Ευγενία Φακίνου: «Γράμματα στη Χιονάτη»



Αν, όταν έπρεπε, είχαμε την ωριμότητα να ρωτήσουμε σωστά, αν μπορούσαμε να ξεπεράσουμε τους δεδομένους ρόλους που η συγγένεια καθορίζει, αν βλέπαμε τους γονείς μας με τη γυναικεία και την αντρική τους όψη και όχι με τον μητρικό και τον πατρικό ρόλο τους στη ζωή μας, αν παίρναμε τις απαντήσεις που ζητούσαμε, τότε ίσως να μην κυοφορούσαμε αναπάντητα ερωτήματα και η συμφιλίωση με τις ρίζες μας στις αληθινές τους, γήινες διαστάσεις, να ήταν δυνατή. Μια αλήθεια που συναντάμε στο καινούργιο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου. Κι ας είναι κρυμμένη πίσω από ένα σκηνικό μυθοπλασίας που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Κι ας έχουμε μπροστά μας μία από τις πληρέστερες λογοτεχνικές φιγούρες που η γραφή της Φακίνου έφτιαξε – ξεχωριστή όσο η μακρινή Αστραδενή της ή ακόμη και η γυναίκα στη Μεγάλη Πράσινη, έργα που έρχονται στο μυαλό όσο διαβάζουμε τη Χιονάτη της και που η ίδια με έμμεσο τρόπο μνημονεύει. Νιώθουμε πως πρόκειται για το πιο αληθινό βιβλίο της, ανιχνεύουμε μέσα του τα πιο προσωπικά της αναγνωριστικά στοιχεία. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως πρόκειται για αυτοβιογραφικά στοιχεία, φυσικά με την αίρεση πως κάθε τι που γράφουμε εμπεριέχει τον εαυτό μας είτε με φανερό τρόπο είτε με υποκρυπτόμενο (ηθελημένα ή ακούσια). Μυθοπλασία είναι, και μάλιστα από τις καλύτερες· σε ό,τι αφορά τη συγγραφέα και τις δικές της γραφές, χωρίς αμφιβολία είναι το πιο ώριμο βιβλίο της και το πιο «δικό» της.

Από την αρχή ξενίζει η παράξενη γυναικεία παρουσία που φθάνει φθινόπωρο σε απομακρυσμένο χωριό και ζητάει σπίτι να νοικιάσει. Με ξυρισμένο το κεφάλι και τα φρύδια, στα μαύρα ντυμένη. «Έχασα τα μαλλιά και τα φρύδια μου… από στενοχώρια», θα δηλώσει στις ενοχλητικές ερωτήσεις των κατοίκων. Κι όμως η γυναίκα δεν είναι ξένη, δεν έρχεται πρώτη φορά στον τόπο αυτό, μόνο που πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχε πρωτοέρθει, και τώρα είναι πολύ αλλαγμένη από το βάρος της ζωής για να την αναγνωρίσουν. Θα βρει ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο, έξω από το χωριό, για να κατοικήσει. Εκεί θα περιμένει το χιόνι. Σ’ αυτό το χωριό που όλοι το εγκαταλείπουν, καθώς οι κατολισθήσεις απειλούν να το αφανίσουν, αυτή επιλέγει να μείνει. Μια προαίσθηση για όσα θα ακολουθήσουν; Ίσως μια προμελετημένη κίνηση; Ο αναγνώστης αναρωτιέται και περιμένει. Δεν φαίνεται να ξεκαθαρίζει το τοπίο με το σακάτικο παιδί (που δεν είναι πια παιδί), που το θυμάται από παλιά. Ούτε με τη συνάντηση με τον Ποιητή που, αποτραβηγμένος κι αυτός από τον κόσμο, επέλεξε την ερημιά. Αλλά κυρίως ούτε με την παρωδία γάμου, στην οποία θα αναγκαστεί να παίξει έναν ρόλο – μοιάζει, λέει, με σκηνικό από ταινία του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ακόμα και η συνάντηση στο «μοναστήρι»-κοινόβιο ύστερα από χρόνια, με τους γερασμένους πια ενοίκους του αποθαρρημένους από τη ζωή, μοιάζει ατελέσφορη. Κι όμως, όλα αυτά τα βήματα οδηγούν στην κορύφωση του απρόσμενου. Μαζί με το χιόνι, που επιτέλους έρχεται και ζώνει το σπίτι, θα εμφανιστεί φερμένο από το πουθενά ένα κορίτσι. Βρόμικο, εξαντλημένο και βουβό. Θα το φροντίσει, θα το φιλοξενήσει, θα πασχίσει να επικοινωνήσει μαζί του, τέλος θα το ονομάσει:

«Εσύ», ενώ την έδειχνε με το χέρι, «εσύ, Χιονάτη. Χιο-νά-τη» συλλάβισε το όνομα που είχε εξαρχής σκεφτεί, όταν την είχε δει να κάθεται μέσα στο χιόνι. Χιονάτη λοιπόν, όχι επειδή είχε το λευκό δέρμα της ηρωίδας του παραμυθιού, αλλά επειδή την είχε φέρει το χιόνι. (σελ.138)

Μυθοπλασία είναι, και μάλιστα από τις καλύτερες· σε ό,τι αφορά τη συγγραφέα και τις δικές της γραφές, χωρίς αμφιβολία είναι το πιο ώριμο βιβλίο της και το πιο «δικό» της.

Η μεταμόρφωση της γυναίκας είναι εμφανής. Έχει κάποιον τώρα να νοιαστεί. Οι όποιες επιλογές της την έφεραν εδώ, στην άκρη του κόσμου, ή θα εξαφανιστούν ή θα περιμένουν. Εκτός κι αν δεν είναι παρά μια ακόμη επινοημένη εικόνα που η απελπισία της δημιούργησε, ένα κλαδάκι να πιαστεί. Πόσο, όμως, να αντέξει αυτό το ελάχιστο σώμα όλο το βάρος της; Το κορίτσι θα εξαφανιστεί από τη ζωή της έτσι ξαφνικά όπως ήρθε. Και τότε, θα της γράψει τα γράμματα, μήπως ξαναφανεί, να βρει ένα ίχνος από τη μαγική τους συνάντηση.

Πόσο μπερδεύονται στις πίσω σελίδες της μνήμης, στο πιο βαθύ υπόστρωμα της συνείδησης, τα απόντα πλέον πρόσωπα – μια σύνθετη εικόνα, τοιχογραφία ζωής, που μέσα της χωρούν όλοι οι εκλιπόντες ακριβοί, μα και το παιδί που κάποτε υπήρξαμε. Κι αυτό χαμένο πλέον ας λογίζεται στο συνειδητό κομμάτι, το πιο λογικό της ώριμης ηλικίας. Ωστόσο, ακόμη παραμένει και διεκδικεί το μερίδιο ζωής που είχε· επιμένει να έρχεται, να ανακατεύει τις μνήμες, να ζητά την προσοχή μας, όταν το θεωρούμε αποξεχασμένο, να φεύγει πάλι, όταν νιώθει πως αρκετά έχουμε προχωρήσει. Μια συνεχής διαδρομή ζωής που πρέπει να διανυθεί (συνειδητά ή όχι). Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικό τους κομμάτι μέσα σ’ αυτή την πορεία. Και οι ρόλοι ευσχήμως αλλάζουν. Η γυναίκα της ιστορίας κάνει προσπάθεια να μάθει στο κορίτσι να λέει τη λέξη που ξεκλειδώνει όλο τον εσωτερικό κόσμο: μαμά. Μόνο στο τέλος θα καταλάβει πως αυτή είναι που πρέπει να μάθει να τη λέει. Και είναι τότε που η Χιονάτη/παιδί γίνεται Χιονάτη/μαμά.

afaknΈρχεται στον νου η φωτογραφία του εξωφύλλου ενός παλαιότερου βιβλίου της (Έρως, Θέρος, Πόλεμος) με τη λευκοφορεμένη γυναίκα/μητέρα. Η άλλη Χιονάτη. Ή μήπως η ίδια, στην οποία η Φακίνου γράφει τα γράμματα; Με το καινούργιο της βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικές αναγνώσεις, η Ευγενία Φακίνου, στην πιο ώριμη συγγραφική της ώρα, μας προσκαλεί να πάρουμε το νήμα της ζωής μας από την αρχή, και όπου βγει. Εκείνη τουλάχιστον αυτό επιχειρεί με τη γραφή της.

[Tο μυθιστόρημα κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου 2020.]

 

Γράμματα στη Χιονάτη
Ευγενία Φακίνου
Εκδόσεις Καστανιώτη
240 σελ.
ISBN 978-960-03-6790-4
Τιμή €16,00
001 patakis eshop

Η Διώνη Δημητριάδου είναι ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο