«Ζαρκολαίμης» του Βασίλη Σελιμά



Σχέδιο: Βασίλης Σελιμάς

Κάθεται κάτω από μια συκιά, πονάει ο σβέρκος του, βγάζει ένα μαντίλι από την κωλότσεπη και σφουγγίζει τον λαιμό του. Φοράει στρατιωτικό παντελόνι, οι πλάγιες τσέπες είναι γεμισμένες με σύκα. Ξεφλουδίζει ένα, το πιο γινωμένο, και το καταβροχθίζει. Ο παππούς του τον προέτρεπε να σκαρφαλώνει στο δέντρο, να μάθει να μαζεύει μόνος τους καρπούς και τα φρούτα. Έτσι κάνουν οι σωστοί οι άντρες, του έλεγε, αλλά πρόσεξε μην ξεχαστείς και κοιμηθείς κάτω από τον ίσκιο του δέντρου, γιατί εκεί γύρω παραμονεύουν φίδια. Τον παππού τον είχαν δαγκώσει πολλά φίδια στη ζωή του. Ούτε μια φορά δε χρειάστηκε να του βάλουνε ορό. Ένας μύθος, οικογενειακός, από αυτούς που λέγονται στις γιορτές με τσίπουρο και κρασί, έλεγε πως μια οχιά πέθανε με το που τον δάγκωσε, επειδή στο αίμα του έρεε άφθονο οινόπνευμα. Ένας Αλβανός τον είχε βρει ημιλιπόθυμο στο λιοστάσι και δίπλα του ψόφιο το φίδι. Εκείνο το πρωί είχε κατεβάσει μια νταμιτζάνα τσίπουρο.

Σήμερα έχει ζέστα, μπορεί και 40 βαθμούς, ακούγεται το τερέτισμα από τα τζιτζίκια σαν συνεχόμενη στριγκλιά από κουρασμένο λαιμό. Ένα κάθεται δίπλα του. Προτάσσει το χέρι κι εκείνο με ένα μικρό πέταγμα προσγειώνεται στην παλάμη του. Όλος ο κόσμος συμπιέζεται στη φωνή από αυτό το τζιτζίκι. Έχει ακούσει το τραγούδι τους δεκατέσσερα καλοκαίρια. Κλείνει τα δάχτυλα τόσο που φτιάχνει μια μικρή δερμάτινη σπηλιά. Προεξέχει το κεφάλι από το έντομο. Το παρατηρεί. Στέκεται ακίνητο, σταματάει τον ήχο, μοιάζει να ξέρει πως βρίσκεται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Αυτή τη φορά το αφήνει, ξεκλειδώνει τα δάχτυλα από το χέρι απότομα κι εκείνο εκτοξεύεται στον αέρα, ανοίγει τα φτερά του, πετάει. Το βλέμμα του παρατηρεί την πορεία του εντόμου, το οποίο τελικά κάθεται πάνω σε ένα από τα χοντρά κλαριά της συκιάς και ως διά μαγείας σβήνει η παρουσία του. Το δέντρο έχει μαγικές ιδιότητες, σκέφτεται.

Ιδρώνει πολύ, κουσούρι από τον πατέρα του. Πίνει νερό από ένα πλαστικό μπουκάλι με κόκκινο πώμα. Το ’χει τυλίξει με αλουμινόχαρτο και κρατιέται δροσερό, σχεδόν σαν να το έβγαλε μόλις από τον καταψύκτη. Μέσα στο πλαστικό μπουκάλι έχει σχηματιστεί ένα δεύτερο, από πάγο. Στριφογυρίζει κάθε φορά που το σηκώνει για να πιει. Χώνει τη γλώσσα στο στόμιο που έχει γεύση από ανθρακικό και ζάχαρη. Αύριο είναι Κυριακή, έχουν τραπέζι συγγενείς, τις Κυριακές η οικογένεια πίνει κόκα κόλα. Άμα μετρήσεις τα μπουκάλια του αναψυκτικού που είναι διάσπαρτα στο σπίτι και στον κήπο, υπολογίζεις εύκολα όλα τα κυριακάτικα οικογενειακά τραπεζώματα. Ένα μπουκάλι κομμένο στη μέση και γεμισμένο με χώμα για να μεγαλώσουν μερικοί σπόροι, ένα άλλο στραπατσαρισμένο για να μπαίνει σα σφήνα στην πόρτα από το θερμοκήπιο, ένα ζωγραφισμένο με λαδομπογιά, σαν τοτέμ, με πλαστικές σακούλες για μαλλιά για να φουσκώνουν από τον αέρα και να διώχνουν τα πουλιά.

Ο πατέρας του στέκεται απέναντι, στα δέκα μέτρα. Έχει απλώσει τα χέρια κατά μήκος του συρμάτινου φράχτη, οι κορυφές του μπήγονται μέσα στο δέρμα. Το σώμα του μοιάζει με χορευτή. Είναι ψηλός, ξερακιανός, με σγουρά γκρίζα μαλλιά. Κοιτάζει προς το βουνό, κάποιος ανεβαίνει με αυτοκίνητο στο μοναστήρι που βρίσκεται στην κορυφή. Μικρές κι απότομες αντανακλάσεις φωτός επιβεβαιώνουν ότι το όχημα είναι μεγάλο, ίσως κάποιο πούλμαν από τις οργανωμένες εκδρομές. Η ατμόσφαιρα έχει σκόνη. Στο βάθος παραταγμένα κοκκινωπά σύννεφα πλησιάζουν το ένα το άλλο φτιάχνοντας ένα μεγαλύτερο, που θυμίζει κεφάλι αλόγου. Εύχεται να μη βρέξει λάσπη, γιατί έχει πλύνει το αυτοκίνητο.

Το παιδί χώνει το χέρι στα χόρτα, τα δάχτυλα χτενίζουν κυκλικά το κομμάτι γης, ώσπου βρίσκουν μια πέτρα. Είναι κάπως κοφτερή. Την πιέζει στην παλάμη κι έπειτα χαράσσει μια λευκή γραμμή στο δέρμα, όπου σχηματίζεται το περίγραμμα του πατέρα. Το χέρι του είναι μαλακό, σχεδόν μωρουδιακό, αδούλευτο χέρι. Έπειτα σηκώνεται όρθιος, κλείνει το ένα του μάτι, ζυγιάζει την απόσταση, στοχεύει και πετάει την πέτρα. Πετυχαίνει ένα μεγάλο πορσελάνινο πηνίο από τον στύλο του ΟΤΕ, σπάει το μισό και βουτιέται στα ξερόχορτα. Ύστερα, κάθεται ξανά στο σημείο που έχει πάρει τη μορφή του σώματός του.

Ο πατέρας δε λέει τίποτα. Κατεβάζει αργά τα χέρια από τον φράχτη, κατευθύνεται προς το κοτέτσι, μια τσίγκινη πόρτα με σκουριασμένους μεντεσέδες κρατάει τα πουλερικά μακριά από το μικρό οικόπεδο. Η πόρτα σφαλίζει με ένα στριφογυριστό σύρμα. Το λύνει κάπως βιαστικά κι ύστερα την ανοίγει. Ένα κοκόρι, από εκείνα τα μικρά, που δεν πιάνει το μάτι σου το περίσσευμα θυμού που κρύβουν μέσα τους, πετάγεται στον αέρα. Τεντώνει τον λαιμό, ανοίγει το στόμα του και επιτίθεται. Είναι μικρό, έχει έντονα χρώματα, απόγονος θαρρείς κάποιου εξωτικού πτηνού που ξέπεσε στην ελληνική επαρχία. Πέφτει ανάλαφρα στο χώμα, κάνει δυο βήματα πίσω σαν ταύρος που προετοιμάζει την επίθεσή του και του ορμάει. Ο λαιμός του είναι μαδημένος, δεν έχει φτερά από γεννησιμιού του κι όσο τον παρατηρεί μοιάζει με λαιμό ανθρώπου, γέρου. Τα κοκόρια αυτά τα λένε Ζαρκολαίμηδες.

Επιτίθεται πολλές φορές. Ο πατέρας του ξαφνιάζεται, φωνάζει προς το πουλί, σηκώνει τα χέρια του κουνώντας τα σαν φτερούγες. Έπειτα βγάζει επιφωνήματα που φτιάχνονται από τη γλώσσα των πουλερικών, ύστερα φθόγγους περισσότερο ανθρώπινους. Τον τσιμπάει στα πόδια, έπειτα στα χέρια, συνεχόμενα τσιμπήματα όπου μπορεί και βρίσκει δέρμα. Αριστερά από την πόρτα υπάρχει μια ντάνα από ξερά κλαδιά, ο πατέρας αρπάζει ένα και κοπανάει το κοκοράκι. Μια, δυο ζαλίζεται, κι εκείνος το γραπώνει με τις παλάμες του σαν ποδοσφαιρικό τρόπαιο. Το σηκώνει ψηλά και προχωράει προς ένα σημείο του οικοπέδου όπου δεν έχει χόρτα και το χώμα έχει γραμμές περίεργες, όπως εκείνες που βλέπεις στην έρημο, αφυδατωμένο χώμα. Κοιτάζει τον γιο του, είναι δεκατεσσάρων, πριν από δυο καλοκαίρια έπαιζε με τις λάσπες και τώρα γαμπρίζει με τα κορίτσια του χωριού. Ο γιος γελάει σπαρταριστά, πιάνει την κοιλιά του, τα μάτια του κλαίνε από τα γέλια. Το κοκοράκι έχει αφεθεί στην ασφάλεια των χεριών του πατέρα. Μοιάζει με ξύλινο διακοσμητικό γλυπτό, μόνο ο γέρικος λαιμός που κινείται λίγο αλλοπρόσαλλα θυμίζει ότι είναι ζωντανό.

Μεσημέρι κι έχει ζέστα. Ο πατέρας γονατίζει στο χώμα, τοποθετεί τον Ζαρκολαίμη ανάμεσα στα πόδια του, έπειτα βγάζει έναν σουγιά από την τσέπη και του κόβει το κεφάλι. Γλιστράει από τα πόδια και τρέχει μισοζώντανο, χωρίς κεφάλι το πουλί. Διανύει μερικά μέτρα και πέφτει πεθαμένο μπροστά στον γιο. Εκείνος σαστίζει για λίγο, παρατηρεί αμήχανα το σώμα του πουλιού που ξαπλωμένο τινάζει τα πόδια του. Μια λίμνη, όσο μια εφηβική παλάμη, μαύρη και πηχτή από αίμα ανοίγει σαν τρύπα μπροστά του, ενώ ανάμεσα στα άρβυλα του πατέρα βρίσκεται πεσμένο το κεφάλι του Ζαρκολαίμη. Ο πατέρας σηκώνεται, καθαρίζει τη λάμα από τον σουγιά και σέρνει λίγο χώμα με το άρβυλό του πάνω στο κεφάλι του πουλιού. Ύστερα κάνει νεύμα στον γιο να σηκωθεί, καθώς οι πρώτες ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν. Έρχεται λασποβροχή και πρέπει να παρκάρει το αυτοκίνητο κάτω από το υπόστεγο.

 

Ο Βασίλης Σελιμάς γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (2003-2008). Έχει παρουσιάσει τρεις ατομικές εκθέσεις (Νοσταλγοί – Thanassis Frissiras Gallery 2013, Κτίριο 1 – Πινακοθήκη Βογιατζόγλου 2015, Reality – Eικαστικός Κύκλος ΔΛ 2019) και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές σε Ελλάδα και Κύπρο. Συνεργάζεται με εκδοτικούς οίκους (Πατάκης, Παπαδόπουλος) ως εικονογράφος και ως εικαστικός εκπαιδευτής – animator σε διάφορους φορείς. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο