«“Η Γυναίκα της Ζάκυθος” στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά» της Ανθούλας Δανιήλ



Στο Βεάκειο Θέατρο στην Καστέλα (στον λόφο του τραγουδισμένου Προφήτη Ηλία), με τα μάρμαρά του την ημέρα να λάμπουν στον ήλιο και το βράδυ κάτω από τα άστρα και το φως του φεγγαριού. Εκεί, σ’ αυτό το «θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης», όπως λέει ο Καβάφης για το ανάλογο Αλεξανδρινό Γυμνάσιο, ο Δήμος Αβδελιώδης έστησε στις 23/9 την υποβλητική παράστασή του πάνω στο σημαντικό, εξαιρετικό, αινιγματικό, διαφορετικό από όλο το άλλο έργο του Διονυσίου Σολωμού, Η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Η γυναίκα της Ζάκυθος, δύσμορφη, κακιά, πρικρόχολη, υβριστική, προσβλητική, αηδιαστική, ντροπή του είδους άνθρωπος, αρθρώνει λόγο επιθετικό, αλαζονικό, αναιδή, άσπλαχνο, απάνθρωπο σε βάρος των γυναικών που ζητιανεύουν από το Μεσολόγγι. Μπορεί εύκολα κανείς, τακτοποιημένος στην κοινωνική του θέση και στα αγαθά του, να μην αντιλαμβάνεται τη δυστυχία του άλλου. Και αυτή η γυναίκα με την αποτρόπαιη μορφή, οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή, ξερνάει όλο το κακό που έχει μέσα της, το οποίο εκφράζεται σε ένα πρώτο επίπεδο στην εμφάνισή της, στα λόγια της, και σε ένα δεύτερο στην ψυχή της και στο πνεύμα της. Η Γυναίκα της Ζάκυθος δεν μιλάει· ξερνάει τις λέξεις της εναντίον των αδυνάτων. Ο λόγος της, τα επιχειρήματα που επικαλείται, η άρνησή της στις αιτούσες, όλα αποτελούν καθρέφτη κοινωνικής και πολιτικής στάσης απέναντι στον Αγώνα που έχουν αρχίσει οι Έλληνες και που για πολλούς αριστοκράτες της Επτανήσου ήταν υπόθεση που τους δυσκόλευε και τους ενοχλούσε. Γι’ αυτούς οι Τούρκοι ήταν μακριά και δεν ήταν εχθροί, τι χρεία έχουμε να σκεφτόμαστε εμείς αυτούς. Ο Διονύσιος Σολωμός, όμως, ένιωθε τη χρεία. Έγραψε το έργο αυτό στα 1826, γιατί τα σπλάχνα του, όπως η θάλασσα, ποτέ δεν ησυχάζουν και όπως και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης παρεμφερώς έγραφε:

Νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

Ο Σολωμός, που άκουγε το «κανόνισμα» από απέναντι, που έβλεπε τους καπνούς από τον Λόφο του Στράνη, που συμμετείχε στον Αγώνα, που δεν άντεχε την αδικία, μπαίνοντας στο σχήμα του ασκητή, του Ιερομόναχου Διονυσίου, στη Μονή του Αγίου Λύπιου, δίνει την εντύπωση πως γίνεται αυτός που θα φέρει στο φως το κακό και που, σαν από θαύμα, θα λυτρώσει την άθλια γυναίκα από την κακία της και θα την απαλλάξει μέσω του απαγχονισμού από το τερατώδες εγώ της. Το «φούρκισμά» της από τη ζώνη της, καθώς και ο άγριος δαιμονισμός της –με πολλές θρησκευτικές αναφορές– δείχνουν την τελική τιμωρία του κακού. Τη λύτρωση. Ο Σολωμός πιστεύει στη Θεία δίκη και δικαίωση. Καταφέρνει να κάνει ορατό το αόρατο, φανερό το άφαντο και ρητό το άρρητο. Δείχνει τη δαιμονική αντίστιξη του αγγελικού. Κι έτσι, η μεταφυσική βρίσκει τη θέση της μέσα στο «όνειρο» του Ιερομόναχου και γίνεται φυσική, όπως είχε οραματιστεί ο Σίλερ.

Καταφέρνει να κάνει ορατό το αόρατο, φανερό το άφαντο και ρητό το άρρητο.

Αυτού του σημαδιακού και τόσο επίκαιρου έργου του Σολωμού ανέλαβε την επεξεργασία ο Δήμος Αβδελιώδης, ο οποίος, εκτός σκηνής, δάνεισε τη φωνή του στην εισαγωγή του έργου. Η παράσταση είχε διακριθεί στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2013 και επανήλθε σε νέα προσέγγιση με την ηθοποιό Κατερίνα Γκατζόγια, όπως μας ενημερώνει ο ίδιος ο δημιουργός. Ο Σολωμός ένιωσε τον τρόμο από τη συμπεριφορά της «γυναίκας» προς τις Μεσολογγίτισσες. «Μ’ αυτό το έργο του, όμως», συνεχίζει ο Αβδελιώδης, ο ποιητής «ανίχνευσε το αίσθημα του φόβου για το “κακό”» και «είναι η πρώτη φορά που στρέφει την προσοχή του αποκλειστικά στον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλάβει τι είναι αυτό που τον φοβίζει. Έτσι, καταφέρνει να μας κάνει κι εμάς να νιώσουμε πως αυτό που μας τρομάζει και το εκλαμβάνουμε σαν “κακό” δεν είναι αυτό που βλέπουμε κι ακούμε, αλλά ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε. Ποιητική αδεία, λοιπόν, δανείζεται το προσωπείο του Αγίου Διονυσίου του ιερομόναχου –που ήταν ιστορικό πρόσωπο κι έζησε έως τα 172 του χρόνια σ’ ένα μοναστήρι της Ζακύνθου–, για να κοιτάξει μέσα απ’ τα μάτια ενός Αγίου το “κακό”, που εδώ ταυτίζεται μ’ αυτή τη δύσμορφη και βάναυση Γυναίκα της Ζάκυθος… Κατά προέκταση, υποβάλλει την ιδέα πως το “κακό” δεν είναι ο προφανής εχθρός, όπως οι Τούρκοι […] Το πραγματικό “κακό” είναι η κατάληψη του μυαλού μας απ’ τον φόβο, ένα συναίσθημα ανωριμότητας κι ανευθυνότητας, που δημιουργεί σύγχυση κι απουσία δημιουργικής σκέψης και δράσης, και που ποτέ δεν πρέπει να το αφήσουμε να γίνεται η αιτία να χάνουμε τη δύναμη του Λόγου της Αλήθειας, το μόνο ανίκητο όπλο που μας θωρακίζει από τον οποιονδήποτε πραγματικό ή φαντασιακό μας εχθρό». Ο Δήμος Αβδελιώδης διαφώτισε με το κείμενό του το έργο του Σολωμού και με την παράσταση που επιμελήθηκε, τις σκηνοθετικές οδηγίες προς την ηθοποιό που σήκωσε το βάρος της πραγμάτωσης της σκηνοθετικής ιδέας, κράτησε καθηλωμένο το κοίλον του θεάτρου.

Η άριστα καθοδηγημένη ηθοποιός Κατερίνα Γκατζόγια, μέσα στον υποβλητικό φωτισμό, με το λιτό ασκητικό κοστούμι και τα φτερά στους ώμους σαν άγγελος, με την τεράστια σκιά της πίσω της, σαν το αντίπαλο κακό, έδωσε στην κάθε λέξη το ειδικό βάρος της, συντόνισε την ανάσα της με τον ρυθμό του Ιερομόναχου, μέτρησε ψιθυριστά τα βήματά της από το ένα κεφάλαιο του έργου στο άλλο, υπέβαλε, μάγεψε και καταγοήτευσε τους θεατές.

Το κείμενο της παράστασης είναι ειλημμένο κυρίως από την εκδοτική παρουσίαση του καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, Δημήτρη Δημηρούλη.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Διδασκαλία ερμηνείας – Δραματουργία – Σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης
Μουσική σύνθεση: Βαγγέλης Γιαννάκης
Σχεδιασμός ενδύματος – Μακέτες: Αριστείδης Πατσόγλου
Χειριστής ήχου-φώτων: Νίκος Επίσκοπος
Σχεδιασμός φωτισμών: Δ. Αβδελιώδης
Φωτογραφίες: Φοίβος Αβδελιώδης
Παραγωγή: Aστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Θεάτρου Κινηματογράφου anagnorisis
Ερμηνεύει η Κατερίνα Γκατζόγια.

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο