Καθηγητής Ιωάννης Υφαντόπουλος: Εκτός από την CoViD-19, υπάρχουν και τα μη μεταδοτικά νοσήματα – Επιστήμη & Ζωή – Ειδήσεις


Δεν είναι μόνον η CoViD-19 απειλή για τη Δημόσια Υγεία. Σοβαρά νοσήματα, όπως ο καρκίνος, τα καρδιαγγειακά, οι χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού και ο διαβήτης, προσβάλλουν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού. Οι επιπτώσεις τους θα μπορούσαν να αποτραπούν, με σωστές στρατηγικές πρόληψης.

Για το σοβαρό αυτό θέμα μίλησε στο Iatronet ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Ιωάννης Υφαντόπουλος, ο οποίος παρακολούθησε την πρώτη πανευρωπαϊκή διάσκεψη που έγινε για το συγκεκριμένο θέμα. Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:

Τι είναι τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα και πώς θα μπορούσε να μειωθεί η θνησιμότητα τους;

 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει υιοθετήσει τον στόχο “25 για το 25” και σημαίνει τη μείωση της θνησιμότητας των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων (Non Communicable Diseases-NCDs) κατά 25% μέχρι το 2025. Στην κατηγορία των μη μεταδιδόμενων ασθενειών συμπεριλαμβάνονται τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο καρκίνος, οι χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού και ο διαβήτης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση 550.000 άτομα πεθαίνουν πρόωρα ετησίως από μη μεταδιδόμενα νοσήματα (NCDs). Στην Ελλάδα το 38% των θανάτων αποδίδεται σε νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος, 25% στον καρκίνο και 20% στα νοσήματα του αναπνευστικού. Η νοσηρότητα και η θνησιμότητα από τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να αποφευχθεί από έναν υγιέστερο τρόπο διαβίωσης και με την ανάπτυξη στρατηγικής μέτρων πρόληψης. Τα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνουν δράσεις και δημόσιες πολιτικές κατά του καπνίσματος, του αλκοολισμού, της παχυσαρκίας, της κακής διατροφής και της έλλειψης σωματικής άσκησης. Διανύοντας μία περίοδο πανδημίας, όπου οι σημαντικές επιπτώσεις στην κοινωνία, την οικονομία και την υγεία έχουν επισημανθεί από πολλές έρευνες και ακαδημαϊκά κέντρα, τα μέτρα πρόληψης αποτελούν πρωταρχικό στόχο τόσο για την οικονομική όσο και για την υγειονομική πολιτική μιας χώρας. Η Ελλάδα παρά τα υψηλά ποσοστά καπνίσματος και παχυσαρκίας, αποτέλεσε μια χώρα “πρότυπο” σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές και Αναπτυγμένες χώρες της υφηλίου. Η επιτυχία οφείλεται στην άμεση προσαρμοστικότητα και “υπακοή” των πολιτών, στα μέτρα της δημόσιας υγείας που προτάθηκαν από τον ΕΟΔΥ και οδήγησαν στη χαμηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα από τη νόσο COVID-19, καθώς και στην αποφυγή των καταστροφικών επιπτώσεων του ιού στην υγεία των πολιτών και στο υγειονομικό μας σύστημα.

Ποια ήταν τα βασικά θέματα που συζητήθηκαν στην Πρώτη Πανευρωπαϊκή διάσκεψη “European NCD PARTNERSHIP” και ποιος ο ρόλος των διεθνών οργανισμών στην αντιμετώπιση των NCDs;

Τα θέματα της Στρατηγικής της Δημόσιας υγείας και της απαιτούμενης διατομεακής συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων φορέων άσκησης πολιτικής Υγείας συζητήθηκαν πρόσφατα στην Πρώτη Πανευρωπαϊκή διάσκεψη με τίτλο “European NCD PARTNERSHIP” (PARTners in Ncds Engage foR building Strategies to improve Healthy ageing In Patients) Summit”, με την υποστήριξη της Upjohn, εταιρείας του ομίλου της Pfizer. Στη διάσκεψη συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, ένα νέο μοντέλο αρμονικής συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών φορέων με αντικειμενικό στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την αποφυγή πρόωρων θανάτων από τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα. Αξίζει να διευκρινισθεί ότι το νέο μοντέλο συνεργασίας αφορά ένα μεγάλο φάσμα φορέων που συμπεριλαμβάνει: τους υπεύθυνους άσκησης πολιτικής υγείας, τις φαρμακοβιομηχανίες, τους ακαδημαϊκούς, τους ερευνητές, τους συλλόγους ασθενών, καθώς και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η συνεργασία των παραπάνω φορέων συμβάλλει στην αναζήτηση και τεκμηρίωση του αρίστου δυνατού αποτελέσματος για τον ασθενή. Θα πρέπει να τονισθεί ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος των ασθενών, γιατί αφενός είναι οι αποδέκτες της θεραπείας τους και αφετέρου συμβάλλουν με την εμπειρία τους στην καλύτερη προσαρμοστικότητα και συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή. Η διατομεακή συνεργασία αποδείχθηκε ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμη και για την περίπτωση των καινοτόμων θεραπειών στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της νόσου COVID-19.

Ο ρόλος των διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην προαγωγή της έρευνας, της καινοτομίας και της συνεργασίας μεταξύ των παραπάνω φορέων για την αναζήτηση εμβολίων και αποτελεσματικής θεραπείας, τόσο κατά της πανδημίας της νόσου COVID-19, όσο και των NCDs αποτελεί προτεραιότητα της παγκόσμιας πολιτικής Υγείας.

Επομένως, το μοντέλο παροχής ολοκληρωμένης φροντίδας πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στάδια από την πρόληψη, την πρωτοβάθμια, τη νοσοκομειακή, τη μετανοσοκομειακή, την αποκατάσταση και την κατ’ οίκον φροντίδα διασφαλίζοντας τη συνέχεια στην περίθαλψη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των ανθρώπων.

Ποια είναι η έννοια της φαρμακευτικής συμμόρφωσης και ποιος ο ρόλος της στην αντιμετώπιση των NCDs;

Η έννοια της φαρμακευτικής συμμόρφωσης είναι καθοριστική τόσο για τους ασθενείς με NCDs όσο και για το σύστημα υγείας, γιατί περιγράφει το βαθμό κατά τον οποίο ο ασθενής κατανοεί, συμφωνεί και ακολουθεί τις συμβουλές του γιατρού σχετικά με τη θεραπεία του. Με τον τρόπο αυτό ο ασθενής αναλαμβάνει έναν ενεργητικό ρόλο και επιτυγχάνονται τα βέλτιστα κλινικά αποτελέσματα. Οι χρόνιες παθήσεις (όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία) απαιτούν τη λήψη μακροχρόνιας φαρμακευτικής αγωγής, που καλύπτει όλο το φάσμα επιβίωσης του ανθρώπου. Η παράλειψη ή η αδυναμία λήψης της προτεινόμενης φαρμακευτικής θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές υγείας, έκτακτες νοσηλείες, πρόωρη αναπηρία, γενικότερη επιδείνωση της υγείας και της ποιότητας ζωής του ασθενή, επιφέροντας ακόμη και θάνατο.

Επιπλέον, η φαρμακευτική συμμόρφωση έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τα κλινικά αποτελέσματα ατόμων με χρόνιες παθήσεις, ενώ παράλληλα μειώνει τον κίνδυνο νοσηλείας και εξοικονομεί πόρους στο σύστημα υγείας. Παρέχει, επίσης, αποδεδειγμένα οφέλη στην ποιότητα ζωής. Ωστόσο, υπάρχουν παράγοντες όπως η ανεπαρκής γνώση, η αμέλεια, η σχέση γιατρού-ασθενούς και οι φραγμοί στην πρόσβαση της θεραπείας, μεταξύ άλλων, που ορισμένες φορές επηρεάζουν την έκβαση της φαρμακευτικής συμμόρφωσης.

Σύμφωνα με μελέτες, περίπου το 50% των ασθενών δεν λαμβάνουν τη φαρμακευτική τους αγωγή ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού τους, ενώ το 49% των ασθενών παραδέχονται ότι έχουν ξεχάσει να πάρουν το φάρμακο τους. Στο νέο ερευνητικό πρόγραμμα “Project chAnGE”, το οποίο υποστηρίζει η Upjohn, και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και τιμή συμμετέχω από την Ελλάδα, διεξάγουμε πολυκεντρική επιστημονική έρευνα, που έχει ως στόχο τη διερεύνηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην υγιή γήρανση των ασθενών με μη μεταδιδόμενα νοσήματα καθώς και να προτείνει τις απαραίτητες αλλαγές στην κλινική πρακτική.

Συνοψίζοντας, η συμμόρφωση είναι σημαντικός αλλά τροποποιήσιμος παράγοντας για την καλή πορεία της νόσου, ενώ η ελλιπής συμμόρφωση αποτελεί εμπόδιο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των NCDs με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις στο σύστημα υγείας της χώρας μας.

Δημ.Κ.

Σύνδεσμοι διαφημιζομένων





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο