Η βιοποικιλότητα εξακολουθεί να φθίνει παρά τα ειδικά μέτρα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής


Σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, η κοινή γεωργική πολιτική δεν ήταν αποτελεσματική στην ανάσχεση της επί δεκαετίες μείωσης της βιοποικιλότητας, και η εντατική γεωργία παραμένει μία από τις κύριες αιτίες για την απώλειά της.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν κενά στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με χρονικό ορίζοντα το 2020, καθώς και στον συντονισμό της με την Κοινή Γεωργική Πολιτική. Επιπλέον, η παρακολούθηση από την Επιτροπή των δαπανών της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής για τη βιοποικιλότητα δεν είναι αξιόπιστη, και το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης της Γεωργικής Πολιτικής έχει μικρό θετικό αντίκτυπο. Ορισμένα καθεστώτα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες βελτίωσης της βιοποικιλότητας, αλλά η Επιτροπή και τα κράτη μέλη προέκριναν επιλογές με περιορισμένο αντίκτυπο.

Στην Ευρώπη, ο αριθμός και η ποικιλία των ειδών που ενδημούν σε γεωργικές εκτάσεις ακολουθούν εδώ και χρόνια φθίνουσα πορεία. Από το 1990, οι πληθυσμοί των πτηνών των γεωργικών εκτάσεων και των πεταλούδων των λειμώνων –που αποτελούν κατάλληλο δείκτη των αλλαγών– έχουν μειωθεί σε ποσοστό άνω του 30 %.

Η εντατική γεωργία έχει οδηγήσει σε μείωση της αφθονίας και της ποικιλομορφίας της φυσικής βλάστησης, και κατά συνέπεια των ζώων, και εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες της απώλειας βιοποικιλότητας.

Στο πλαίσιο των ελεγκτικών εργασιών τους, οι ελεγκτές επισκέφθηκαν την Κύπρο, τη Γερμανία, την Ιρλανδία, την Πολωνία και τη Ρουμανία, με σκοπό να αξιολογήσουν κατά πόσον η ΚΓΠ συνέβαλε στη βελτίωση της βιοποικιλότητας των γεωργικών εκτάσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ πέτυχε τους στόχους της.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020 δεν έθεσε μετρήσιμους στόχους για τη γεωργία, δυσχεραίνοντας έτσι την αξιολόγηση της προόδου και των επιδόσεων των δράσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Επιπλέον, ο συντονισμός μεταξύ των πολιτικών και των στρατηγικών της ΕΕ που αφορούσαν τη βιοποικιλότητα ήταν ανεπαρκής, με αποτέλεσμα, παραδείγματος χάριν, να μην αντιμετωπιστεί η μείωση της γενετικής ποικιλότητας – ενός υποσυνόλου της βιοποικιλότητας.

Οι άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής αντιστοιχούν περίπου στο 70 % όλων των γεωργικών δαπανών της ΕΕ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή παρακολουθεί τις δαπάνες της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής που ωφελούν τη βιοποικιλότητα είναι αναξιόπιστος, καθώς υπερεκτιμά τη συμβολή ορισμένων μέτρων.

Επιπλέον, η επίδρασή τους στην βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεων είναι περιορισμένη ή άγνωστη. Μολονότι ορισμένες απαιτήσεις στο πλαίσιο των άμεσων ενισχύσεων, ιδίως ο οικολογικός προσανατολισμός και η πολλαπλή συμμόρφωση, έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τη βιοποικιλότητα, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη προέκριναν επιλογές με περιορισμένο αντίκτυπο, όπως οι εμβόλιμες καλλιέργειες ή οι καλλιέργειες με ικανότητες δέσμευσης του αζώτου.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν επίσης ότι το καθεστώς επιβολής κυρώσεων στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν είχε σαφή αντίκτυπο στην βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεων και ότι οι δυνατότητες του οικολογικού προσανατολισμού δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς.

Τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες να ωφελήσουν τη βιοποικιλότητα σε σχέση με τις άμεσες ενισχύσεις, ιδίως όσα στηρίζουν φιλικές προς το περιβάλλον γεωργικές πρακτικές που υπερβαίνουν τις σχετικές νομικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, τα κράτη μέλη σπάνια χρησιμοποιούν μέτρα με σημαντικό αντίκτυπο, όπως τα καθεστώτα βάσει αποτελεσμάτων, σε αντίθεση με τα λιγότερο απαιτητικά και λιγότερο ωφέλιμα («ελαφρώς οικολογικά») καθεστώτα που προτιμούν περισσότερο οι γεωργοί.

Οι ελεγκτές συνιστούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συντονίσει καλύτερα τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, να ενισχύσει τη συμβολή των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης στη βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεων, να παρακολουθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δαπάνες στο πλαίσιο του προϋπολογισμού και να αναπτύξει αξιόπιστους δείκτες για την αξιολόγηση του αντικτύπου της ΚΓΠ.

Ανταπόκριση : Κώστας Δαβάνης

Μοιράσου το άρθρο:



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο