«Η Σόφι, η Σίρι και ο Πολ (Οικογένεια Όστερ)» του Πέτρου Γκάτζια



Ο Πολ Όστερ ρωτά την κόρη του: «Θέλεις να πας στη Σχολή Καλών Τεχνών και να γίνεις ζωγράφος ή και συγγραφέας;»

Η Σόφι απαντά με πείσμα: «Όχι! Δε θέλω να γίνω σαν και σένα και τη μαμά! Δε θέλω να μένω κλειδωμένη μέσα στο δωμάτιό μου. Θέλω να εμφανίζομαι στη σκηνή!»

Η συζήτηση αυτή έγινε όταν η σημερινή τραγουδοποιός Σόφι Όστερ ήταν ακόμη μικρή και οι γονείς της είχαν παρατηρήσει πως σχεδίαζε καταπληκτικά. Ωστόσο, λάτρευε και λατρεύει ακόμη το διάβασμα. Η μητέρα της, η συγγραφέας Σίρι Χούστβεντ, συνήθιζε να της διαβάζει Όστεν, αδελφές Μπροντέ, Ντίκενς. «Παρ’ όλα αυτά, αναγκάστηκα να κόψω τον ομφάλιο λώρο στα 13 μου, αν και δεν το ήθελα πραγματικά», θα πει η ίδια. Η εξήγηση είναι απλή: στο περιβάλλον που είχαν δημιουργήσει οι γονείς της δεν είχε θέση μια εφηβική επανάσταση, καθώς συζητούσαν το οτιδήποτε και ο λόγος της ακουγόταν, σε αντίθεση με άλλα παιδιά της ηλικίας της.

Πολλά χρόνια αργότερα, η Σόφι μιλώντας σε γυναικείο περιοδικό διέψευσε τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί μπορεί να ανεβαίνει στη σκηνή και να έχει επαφή με το κοινό, η δημιουργία ωστόσο παραμένει μια μοναχική υπόθεση, που θυμίζει κατά πολύ τη διαδικασία που ακολουθούν οι δικοί της: «Όταν γράφω τραγούδια, το αντιμετωπίζω σαν μια κανονική δουλειά. Ξυπνάω το πρωί, φτιάχνω τον καφέ μου και κάθομαι να γράψω. Θέλω να έχω ένα πρόγραμμα, συνήθως 9 με 5, ώρες γραφείου. Το μυαλό μου είναι πιο καθαρό το πρωί. Όταν όμως ηχογραφώ, τότε μου αρέσει να το κάνω αργά, επειδή η φωνή μου είναι πιο ζεστή, καθώς μιλάω πολύ στη διάρκεια της ημέρας».

«Είναι μια από μας», δηλώνει με περηφάνια ο Όστερ. «Μια πραγματική καλλιτέχνιδα. Τη θαυμάζουμε και τη σεβόμαστε». Εκείνη υποστηρίζει πως όταν «κολλάει», τότε προτιμά να βγαίνει μια βόλτα: «Νιώθω την ανάγκη να βγω έξω…»

Από την άλλη, δημοσιογράφος της Telegraph ρωτά τη Σίρι εάν η προσωπικότητά της αλλάζει καθώς μεγαλώνει. Εκείνη δείχνει να ενοχλείται και απαντάει με χιούμορ: «Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι ο σεξουαλικός εαυτός μου δεν ανήκει στο παρελθόν». Όμως καταλαβαίνει ότι κάποια πράγματα αλλάζουν: «Θυμάμαι όταν ήμουν 23 ετών στη Νέα Υόρκη και οι άντρες γύριζαν να με κοιτάξουν, έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν στα καλύτερά μου και μάλλον δε θα γινόμουν ποτέ πιο όμορφη».

Σ’ αυτή την οικογένεια ο ένας διαβάζει τα κείμενα του άλλου και λέει τη γνώμη του, προτού το κοινό δει τη νέα δουλειά. Η Σίρι εργάζεται στο ρετιρέ του σπιτιού και ο Πολ στο υπόγειο. Η Σόφι πλέον είναι επισκέπτρια.

Κάπου εκεί ο Όστερ σκύβει να φιλήσει τη γυναίκα του στο κεφαλόσκαλο, όμως πρώτα τη ρωτά με ζεστή φωνή τι προτιμά να διαβάσουν: «Μπέκετ ή Μπάροουζ;» «Μπέκετ!» φωνάζει δυνατά εκείνη και τότε τα χείλη τους σμίγουν ξανά και ξανά, λες και σφραγίζουν μ’ αυτόν τον τρόπο τη συμφωνία που μόλις έκαναν…

Ο Πέτρος Γκάτζιας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο