Κακοποίηση και καρδιαγγειακές παθήσεις – Επιστήμη & Ζωή – Ειδήσεις


Επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ ανακάλυψαν τον συσχετισμό της παιδικής κακομεταχείρισης, όπως η σωματική και σεξουαλική κακοποίηση ή παραμέληση, με μετέπειτα καρδιαγγειακές παθήσεις.

Προηγούμενες μελέτες αποκάλυψαν ότι η παιδική κακομεταχείριση μπορεί να επηρεάσει την ψυχική και σωματική υγεία. Ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες έχουν καταγράψει αυτοαναφερόμενες καρδιαγγειακές νόσους, και λίγες εξέτασαν ιατρικά επαληθευμένες περιπτώσεις και διερεύνησαν διαφορετικούς τύπους καρδιαγγειακών παθήσεων.

“Υπάρχουν επίσης λίγα στοιχεία για το πώς η σχέση μεταξύ της παιδικής κακοποίησης και των καρδιαγγειακών παθήσεων διαφέρει ανάλογα με το φύλο και την ηλικία”, εξηγούν οι ερευνητές.

Για τη μελέτη τους, οι ερευνητές ανέλυσαν τις απαντήσεις σε ένα διαδικτυακό ερωτηματολόγιο ψυχικής υγείας που συμπλήρωσαν 157.311 συμμετέχοντες από τη Βρετανική Biobank – μια διεθνή βάση δεδομένων για την υγεία που σχεδιάστηκε για να βελτιώσει την πρόληψη,τη διάγνωση και τη θεραπεία ενός ευρέος φάσματος σοβαρών και απειλητικών για τη ζωή ασθενειών.

Όρισαν τις καρδιαγγειακές παθήσεις ως όλες τις παθήσεις της καρδιάς, τις ασθένειες υψηλής αρτηριακής πίεσης, τις ισχαιμικές καρδιακές παθήσεις και τις εγκεφαλοαγγειακές παθήσεις. Οι ερευνητές τις διερεύνησαν από αυτοαναφερόμενα περιστατικά, μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, αρχεία νοσοκομείων και θανάτων.

Παραμέληση

Συναισθηματική παραμέληση ήταν ο πιο κοινός τύπος παιδικής κακομεταχείρισης (22,5%), ακολουθούμενη από σωματική κακομεταχείριση στους άνδρες (21,1%) και συναισθηματική κακομεταχείριση στις γυναίκες (17,9%). Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι όλοι οι τύποι κακομεταχείρισης  και στα δύο φύλα συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Συγκεκριμένα, η εμφάνιση οποιαδήποτε είδους καρδιαγγειακής νόσου έφτασε στους άνδρες το 54,3% και στις γυναίκες το 40,3%. Όπως αναφέρουν  πάντως οι ερευνητές, ο συσχετισμός με την κακομεταχείριση στην παιδική ηλικία ήταν ισχυρότερος στις γυναίκες.

Από την στιγμή που ο συσχετισμός διαφέρει πραγματικά ανάλογα με το φύλο, είναι αποφασιστικής σημασίας να διερευνηθούν περαιτέρω οι μηχανισμοί που συμβάλλουν σε αυτόν, αναφέρεται χαρακτηριστικά από τους ερευνητές.  

Πηγές: Heart

Σύνδεσμοι διαφημιζομένων





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο