένου.
Με μεθοδικό τρόπο ο κ. Νίκας στο Δήμο Καλαμάτας πήρε με το μέρος του τους βασικούς συνεργάτες των πρώην δημάρχων Σταύρου Μπένου, Χρήστου Μαλαπάνη και Γιώργου Κουτσούλη. Από τη στιγμή που κατάφερε να ελέγξει πλήρως τον διοικητικό μηχανισμό του δήμου, άνοιξε ο δρόμος και για τον έλεγχο κοινοτήτων, φορέων και συλλόγων. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας ο κ. Νίκας δεν δίστασε να συγκρουστεί και με πρόσωπα-σύμβολα όπως η πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, Βίκυ Μαραγκοπούλου, που ουσιαστικά ήταν η δημιουργός του θεσμού. Ρισκάροντας επίσης την υστεροφημία του δεν δίστασε να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας να ακυρωθεί το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο που είχε ψηφίσει η παράταξή του, επειδή έθιγε τα πελατειακά συμφέροντα στις τοπικές κοινότητες. Από εκεί και πέρα ο κ. Νίκας αποδείχθηκε εξαιρετικός ακροβάτης στο σκοινί της πολιτικής ισορροπίας, διατηρώντας καλές σχέσεις (τουλάχιστον στο προσκήνιο) με όλες τις κυβερνήσεις και όλα τα κόμματα, από την Ακρα Δεξιά έως την Ακρα Αριστερά. Στον τομέα της επικοινωνίας δε, αποδείχτηκε καλύτερος από τον “δάσκαλό του” πρώην νομάρχη Μεσσηνίας Δημήτρη Δράκο, ταΐζοντας τον πεινασμένο για ειδήσεις Τύπο με δεκάδες πληροφορίες, ανακοινώσεις και φωτογραφίες, έτσι ώστε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να μην έχουν πολύ χρόνο και χώρο για να του ασκήσουν κριτική.
Την ίδια επιτυχημένη συνταγή του Δήμου Καλαμάτας εφαρμόζει ο κ. Νίκας και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, από την πρώτη μέρα που εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη. Με δεδομένο ότι δεν τίθεται καν σύγκριση ανάμεσα στα πολιτικά μεγέθη του Σταύρου Μπένου και του Πέτρου Τατούλη, εκτιμώ ότι η αλλαγή σελίδας στην Περιφέρεια θα γίνει ακόμα γρηγορότερα και με μεγαλύτερη ευκολία. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο κ. Νίκας μπορεί να βασίζεται όχι μόνο στον μηχανισμό της Περιφέρειας, αλλά και στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ενώ ο κ. Τατούλης (όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια) δεν έχει κομματικά ερείσματα.
Από εκεί και πέρα είναι βέβαια νωρίς για να εκτιμήσουμε αν ο κ. Νίκας θα είναι ξανά υποψήφιος περιφερειάρχης Πελοποννήσου μετά από 3 χρόνια ή αν θα ολοκληρώσει την πολιτική του καριέρα παραδίδοντας το ψηφοδέλτιο σε έναν εκπρόσωπο των νεότερων γενιών. Και είναι νωρίς γιατί κανένας δεν μπορεί να προβλέψει ούτε καν τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις του κορονοϊού. Ετσι κι αλλιώς η απόφαση του κ. Νίκα θα εξαρτηθεί κυρίως από τον κομματικό συσχετισμό δυνάμεων και την ταυτότητα των ανθυποψηφίων περιφερειαρχών, που θα γίνει γνωστή λίγους μόλις μήνες πριν από την εκλογική αναμέτρηση του 2023.
Σε κάθε περίπτωση ο κ. Νίκας θέλει να ολοκληρώσει έναν σημαντικό αριθμό έργων υποδομής, αλλά κυρίως να έχει μπει το νερό στο αυλάκι της μεταλιγνιτικής Μεγαλόπολης. Η θητεία του όμως θα κριθεί κυρίως από την πορεία του τουρισμού στην Πελοπόννησο: Αν ο κορονοϊός δεν αφήσει πολύ βαθιές πληγές και γίνει σύντομα επανεκκίνηση του τουρισμού, ο κ. Νίκας θα πιστωθεί (δικαίως ή αδίκως δεν έχει καμία σημασία) την οικονομική μεγέθυνση. Αντιθέτως, αν η πανδημία καταστρέψει το τουριστικό προϊόν, η Περιφέρεια θα χρεωθεί πολλά “λουκέτα” και μάλλον δύσκολα η παράταξη Νίκα θα μπορέσει να πάει με δικό της αφήγημα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Στο απέναντι στρατόπεδο ο πρώην περιφερειάρχης και επικεφαλής της παράταξης “Νέα Πελοπόννησος”, Πέτρος Τατούλης, δεν αγωνιά μόνο για το δικό του πολιτικό μέλλον ή την υστεροφημία του, αλλά και για την πολιτική πορεία της κόρης του Εύης που κινδυνεύει να σταματήσει πριν καλά καλά ξεκινήσει. Το πολιτικό μέλλον της οικογένειας Τατούλη κινδυνεύει επειδή ο πρώην περιφερειάρχης εκτίμησε λάθος το 2018 τον κομματικό συσχετισμό δυνάμεων, πιστεύοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να κυβερνά για μια ακόμα τετραετία μετά τις εκλογές του 2019. Ακόμα και όταν το 2019 οι δημοσκοπήσεις προδιέγραφαν την άνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία, ο κ. Τατούλης πίστευε αφενός ότι είναι αναστρέψιμο το αποτέλεσμα και αφετέρου ότι δύσκολα θα έχανε ο ίδιος στις περιφερειακές εκλογές. Γι’ αυτό χρειάστηκε να περάσουν πολλοί μήνες μετά την εκλογική του ήττα πέρσι το Ιούνιο, για να συνειδητοποιήσει το αποτέλεσμα – και κυρίως τις επιπτώσεις του στην περιφερειακή του παράταξη και στο πολιτικό μέλλον της οικογένειάς του.
Προκαλώντας θόρυβο με συνεχείς καταγγελίες, ο κ. Τατούλης προσπάθησε να διατηρήσει όρθιο τον μηχανισμό που είχε δημιουργήσει τα χρόνια που διοικούσε την Πελοπόννησο. Σιγά σιγά όμως το “παλαιό καθεστώς” καταρρέει καθώς δεν έχει χρήματα ή κομματικό μηχανισμό να το διατηρήσει ζωντανό. Η νυν περιφερειακή αρχή, κατανέμοντας τους πόρους, και τα κόμματα, γυρνώντας την πλάτη στα στελέχη του κ. Τατούλη, οδηγούν τη “Νέα Πελοπόννησο” στην απομόνωση και στην παρακμή. Ειδικά η Νέα Δημοκρατία, αντιδρώντας στις διαρκείς επιθέσεις Τατούλη σε Μητσοτάκη – Σαμαρά – Καραμανλή, δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί όσους δεν του γυρνούν την πλάτη. Το μήνυμα έχει φτάσει μέχρι το τελευταίο χωριό, και γι’ αυτό τοπικοί παράγοντες που στο παρελθόν υμνούσαν τον Πέτρο Τατούλη τον εγκαταλείπουν ακολουθώντας τη γαλάζια κομματική γραμμή. Ο κ. Τατούλης πλέον διατηρεί σταθερά ερείσματα μόνο στην Αρκαδία, και πριν τα χάσει θα επιχειρήσει να τα εκμεταλλευτεί για να διασφαλίσει το πολιτικό μέλλον της οικογένειάς του.
Πρώτα από όλα όμως ο κ. Τατούλης θα πρέπει να αποφασίσει αν θα παραδώσει το δαχτυλίδι στην κόρη του Εύη ή αν θα συνεχίσει την δική του πολιτική πορεία. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν θα ξαναείναι υποψήφιος περιφερειάρχης, ρισκάροντας μια σύγκρουση με όλα τα κόμματα, ή αν θα ρίξει γέφυρες προς τον ΣΥΡΙΖΑ ζητώντας στήριξη με αντάλλαγμα ψήφους στην Αρκαδία. Αν και είναι πρόωρη η συζήτηση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ πολλά στελέχη δεν θέλουν ούτε να ακούν το όνομα του Πέτρου Τατούλη – και γι’ αυτό κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι μια εκλογική συνεργασία.

ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΤΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΔΕΣ

Ο ΣΥΡΙΖΑ πάντως, αν θέλει να μετεξελιχθεί σε μαζικό κόμμα, θα πρέπει μεταξύ άλλων να εστιάσει στην αδυναμία της περιφερειακής παράταξης “Νέοι Δρόμοι” να εκφράσουν την τοπική κοινωνία και τους συλλογικούς φορείς. Ο επικεφαλής της Γιώργος Δέδες και οι περιφερειακοί σύμβουλοι βρίσκονται διαρκώς ένα βήμα πίσω, όχι μόνο από τις παρατάξεις του νυν και του πρώην περιφερειάρχη, αλλά και από τις παρατάξεις της Αριστεράς που εκμεταλλεύονται τον κομματικό τους μηχανισμό για να καταθέσουν ερωτήσεις με μεγαλύτερο ακροατήριο.
Ουσιαστικά οι “Νέοι Δρόμοι” έχουν ρίξει λευκή πετσέτα στον πόλεμο για τον έλεγχο των πελατειακών δικτύων, και καθώς το πολιτικό τους αφήγημα δεν παρουσιάζει ουσιαστικές διαφορές από αυτό των αντιπάλων, μάλλον θα ξεκινήσουν από δυσμενή θέση στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Ετσι κι αλλιώς το αφήγημα για τον… “νεοφιλελευθερισμό” αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο κάθε φορά που ο περιφερειάρχης Παναγιώτης Νίκας μιλάει για ενίσχυση του κράτους στη μετά κορονοϊό εποχή. Οπως αναλύσαμε νωρίτερα, ο κ. Νίκας στο Δήμο Καλαμάτας δεν είχε πρόβλημα να αποδομήσει το αφήγημα του ισχυρού ΠΑΣΟΚ. Αν ο Γ. Δέδες πιστεύει ότι ο Π. Νίκας θα δυσκολευτεί να ενσωματώσει το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ στο δικό του σχέδιο, πολύ σύντομα θα βρεθεί προ δυσάρεστων δημοσκοπικών ευρημάτων.

ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ

Οι μικρότερες παρατάξεις του Περιφερειακού Συμβουλίου, αν και έχουν αξιοσημείωτη παρουσία, δεν μπορούν να διευρύνουν ούτε την πολιτική τους επιρροή ούτε το ακροατήριό τους. Στην κορυφή της πυραμίδας που απεικονίζει την αναντιστοιχία προσπάθειας – αποτελέσματος βρίσκεται αναμφισβήτητα ο επικεφαλής της “Λαϊκής Συσπείρωσης” Νίκος Γόντικας. Η αποτελεσματικότητα της “Λαϊκής Συσπείρωσης” στην Πελοπόννησο θα έπειθε οποιονδήποτε -πλην του ΚΚΕ- ότι δεν φταίει ο λυράρης που δεν έχει κοινό, αλλά τα τραγούδια του. Επειδή όμως η πολιτική του ΚΚΕ δεν πρόκειται φυσικά να αναθεωρηθεί επειδή δεν ανεβαίνουν τα εκλογικά ποσοστά της “Λαϊκής Συσπείρωσης” στην Πελοπόννησο, το κόμμα και η παράταξη μάλλον θα πρέπει να αισθάνονται δικαιωμένοι επειδή κυριαρχούν στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς.
Από εκεί και πέρα, η επιστροφή του Θανάση Πετράκου στα έδρανα του Περιφερειακού Συμβουλίου με την “Αγωνιστική Συνεργασία” δεν μπορεί να κρύψει την αδυναμία ανανέωσης του πολιτικού χώρου που εκφράζει. Το πλεόνασμα εμπειρίας και η εργατικότητα του κ. Πετράκου είναι δεδομένα, αλλά δύσκολα θα φέρουν τα αποτελέσματα που έχει η ορμή (μερικές φορές και η άγνοια κινδύνου) της νεότητας. Σε άλλες συνθήκες ο κ. Πέτρακος θα είχε συνταξιοδοτηθεί ή θα διαχειριζόταν την εξουσία. Τώρα, και επειδή προφανώς το κόμμα της Λαϊκής Ενότητας δεν έχει νεότερα στελέχη, εξακολουθεί να μάχεται στην πρώτη γραμμή για θέματα που είτε καν γνωρίζει ο μέσος τριαντάρης.
Ο Γιάννης Μπουντρούκας, στους λίγους μήνες της παρουσίας του στο Περιφερειακό Συμβούλιο και έχοντας πείρα από τα αιρετά όργανα του Επιμελητηρίου Αρκαδίας, μάλλον έχει αντιληφθεί ότι είναι δύσκολο να εκφράσεις μια ολόκληρη Περιφέρεια χωρίς τη στήριξη ενός μεγάλου κόμματος. Και το ΠΑΣΟΚ που στήριξε τον κ. Μπουντρούκα, ενώ έχει μεγάλο παρελθόν, έχει πλέον μικρές δυνάμεις στην Πελοπόννησο και άρα δεν μπορεί να βοηθήσει όσο θα ήθελε την περιφερειακή του παράταξη.
Ο Παναγιώτης Κάτσαρης της “Ανταρσίας στο Μοριά” προφανώς ικανοποιεί τις προσδοκίες και του πιο απαιτητικού ψηφοφόρου της παράταξης, πλην όμως, μάλλον δύσκολα θα αποκτήσει μεγαλύτερο ακροατήριο ακόμα και μεταξύ των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 3%.
Η “πράσινη” Δήμητρα Λυμπερόπουλου έχει κι αυτή πρόβλημα ακροατηρίου, αφού μεταξύ άλλων, η οικολογία δεν συγκίνησε ποτέ ιδιαίτερα τους Ελληνες.
Τέλος, ο Δημήτρης Τζεμπετζής της “Ελληνικής Αυγής” είναι φανερό ότι όχι μόνο δεν γνωρίζει την προπαίδεια της πολιτικής, αλλά και ότι δεν έχει καμία διάθεση να τη μάθει. Προφανώς η πολιτική δεν ανήκει στις προτεραιότητες της “Ελληνικής Αυγής”.

Ανάλυση: Θανάσης Λαγός

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο