«Η νύμφη Νίκαια» της Ελένης Λαδιά



Στην εκ Νικαίας ορμωμένη Ελένη Λιντζαροπούλου

Το κεντρικό θέμα των Διονυσιακών[1] του Νόννου του Πανοπολίτου είναι η εκστρατεία εναντίον των Ινδών. Όμως υπάρχει και ένα μυθολογικό επεισόδιο σε κάθε ραψωδία σαν παραπληρωματικό κόσμημα αγγείου.

Στην δεκάτη πέμπτη ραψωδία αναφέρεται η παρθένος Νίκαια, η καμπυλότοξος (αγκυλότοξος), που ανατράφηκε μαζί με τις Αστακίδες νύμφες. Ήταν καλλιφυής η Νίκαια, σαν μία άλλη Άρτεμις, κυνηγήτρια των λαγών (λαγωβόλος), αλλά ξένη στον έρωτα και άπειρη από τα δώρα της Κυθερείας. Μέλημά της ήταν μόνον τα θηράματα. Δεν καθόταν στα βάθη του παρθενικού της δωματίου, αλλά τριγύριζε στα όρη. Αντί για ηλακάτη είχε τόξον, αντί για μακριά νήματα βέλη φτερωτά, ενώ το όρθιο ξύλο των πασσάλων ήταν ο ιστός αυτής της ορεινής Αθηνάς. Έπλεκε στους βράχους τα δίχτυα του κυνηγιού, που τα αγαπούσε περισσότερο από τα νήματα. Έζευε με χαλινούς και μαστίγωνε λέοντες και πολλές φορές με το σπαθί της αντιμετώπιζε μια λυσσασμένη αρκούδα, όμως τα τόξα της δεν άγγιζαν ποτέ ελαφάκια. Αντί για κύπελλα με μέλι προτιμούσε κρύο νερό από την πηγή της χαράδρας. Και στην μεσημεριανή της ξεκούραση, κάτω από το κοίλωμα της πέτρας, είχε συντροφιά τους πάνθηρες και μια λεχώνα λέαινα.

Τον καιρό εκείνο άνθιζε και η ομορφιά του Ύμνου, του βουκόλου. Έβοσκε το κοπάδι του στο δάσος, εκεί κοντά, όπου σύχναζε η κόρη. Όταν την είδε να κυνηγά στα φαράγγια, δεν ενδιαφερόταν πλέον για το κοπάδι του. Κι ο δόλιος Έρως ερέθιζε το μυαλό του βοσκού. Όταν φυσούσε ο άνεμος κι έτρεχε η κόρη στο κυνήγι, της φούσκωνε και της ανασήκωνε τα πέπλα, φαίνονταν οι λαμπεροί μηροί και οι ρόδινοι αστράγαλοί της, και της ρίπιζε τους ξέπλεκους βοστρύχους της. Κι όταν ο ερωτευμένος Ύμνος την θυμόταν να μπαίνει ιδρωμένη και να λούεται μισοκρυμμένη στα νερά μιας πηγής ή την αναπολούσε με πόθο, κάθε φορά που δυνατός αέρας σήκωνε τα πέπλα μέχρι τον αφαλό, γυμνώνοντας το άνθος του σώματός της (γυμνώσας χροός άνθος) έλιωνε από τον καημό της επιθυμίας. Ο έρωτάς του τον έκανε να ζηλεύει το τόξον και τα βέλη της, για τον λόγο πως τα άγγιξαν τα χέρια της. Έτσι, σε μια κρίση μαζοχιστικού πάθους την ικέτευε να τον σκοτώσει με τα όπλα, που κρατούσε στα ερωτικά της χέρια. Την ικέτευε να μην τον περιφρονήσει που ήταν βουκόλος, γιατί βοσκός ήταν κι ο Τιθωνός που έκλεψε η Ηώς, βοσκός ο Γανυμήδης, ο οινοχόος του Διός, βοσκός επίσης κι ο Ενδυμίων που τον ερωτεύθηκε η Σελήνη. Κι αγκαλιάζοντας τα γόνατά της υπαγόρευσε τις μεταθανάτιες επιθυμίες του: να μην τον αποτεφρώσει, γιατί δεν θα άντεχε άλλη πυρκαγιά, να μη βάλει πάνω στο μνήμα του αυλό, ούτε πινακίδα με επιτύμβιο επίγραμμα, ούτε το ποιμενικό ραβδί, αλλά να μπήξει βαθιά το βέλος στον τάφο του. Κι ας αφήσει, όσα άνθη φυτρώσουν. Μόνον μια εξαίρεση ζήτησε: να φυτεύσει στο μνήμα του μια λιγόζωη ανοιξιάτικη ανεμώνη, που θα διηγείται σε όλους την βραχύβια εφηβεία του. Τότε οργισμένη η Νίκαια από τα λεγόμενά του έσυρε από την φαρέτρα ένα βέλος και το έστειλε απευθείας στο στόμα του βοσκού την ώρα που μιλούσε.

Όταν ο Έρως είδε την αδάμαστη καρδιά της φόνισσας, ορκίστηκε στον νεκρό βοσκό να παραδώσει την κόρη στην αγκαλιά του Διονύσου.

Ο νεκρός δεν έμεινε άδακρυς: η Νύμφη του βουνού έβριζε την Νίκαια και μοιρολογούσε τον νέον. Η ανυπόδητη υγροπόρος Ρυνδακίς στο καλοδροσισμένο ανάκτορο έστησε θρήνο. Έκλαιγαν οι Ναϊάδες, οι νύμφες των λιμνών, και πάνω στο όρος Σίπυλον δάκρυσε και η πετρωμένη Νιόβη. Πάνω στο άρμα των λεόντων με μάτια αδάκρυτα αναστέναζε η Δινδυμίς Ρέα, και η παρθένος Ηχώ οδυρόταν, ενώ οι δρύες μιλούσαν και ρωτούσαν, τι σου έφταιξε ο βοσκός; και καταριόνταν την Νίκαια να μην την λυπηθεί ούτε η Άρτεμις ούτε η Κυθέρεια. Τα ζώα του τον έκλαψαν πολύ· ο ταύρος και η δαμάλα δάκρυσαν, και η αγελάδα μουκάνιζε θλιμμένα. Όταν ο Έρως είδε την αδάμαστη καρδιά της φόνισσας, ορκίστηκε στον νεκρό βοσκό να παραδώσει την κόρη στην αγκαλιά του Διονύσου.

Στην δεκάτη έκτη ραψωδία αναφέρεται η τιμωρία της Νίκαιας. Ο Έρως χτύπησε με φλογερή σαΐτα την καρδιά του Λυαίου (επίθετον Διονύσου) την στιγμή που έβλεπε την παρθένο να κολυμπά ολόγυμνη. Και άρχισε να υμνεί την ομορφιά της λέγοντας πως αν κοιτάζει τον καλοφυτεμένο ροδώνα, βλέπει το χρώμα των παρειών της, αν στρέψει τα μάτια στο κρίνο, βλέπει τα χιονώδη μπράτσα της κι αν κοιτάξει τον υάκινθο βλέπει την σκουρόχρωμη κόμη. Ο Διόνυσος υπόσχεται στην κόρη, που την συναρπάζει μόνον το δάσος, να την κάνει ομόκλινή του και να της δώσει σαν υπηρέτριες τις Χάριτες του θείου Ορχομενού, να κυνηγά μαζί της κι αν η ίδια ήθελε να λάβει μέρος με το αργυρόν της τόξον στην μάχη κατά των Ινδών. Την καταδίωκε στα όρη φωνάζοντάς την να περιμένει τον σύντροφό της Βάκχο (επίθετον του Διονύσου). Και η Νίκαια οργισμένη του απαντούσε πως πρέπει να πει αυτά τα λόγια στις ερωτιάρες νύμφες, και να μην αγγίζει τα τόξα ή την φαρέτρα της, γιατί θα τον σκότωνε, όπως τον Ύμνον. Κι αν εσύ έχεις θύρσον, εγώ έχω τόξον, του είπε. Και δεν χρειάζομαι στην παστάδα μου τον άοπλον (ασίδηρον), τον μακρυμάλλη (αβροκόμην), τον αδύναμον (ανάλκιδα) με την θηλυκή μορφή Διόνυσον.

Αυτός ακολουθούσε στα βουνά τα χνάρια της κόρης κι εκείνη ανέβαινε στα δύσβατα, πετρώδη μέρη. Ο Φαέθων τής μάστιζε με την ζέστη του το πρόσωπον και τα στεγνά της χείλη, και η Νίκαια μη γνωρίζοντας τον δόλον του γυναικομανούς Διονύσου, είδε το ξανθόν νερό του κρασένιου ποταμού και ήπιε από το γλυκό ρεύμα, όπου είχαν πιει πρωτύτερα οι Ινδοί και έχασαν τον πόλεμο (αρχή δεκάτης πέμπτης ραψωδίας). Ζαλίστηκε από το μεθύσι, το κεφάλι της στριφογύριζε κι έβλεπε διπλά τα όρη και την βαθιά λίμνη. Ο Έρως την είδε κοιμισμένη και από λύπηση για τον Ύμνο, την πρόδωσε στον Διόνυσο. Με σιγανά βήματα, όπως συνήθιζε, πλησίασε ο Διόνυσος και έλυσε την παρθενική ζώνη της κόρης. Η Γη πλημμύρισε ευωδιές, άνθη και αμπελώνες, και η νυφική παστάδα σκεπάστηκε από αμπελόφυλλα. Δόλια ένωση μέσα στο όνειρο! Γιατί ενώ κοιμόταν της έκλεψε ο Διόνυσος την παρθενία. Ήρθε και η ψυχή του νεκρού Ύμνου στο όνειρό της λέγοντάς της πως γελώντας αντίκρισες το αίμα του βοσκού, αλλά με γογγυτά θα δεις το αίμα της παρθενίας σου. Όταν ξύπνησε η κόρη και κατάλαβε, πλημμυρισμένη στα δάκρυα κατηγορούσε τον Ύπνον, την Κύπριδα και τον Διόνυσον. Ξέσχισε τις ρόδινες παρειές της, χτύπησε τους μηρούς της και βρυχήθηκε με πικρή φωνή (βρυχήθηκε κινυρή φωνή). Μια τρελή τάση αυτοκτονίας την κυρίευσε: πότε ποθούσε να κόψει με το ξίφος τον λαιμό της, πότε να γκρεμισθεί με κατεβασμένο το κεφάλι στα βράχια του βουνού και πότε να εξαφανίσει την πλανεύτρα πηγή, που ξαναπήρε την παλιά της μορφή και είχε καθαρό νερό κι όχι κρασί του Λυαίου. Πολλές φορές σήκωνε το βλέμμα στο βουνό για να εντοπίσει τον Διόνυσον και να τον κατατρυπήσει με τα τόξα της, γυναίκα αυτή τον θεόν, και να δαμάσει αυτόν τον δαίμονα των σταφυλιών. Όμως δεν τον πέτυχε ποτέ. Ήθελε να πεθάνει τυλίγοντας τον λαιμό της με σχοινί, για να αποφύγει τις ειρωνείες των ομηλίκων της. Κι εγκατέλειψε το παλαιό δάσος, το πλήρες θηραμάτων, γιατί ντρεπόταν την κυρά των τόξων. Τέλος, από το θεϊκόν σπέρμα του Διονύσου γέννησε ένα κοριτσάκι, το οποίον ονόμασε Τελετή. Η κόρη ακολουθούσε τον πατέρα της, τερπομένη με τα κρόταλα και τα διπλά χτυπήματα πάνω στις ασπίδες.

Ο Διόνυσος με γερές πέτρες έκτισε κοντά στην λίμνη του κρασιού μία πόλη, την Νίκαια, που πήρε το όνομά της από την Αστακίδα νύμφη κι από την νίκη εναντίον των Ινδών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Νόννου Διονυσιακά, γ’ τόμος, μτφρ. Ευγενία Δαρβίρη, εκδ. Γεωργιάδης 2004

Η Ελένη Λαδιά είναι πεζογράφος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο