«Η τέχνη του γνώθι σαυτόν»



Το βιβλίο Η τέχνη του γνώθι σαυτόν του Arthur Schopenhauer (1788-1860), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ροές, σε μετάφραση και εισαγωγή του Παύλου Κλιματσάκη και επιμέλεια του Δημήτρη Υφαντή, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδοτική προσπάθεια, καθώς ο αναγνώστης, από την πρώτη στιγμή, αντιλαμβάνεται τη διπλή στόχευση των συντελεστών. Από τη μια πλευρά, η καλοδουλεμένη εισαγωγή του Κλιματσάκη συνιστά μια περιεκτική παρουσίαση της ζωής και του έργου του Γερμανού φιλοσόφου. Παράλληλα, το βιβλίο αποτελεί και ένα φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα, που έχει, εν γένει, ιδιαίτερη αξία για την πολιτισμική ιστορία και ειδικά για τον ιστορικό του βιβλίου, καθώς επιδιώκει να ανασυνθέσει το χαμένο τετράδιο του Σοπεγχάουερ.

Το σημειωματάριο του Σοπεγχάουερ, όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή του μεταφραστή», ήταν ένα σώμα καταγεγραμμένων προσωπικών εμπειριών και στοχασμών του φιλοσόφου, οι οποίες δεν συνιστούσαν επιστημονικό κείμενο, αλλά στόχο είχαν να τον βοηθήσουν να διαμορφώσει έναν πρακτικό οδηγό αυτογνωσίας και αυτοεξέλιξης.[1] Γενικά, στην ιστορία της φιλοσοφίας, ο όρος «αυτογνωσία» δεν διατήρησε μια αυστηρά θεωρητική πρόσληψη, αλλά τείνει πλέον να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίον οργανώνει συνολικά ένα άτομο τη ζωή του. Έτσι, ο όρος προσδιορίζει τόσο τις δομικές αξίες που προσανατολίζουν τη σκέψη και συμπεριφορά του ατόμου, όσο και τους πρακτικούς κανόνες που εφαρμόζει στην καθημερινή ζωή.[2]

Αυτή ακριβώς την πρακτική διάσταση της έννοιας φαίνεται να υποστηρίζει ο Σοπεγχάουερ, αν κρίνει κανείς από το σώμα των σημειώσεων που διασώζει η συγκεκριμένη έκδοση. Το τετράδιο περιείχε αναμνήσεις, αυτοπαρατηρήσεις, γνωμικά, παραθέματα και αποφθέγματα, προβάλλοντας την αυτάρκεια, τον αυτοσεβασμό, την ανεξαρτησία από κάθε μορφή εξάρτησης και την ενδοσκόπηση ως τεχνικές αυτοβοήθειας και αυτοεξέλιξης.[3] Χαρακτηριστικό ως προς το μοντέλο ζωής του είναι το χωρίο του Κικέρωνα που παραθέτει: «Αδύνατον να μην είναι ευδαιμονέστατος, όποιος εξαρτάται από τον εαυτό του και όποιος για τα πάντα δεν υπολογίζει παρά αποκλειστικά στον εαυτό του».[4]

Έδωσε στο τετράδιο τον τίτλο «Εις εαυτόν», κατά το πρότυπο του έργου του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, γεγονός που δείχνει τη γνώση του για την ιστορία του όρου και τις διάφορες νοηματοδοτήσεις που απέκτησε στην πολιτισμική ιστορία.[5] Κατά συνέπεια, μια τέτοια καταγραφή προσωπικών σκέψεων, κανόνων και έργων αναφοράς από έναν τόσο σημαντικό διανοητή δεν θα μπορούσε να μην έχει φιλοσοφική αξία.

Αυτή η διαπίστωση σχετίζεται με τη δεύτερη στόχευση του εν λόγω βιβλίου: το ζήτημα της ανασύνθεσης. Πράγματι, η ενδελεχής αναφορά του εισαγωγικού σημειώματος στο βιβλιολογικό ζήτημα του συγκεκριμένου τετραδίου συστήνει με γοητευτικό τρόπο στον αναγνώστη τις προβληματικές και τους τρόπους εργασίας ενός ερευνητή του βιβλίου. Οι εκδοτικές περιπέτειες του σημειωματάριου αρχίζουν με τον θάνατο του Σοπεγχάουερ, σχετίζονται με τις συγκρούσεις μαθητών του περί της απώλειάς του (W. Gwinner, Ε. Lindner) και καταλήγουν στις επίμονες προσπάθειες συναρμολόγησης του περιεχομένου του μέσω δευτερογενών πηγών από μελετητές, όπως οι E. Grisebach, A. Ηübscher και F. Volpi.[6]

Ο πρώτος που ασχολήθηκε με αυτό το επίπονο εκδοτικό έργο ήταν ο Grisebach, ορίζοντας και τον τρόπο εργασίας.[7] Εντόπισε στα βιβλία του Gwinner τα χωρία που πιθανότατα προέρχονταν από το χειρόγραφο και τα κατέταξε χρονολογικά και θεματικά, μεταγράφοντάς τα σε πρώτο πρόσωπο.[8] Την προσπάθεια αυτή συνέχισε ο Hübscher, ενώ στην ελληνική έκδοση ακολουθείται η έκδοση του Franco Volpi, ο οποίος συνδύασε τις δύο ανασυνθέσεις, δίνοντας έμφαση σ’ αυτή του τελευταίου.[9]

Με βάση τις μαρτυρίες των μαθητών του, ο Σοπεγχάουερ είχε δηλώσει ότι δεν θα έπρεπε να δημοσιευτεί πριν από τον θάνατό του, ενώ συνήθιζε να τους διαβάζει αποσπάσματα, γεγονός που βοήθησε τους μελετητές να διασώσουν μέρος του περιεχομένου του.[10] Ο Γερμανός φιλόσοφος άρχισε να γράφει το τετράδιο μετά τη δημοσίευση του έργου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση (1819), καθώς πίστεψε στη σημασία της φιλοσοφικής του σκέψης, ακόμα και αν θα αργούσε αρκετά να κερδίσει την αναγνώριση των ακαδημαϊκών κύκλων.[11] Αυτή ακριβώς η πίστη στο μέγεθος της αξίας του, αλλά και η εσώτερη πικρία του για την αρχική αδιαφορία των ομοτέχνων του, αποτυπώνεται έκδηλα στο σώμα των σημειώσεων.

– Γράφει σχετικά με την πίστη στην πνευματική του δύναμη: «[…] κρύβω μέσα μου έναν θησαυρό που έχει αξία απείρως μεγαλύτερη απ’ όλα τα υλικά αγαθά και ότι το μόνο ζήτημα είναι να φέρω τον θησαυρό αυτόν στο φως […] Η διάνοιά μου δεν ανήκε στον εαυτό μου, αλλά στον κόσμο».[12]

– Για την αργοπορημένη αναγνώριση του έργου του αναφέρει: «Έχει κανείς περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του παραγνωρισμένος και περιφρονημένος, και να που τώρα έρχονται στο τέλος με τύμπανα […] και νομίζουν ότι αυτό κάτι σημαίνει».[13]

Η αμεσότητα της γραφής του, ο εξομολογητικός χαρακτήρας των σημειώσεων, ο συνεχής διάλογος με έργα σημαντικών διανοητών και δημιουργών (Κικέρωνα, Πετράρχη, Γκαίτε, Σαίξπηρ, Σίλερ, κ.ά.), η αποτύπωση της εναλλαγής των συναισθημάτων του, από την απογοήτευση και την πικρία στην απόλυτη βεβαιότητα για τη γενική του αναγνώριση, συνιστά μια εσωτερική ματιά στον τρόπο σκέψης ενός σημαντικού πνευματικού ανθρώπου, που οδηγείται σταδιακά στην αυτεπίγνωση: «[…] με διακατέχει διαρκής εσωτερική ανησυχία που με κάνει να βλέπω και να ψάχνω κινδύνους εκεί όπου δεν υπάρχουν […] μου καθιστά δυσχερέστατη τη συναναστροφή με τους ανθρώπους».[14]

 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το συγκεκριμένο έργο του Σοπεγχάουερ έχει φιλοσοφική αξία, αναγνωστικό ενδιαφέρον και πρακτική χρησιμότητα για τον τρόπο που επικοινωνούμε με τον εαυτό μας.

Ο τρόπος που ο Σοπεγχάουερ μάχεται με τους φόβους του, για να δώσει σχήμα στις φιλοδοξίες του, να αντιμετωπίσει τις ανασφάλειες της νιότης, να καλλιεργήσει τις κλίσεις του και να παραγάγει πνευματικούς καρπούς, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μέσω των σημειώσεων, παρατηρούμε τη διαμόρφωση της πεσιμιστικής του προσέγγισης, εφόσον «ο πεσιμισμός του δεν ήταν ψυχολογικός, αλλά φιλοσοφικός» και σχετίζεται με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν το ανικανοποίητο της ανθρώπινης φύσης.[15] Διαβάζοντας τις ημερολογιακού τύπου καταγραφές του δεν γνωρίζουμε μόνο τον άνθρωπο Σοπεγχάουερ, ανιχνεύοντας τον εσώτερο αντίκτυπο των οικογενειακών και κοινωνικών προστριβών (βλ. συγκρούσεις με τη μητέρα του), των ιστορικών γεγονότων (βλ. επιδημία χολέρας στο Βερολίνο του 1831), των συναισθηματικών αποτυχιών και των ακαδημαϊκών σταδιακά επιτυχιών (βλ. βράβευση του 1837), αλλά κατανοούμε την εξελικτική διαδικασία ωρίμανσης των ιδεών του.

Πάντως, αν και η ευτυχία είναι αυταπάτη για τον Σοπεγχάουερ, καθώς κάθε επιδίωξη της βούλησης προκύπτει από την έλλειψη και ενέχει τον πόνο, πιστεύει στη δύναμη του ανθρώπου να ελέγξει τη βουλιμία της μέσω της τέχνης και της φιλοσοφίας.[16] Άρα, ανάμεσα στις σημειώσεις και τις φιλοσοφικές του θέσεις παρατηρούμε μια δυναμική συσχέτιση, η οποία φανερώνει τον τρόπο που ο φιλόσοφος κατάφερνε σταδιακά να ταξινομήσει σκέψεις και συναισθήματα, για να καταλήξει σε αποκρυσταλλωμένους κανόνες ζωής και θεωρητικά σχήματα. «Το να θέλω όσο το δυνατόν λιγότερα και να γνωρίζω όσο το δυνατόν περισσότερα ήταν η κατευθυντήρια αρχή του βίου μου· διότι αυτό που είναι μέσα μας ολοκληρωτικά ποταπό και κακό είναι η βούληση».[17]

Με λίγα λόγια, ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα του βιβλίου είναι ότι ο Σοπεγχάουερ, παρά τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του και τον δυναμισμό της σκέψης του, καταφέρνει να γίνει εν τέλει οικείος στο αναγνωστικό κοινό, γιατί καταθέτει με ειλικρίνεια τις ελπίδες, τις διαψεύσεις και τον αγώνα του προς την αυτογνωσία και την αυτοαποδοχή. Έτσι, από παράθεμα σε παράθεμα, αναδεικνύεται η πορεία ενός ατόμου προς την ωρίμανση και τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας για τον κόσμο και τον εαυτό του.

«[…] Ευαισθησία και διανοητικότητα ήταν πάντοτε τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά μου, […] τα όνειρά μου για ευτυχία βασίζονταν σε εικόνες αναχώρησης, ησυχίας, μοναχικότητας και της απόλαυσης του εαυτού μου».[18]

Ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με τη στάση του, δεν μπορεί να αγνοήσει τη λογική του συγκρότηση και τη νηφαλιότητα με την οποία διατυπώνει με σαφήνεια τις επιλογές του και τις αιτιολογεί. Είτε συμφωνεί είτε όχι ο αναγνώστης με τους κανόνες ζωής του, φαίνεται ότι είναι λειτουργικοί και άρα ταιριαστοί στο υποκείμενο που τους εφαρμόζει. Το χωρίο του Chamfort είναι χαρακτηριστικό αναφορικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές συναναστροφές: «Είναι καλύτερα να αφήσεις τους ανθρώπους/ να είναι όπως είναι παρά να τους θεωρείς κάτι/ άλλο απ’ αυτό που είναι».[19] Ενδεικτικά, αναφέρουμε την υποστήριξη της μοναχικής ζωής ως συνειδητή επιλογή του, θεωρώντας ότι η απουσία περισπασμών είναι προϋπόθεση για την ουσιαστική πνευματική εργασία: «[…] Το τόλμημα να ζει κανείς από μια μικρή περιουσία, χωρίς επάγγελμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εν αγαμία. Η απώλεια της αυτοδιάθεσής μου είναι πολύ μεγαλύτερο δεινό από το πλεονέκτημα που μπορώ να αποκομίσω κερδίζοντας ένα άλλο πρόσωπο».[20]

Διαβάζοντας την Τέχνη του γνώθι σαυτόν του Σοπεγχάουερ ο σύγχρονος αναγνώστης δεν γνωρίζει μόνο τις απόψεις ενός σημαντικού φιλοσόφου, που διασώθηκαν χάρη στη μεθοδικότητα των ερευνητών, αλλά συνειδητοποιεί ότι κάθε άνθρωπος χρειάζεται να διαμορφώνει με συνέπεια έναν οδηγό ζωής, που θα καλύπτει τις δικές του ατομικές επιλογές και προσωπικές επιδιώξεις. Ο βαθμός επιτυχίας ή ορθότητάς τους, δηλαδή, δεν θα πρέπει να κρίνεται από το πόσο ταιριάζουν με το γενικό σύνολο ή τις παραδεδομένες αξίες, αλλά από τον βαθμό λειτουργικότητάς τους και κατά πόσο οδηγούν το άτομο σε μια βαθύτερη γνωριμία με τις εσώτερες ανάγκες του. A SchopenhauerΜέσα σε αυτό το πλαίσιο, το συγκεκριμένο έργο του Σοπεγχάουερ έχει φιλοσοφική αξία, αναγνωστικό ενδιαφέρον και πρακτική χρησιμότητα για τον τρόπο που επικοινωνούμε με τον εαυτό μας.

Χαρακτηριστικό το χωρίο του Σαίξπηρ που παραθέτει:

Πάνω απ’ όλα, να ’σαι στον εαυτό σου πιστός·
Κι αυτό συνεπάγεται, όπως την ημέρα η νύχτα.
Δεν μπορείς ψεύτικος να ’σαι για κανέναν.[21]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Εισαγωγή του μεταφραστή», σ.18.
[2] Ό.π., σ.11
[3] Ό.π. σ.14.
[4] Arthur Schopenhauer, Η τέχνη του γνώθι σαυτόν, σ.130 από το Στωικά παράδοξα, Β’, σ.17.
[5] «Εισαγωγή του μεταφραστή», ό.π., σ.13-14.
[6] Ό.π., σ.18-25.
[7] Βλ. Οι συνομιλίες του Σοπεγχάουερ με άλλους και τον εαυτό του (1898)
[8] Βλ. Ο Άρθουρ Σοπεγχάουερ όπως τον γνώρισα (1862)
[9] «Εισαγωγή του μεταφραστή», σ.25-27.
[10] Ό.π., σ.17, 21.
[11] Ό.π., σ.15, 45.
[12] Arthur Schopenhauer, ό.π., σ.68.
[13] Ό.π., σ.126.
[14] Ό.π., σ.111.
[15] Ό.π., σ.16, 51, 57.
[16] Ό.π., σ.28, 37, 59.
[17] Ό.π., σ.65.
[18] Ό.π., σ.102.
[19] Ό.π., σ.113.
[20] Ό.π., σ.103.
[21] Ό.π., σ.78, από τον Άμλετ I, 3, στ.78-80.

 

Η τέχνη του γνώθι σαυτόν
Arthur Schopenhauer
Εισαγωγή – Μετάφραση: Παύλος Κλιματσάκης
Επιμέλεια: Δημήτρης Υφαντής
Ροές
144 σελ.
ISBN 978-960-283-483-1
Τιμή €8,48
001 patakis eshop

Ο Τάσος Μιχαηλίδης είναι δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, διδάσκων ΠΑΔΑ.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο