Η όπερα «ανεβαίνει» στο Διαδίκτυο | Θέατρο


Να λοιπόν που συνέβη και αυτό, να παρακολουθούμε μια πρόβα με τις καρέκλες μας επί σκηνής και την πλάτη στραμμένη στην πλατεία. Χίλιους τετρακόσιους θεατές μπορεί να δεχθεί η αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της ΕΛΣ, αλλά λόγω των έκτακτων μέτρων εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, θα μείνει άδεια μέχρι νεωτέρας. Πίσω μας λοιπόν κανείς, και εκεί όπου συνήθως κάθεται ο σκηνοθέτης και το επιτελείο του ελέγχοντας την πορεία του έργου, υπάρχει μόνον σκοτάδι. Η δράση εκτυλίσσεται μπροστά μας.

Το γύρισμα για τη δημιουργία της «Opera Povera», που εντάσσεται στο 1ο Διαδικτυακό Φεστιβάλ της ΕΛΣ «Εξοδος: Ανοιξη», βρίσκεται σε εξέλιξη. Γι’ αυτό τίποτε δεν θυμίζει ό,τι ξέραμε έως τώρα για τις παραγωγές της Λυρικής. Πότε άλλοτε οι μονωδοί θα κοιτούσαν μια κάμερα αντί τους θεατές; Πότε οι τεχνικοί θα έμπαιναν στο πλάνο σπρώχνοντας ένα άλογο με ρόδες και μια σκάλα για να σκαρφαλώσει ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος και να τραγουδήσει έφιππος σε play back «Φτερό στον άνεμο γυναίκας μοιάζει»; Πότε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ Αλέξανδρος Ευκλείδης θα εμφανιζόταν ντυμένος Πάπας, να σχολιάζει με την παρουσία του χιουμοριστικά τη σκαμπρόζικη άρια «Θέλω να τον δω!» από την οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Θέλω να δω τον Πάπα»;

Ο,τι συμβαίνει εδώ μπροστά μας ζωντανά και ό,τι θα δούμε ψηφιακά στις δύο βιντεο-παραστάσεις «Opera Povera» και «Operetta Povera», που κάνουν πρεμιέρα στις 28 και 30 Ιουνίου αντίστοιχα, είναι μια νέα εμπειρία θέασης και ακρόασης στο λυρικό θέατρο. Εντάσσεται στον καλλιτεχνικό προγραμματισμό που έχει εγκαινιάσει η ΕΛΣ και «απαντά» στην πρόκληση που θέτουν οι περιορισμοί στον κόσμο του θεάματος. Διαθέτει πρωτοτυπία στη σύλληψη, ευελιξία στην υλοποίηση και απευθύνεται στο διαδικτυακό κοινό, που όλα δείχνουν πως είναι δυναμικό – οι οκτώ πρώτες παραγωγές του 1ου Διαδικτυακού Φεστιβάλ είχαν 215.000 viewers έως τις αρχές Ιουνίου.

«Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο βίντεο-περφόρμανς, μια σειρά από βιντεοκλίπ με οπερατικό περιεχόμενο», διευκρινίζει ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης. «Η arte povera υπενθύμισε την ταπεινή προέλευση των συστατικών της τέχνης και υπογράμμισε έννοιες όπως η επανάχρηση υλικών προκειμένου να αποκτήσουν άλλο νόημα μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Βεβαίως εμείς δεν σοβαρολογούμε κάνοντας αναφορά στο σπουδαίο αυτό κίνημα, αφού δεν μπορούμε να το εφαρμόσουμε σε μια κατ’ εξοχήν “πλούσια” τέχνη όπως η όπερα», σχολιάζει.




Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τηρήθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ενώ τα 20 και πλέον κοστούμια που χρησιμοποιήθηκαν απολυμάνθηκαν από το ενδυματολογικό τμήμα της ΕΛΣ με μηχανήματα ατμού.

«Στην “Opera Povera” είχαμε την ιδέα να παίξουμε με τη διαρκώς παρούσα στον κόσμο της όπερας φαντασίωση της ιδεώδους και αμετάβλητης κλασικής φόρμας μιας παράστασης λυρικού θεάτρου. Τι είναι πραγματικά “οπερατικό” για το κοινό της όπερας; Εως πού μπορούμε να φτάσουμε την προσδοκία του κρινολίνου, των ιστορικών κοστουμιών και σκηνικών; Τι είναι μοντέρνο και τι παλιομοδίτικο; Η τέχνη της όπερας είναι ένας υπέροχος αναχρονισμός και αυτή τη διάστασή της υπογραμμίζουμε επιστρέφοντας όχι μόνο σε κοστούμια και σκηνικά παλιών παραστάσεων της ΕΛΣ, αλλά και στα μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενα των πρώτων δεκαετιών λειτουργίας του οργανισμού».

Ενα παιχνίδι με τις αναμνήσεις –των θεατών αλλά και του οργανισμού– βρίσκεται λοιπόν στο επίκεντρο αυτής της καλλιτεχνικής προσπάθειας. Το σπουδαίο με τους μακρόβιους θεσμούς είναι ότι διαθέτουν ιστορία, γι’ αυτό οι καλύτερες στιγμές τους έρχονται όταν μπορούν να χρησιμοποιήσουν δημιουργικά την εμπειρία τους και να αναπλάσουν το υλικό τους με συγχρόνους όρους. Αυτό το «μπουκάλι που ρίχνεται στον ωκεανό για να συναντήσει το κοινό και να ξαναπιάσει το νήμα της επικοινωνίας μαζί του», όπως χαρακτήρισε το εγχείρημα ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, κρύβει, πίσω από το χιούμορ και την ελαφράδα του, σκληρή δουλειά και γνώση.

Για τη βιντεοσκόπηση των δύο παραγωγών, που περιλαμβάνουν άριες και ντουέτα από διάσημες όπερες και οπερέτες, χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 100 σκηνικά αντικείμενα, τα περισσότερα από τα οποία επιλέχθηκαν από τις αποθήκες της ΕΛΣ στο Μενίδι και αποτελούσαν μέρος των σκηνικών παλαιότερων παραγωγών.

Τα γυρίσματα των βίντεο διήρκεσαν δύο ημέρες, από ένα 12ωρο κάθε ημέρα. Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, συμμετείχε το 1/3 του τεχνικού προσωπικού, το οποίο εργάστηκε εναλλάξ σε βάρδιες, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, όπως επιβάλλει το υγειονομικό πρωτόκολλο λόγω πανδημίας. Οι ηχογραφήσεις των κομματιών που ακούγονται στα βίντεο διήρκεσαν συνολικά τέσσερις ημέρες και έγιναν σε διαφορετική χρονική περίοδο. Τις ημέρες των γυρισμάτων, τα ηχογραφημένα κομμάτια χρησιμοποιήθηκαν ως play back.

Από προηγούμενες παραγωγές, επίσης, επιλέχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα από 20 κοστούμια. Τόσο τα ρούχα όσο και οι περούκες απολυμάνθηκαν από το ενδυματολογικό τμήμα της ΕΛΣ με μηχανήματα ατμού (steamers) και στη συνέχεια οι ερμηνευτές τα φόρεσαν μόνοι τους με τις εξ αποστάσεως υποδείξεις των ενδυτριών, που φορούσαν μάσκες. To μακιγιάζ έγινε από τους ίδιους τους καλλιτέχνες με την επίβλεψη των υπευθύνων του τμήματος μακιγιάζ, χωρίς να υπάρχει φυσική επαφή, και προφανώς φορώντας συνεχώς μάσκες.

«Τα τσιμπιδάκια για τα μαλλιά φορέθηκαν μία φορά και μετά πετάχτηκαν, τα σφουγγαράκια που χρησιμοποιούνται στο μέικαπ το ίδιο, το κραγιόν των χειλιών ήταν αποκλειστικά για ένα πρόσωπο», λέει η Αλεξία Θεοδωράκη που έχει την επιμέλεια των σκηνικών και των κοστουμιών. Η ίδια επιμελήθηκε τη συγκέντρωση των κοστουμιών από το βεστιάριο της ΕΛΣ, «έναν χώρο στον οποίο ούτως ή άλλως η επίσκεψη γίνεται πολύ προσεκτικά και συχνά με μάσκα εξαιτίας της σκόνης. Στις υπάρχουσες προφυλάξεις προστεθήκαν μερικές ακόμη», σχολιάζει.

Φορώντας το κοστούμι του Παπαγκένο, με το οποίο έκανε το ντεμπούτο του στην όπερα –στον «Μαγικό αυλό» που ανέβασε η ΕΛΣ το 1996–, βγαίνει και τώρα στη σκηνή ο βαρύτονος Χάρης Αδριανός. Με φόντο τρία λουλουδάτα ταμπλό και περιτριγυρισμένος από άδεια κλουβάκια, τραγουδάει το περίφημο ντουέτο με την Παπαγκένα – Χρύσα Μαλιαμάνη, αυτή τη φορά μπροστά σε μια κάμερα. «Περίεργη εμπειρία», λέει όταν τον ρωτάω πώς νιώθει, «γιατί εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε μεγάλη ανάγκη από τους συναδέλφους μας, τους μουσικούς, το κοινό. Αλλά κι έτσι μένουμε σε επαφή με τη μουσική, κι αυτό έχει σημασία».





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο