Κοινωνίες έτοιμες να παραδοθούν | Βιβλίο


MICHAEL FOESSEL

Υποτροπή 1938

μτφρ.: Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

επιμ.: Αννα Μαραγκάκη

εκδ. Πόλις, σελ. 196

IAN BURUMA

Ετος Μηδέν. Μια ιστορία του 1945

μτφρ.: Γιάννης Αβραμίδης
εκδ. Θύραθεν, σελ. 358

Περισσότερα χωρίζουν παρά ενώνουν το «Υποτροπή 1938» του Γάλλου καθηγητή φιλοσοφίας Μικαέλ Φεσέλ με το «Ετος Μηδέν. Μια ιστορία του 1945» του Ολλανδού ιστορικού Ιαν Μπουρούμα. Κι ωστόσο, τα έστω και λίγα κοινά τους στοιχεία αρκούν για να τα διαβάσει κάποιος συνδυαστικά.

Ποια είναι αυτά; Η εύκολη απάντηση είναι οι χρονολογίες στους τίτλους. Μια δεύτερη απάντηση είναι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και επί της ουσίας: η συλλογιστική πάνω στο σκότος του φασισμού, της συντριβής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και, εν τέλει, της γενοκτονίας, της μαζικής ανθρωποκτονίας.

Το βιβλίο του Φεσέλ εστιάζει στην τελευταία χρονιά φαινομενικής ειρήνης στη Γαλλία και κατ’ επέκταση στην Ευρώπη. Το βιβλίο του Μπουρούμα επικεντρώνεται στη χρονιά που έληξε ο πόλεμος – και στη νέα εποχή που ανατέλλει. Ο Φεσέλ γράφει για την εποχή της ακμής του φασισμού, της ακροδεξιάς, των αυταρχικών καθεστώτων, ο Μπουρούμα για την εποχή της συντριβής όλων αυτών (με εξαίρεση τα δικτατορικά κομμουνιστικά καθεστώτα). Με άλλα λόγια, είναι σαν τα δύο αυτά βιβλία να αποτελούν τους αντιθετικούς πόλους του ίδιου άξονα.

Ομως, ακριβώς επειδή μιλάμε για διπολικά κείμενα, οι διαφορές τους είναι χτυπητές. Πρώτη πρώτη: ο Φεσέλ σκύβει πάνω από το 1938 της Γαλλίας μέσα από την ανάλυση του γαλλικού Τύπου. Ο Μπουρούμα, από την άλλη, εστιάζει ευρύτερα, στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία.

Μιλώντας για τη Γαλλία, ο Φεσέλ δημιουργεί ένα αναγνωστικό ανάπτυγμα που για τον προσεκτικό αναγνώστη γρήγορα γίνεται κατανοητό πως ό,τι συμβαίνει στη Γαλλία, σε μια τόσο κομβική χρονιά όπως ήταν το 1938, αντανακλά σε όλη την Ευρώπη και, αντίστροφα, όλα όσα δραματικά συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη έχουν σοβαρό αντίκτυπο και στη Γαλλία.

Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα, ξεκινώντας από το «Υποτροπή 1938». Εδώ, ο Φεσέλ κάνει φύλλο και φτερό τον γαλλικό Τύπο εκείνης της χρονιάς. Η έρευνά του όμως είναι στοχευμένη και είναι επίσης η έρευνα όχι ενός ιστορικού αλλά ενός στοχαστή. Δεν τον απασχολεί τόσο η καταγραφή συμβάντων και λεγομένων όσο οι κρυφές αναλογίες ανάμεσα στο 1938 και το 2018 (χρονιά που γράφει το βιβλίο), ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.

Οχι, δεν είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι ζούμε νέο Μεσοπόλεμο κ.ο.κ. Αναζητά και εντοπίζει όχι ομοιότητες αλλά αναλογίες. «Το καίριο ερώτημα», γράφει, «δεν είναι πια “τι συνέβη στη δεκαετία του ’30 το οποίο θα μπορούσε να ξανασυμβεί;”, αλλά “Εκδήλωση τίνος πράγματος είναι η δεκαετία του ’30 – και, άραγε, έχουμε τελειώσει οριστικά με αυτό;”».

Η κατάληξη του ερωτήματος, αν «έχουμε τελειώσει οριστικά με αυτό», στοιχειώνει όλο το βιβλίο. Ποιο είναι όμως το «αυτό;» του Φεσέλ; Μα η άνοδος του ναζισμού και του φασισμού, το ύστατο σπαρτάρισμα των Δημοκρατικών της Ισπανίας, η γενικότερη επιβολή αυταρχικών καθεστώτων στην Ευρώπη (φωτεινή εξαίρεση η Μεγάλη Βρετανία), τα μαζικά κρούσματα αντισημιτισμού (και) στη Γαλλία. Το 1938 είναι η χρονιά της ατυχούς Συμφωνίας του Μονάχου (με την ουσιαστική παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ), γεγονός που σχολιάζει και ο Μπουρούμα στο «1945»: «Η Τσεχοσλοβακία, μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, αρχικά τεμαχίστηκε από τον Χίτλερ το 1938, με τη συνενοχή της Γαλλίας και της Βρετανίας· όπως είχε πει ο πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν, ήταν “ένας καβγάς σε μια μακρινή χώρα, μεταξύ λαών για τους οποίους δεν γνωρίζουμε τίποτε”».

Το 1938 ήταν και η χρονιά της προσάρτησης της Αυστρίας στη Γερμανία, και βέβαια της φρικαλέας Νύχτας των Κρυστάλλων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, ο Φεσέλ φωτίζει το αναβράζον πολιτικό και κοινωνικό τοπίο της χώρας, κάνοντας λόγο για έναν άτυπο, υπόγειο «γαλλικό εμφύλιο»: ειδικά ως προς την αρθρογραφία της γαλλικής ακροδεξιάς, ο Φεσέλ δείχνει πώς αυτή υποβαθμίζει την ένταση στις σχέσεις Γαλλίας και Γερμανίας, αναδεικνύοντας περισσότερο τον εσωτερικό εχθρό. Ποιος είναι αυτός; Οσους ακόμα στηρίζουν τις «υποσχέσεις του Διαφωτισμού για ελευθερία, ισότητα και χειραφέτηση». Κατά τον Φεσέλ, ανάλογη αντίδραση στις «υποσχέσεις του Διαφωτισμού» ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Ας μη μας ξεγελάει η πρόοδος και η χειραφέτηση που έφερε η τεχνολογία, λέει ο Γάλλος στοχαστής: το ροκάνισμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας εκ των έσω καλά κρατεί. «Στη Γαλλία του 1938», γράφει, «αντίκρισα μια κοινωνία που, δίχως να ξέρει τι την περίμενε, είχε παραιτηθεί ως προς τα βασικά». Εδώ έγκειται και η υποτροπή του τίτλου, που θυμίζει υποτροπές του σήμερα: πώς κοινωνίες δημοκρατικών χωρών, εξαντλημένες από την οικονομική αβεβαιότητα μιας δεκαετίας, υπό το φάσμα της δραματικής υποχώρησης του κράτους-πρόνοιας, την τραγωδία της μετανάστευσης και την άνοδο ακραίων σχημάτων (δεξιών και αριστερών), μοιάζουν έντρομες «να παραιτηθούν ως προς τα βασικά».

Ετσι λοιπόν, η κληρονομιά του 1938 θα είναι πόλεμος, ο πόλεμος που ξεκίνησε με τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη Γερμανία και κατέληξε σε μια άνευ προηγουμένου γενοκτονία πέραν της Γερμανίας (και δύο ατομικές βόμβες, αν φτάσουμε ώς την Απω Ανατολή). Και όμως, υπογραμμίζει κάπου ο Φεσέλ, δεν ήταν όλα αναπόφευκτα το 1938…

Ενας κόσμος γεμάτος συντρίμμια, που όμως ονειρεύεται

Ο πόλεμος λάμπει διά της απουσίας του στο διανοητικό άλμα που δοκιμάζουμε από το 1938 στο 1945; Καθόλου, είναι πανταχού παρών. Μα «έληξε στ’ αλήθεια ο πόλεμος το 1945;», διερωτάται στο τέλος του δικού του βιβλίου ο Μπουρούμα, για να σχολιάσει πως για κάποιους ιστορικούς το ουσιαστικό του τέλος σήμανε το 1989, με την πτώση του Τείχους, την κατάρρευση των κομμουνιστικών δικτατοριών.

Εάν ο Φεσέλ αναλύει και ανατέμνει, ως καθηγητής φιλοσοφίας που είναι, ο Μπουρούμα, ως ιστορικός, εστιάζει περισσότερο στην ανάδειξη της μεγάλης εικόνας μέσα από ένα αφηγηματικό ψηφιδωτό. Και αν η Γαλλία, ή αν θέλετε το Παρίσι, βρίσκεται στο επίκεντρο του «1938», στο «1945», ο Μπουρούμα δείχνει μια ελαφρά προτίμηση στο Βερολίνο: αρχικά στο Βερολίνο του 1945, έπειτα σε εκείνο του 1989.

Ο Μπουρούμα εκκινεί από μια προσωπική αφήγηση: οι εμπειρίες του Ολλανδού πατέρα του, αιχμαλώτου στο Βερολίνο των συμμαχικών βομβαρδισμών και της σοβιετικής εισβολής. Το βιβλίο κλείνει με ένα συγκινητικό επεισόδιο: πώς έζησε ο συγγραφέας με τον πατέρα του τη γιορτή της πτώσης του Τείχους («δεν υπήρχε όμως τίποτε το εθνικιστικό ή απειλητικό στον αέρα εκείνης της νύχτας», σημειώνει.

Το «1945» σηματοδοτεί το τέλος μιας φρίκης, την οποία είδαμε να αναδύεται το «1938», πάνω απ’ όλα όμως, σηματοδοτεί την αυγή μιας νέας εποχής: είναι η μεταπολεμική ευημερία και ειρήνη, η δημοκρατία και η πρόνοια που έζησαν (εν πολλοίς) οι λαοί της δυτικής Ευρώπης και που τόσο νοσταλγούμε σήμερα. Το «1945» μοιάζει να κράτησε έως περίπου τις αρχές του 2000. Η 11η Σεπτεμβρίου και κυρίως η οικονομική κρίση του 2008, έφεραν άλλα δεδομένα στις ζωές μας. Δεδομένα που σήμερα ίσως να έχουν, διαθλαστικά, αναλογίες πιο πίσω, στο μοιραίο 1938.

Ο Μπουρούμα ρίχνει φως σε έναν κόσμο γεμάτο συντρίμμια – που όμως μπορεί και πάλι να ονειρευτεί. Να ανασάνει. «Η γενιά μου», γράφει ο (γεννημένος το 1951) Μπουρούμα, «γαλουχήθηκε με τα όνειρα των πατεράδων μας: το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας, Ηνωμένα Εθνη, αμερικανική δημοκρατία, ιαπωνικός πασιφισμός, Ευρωπαϊκή Ενωση».

Λίγο πιο κάτω, ο Μπουρούμα έρχεται να συναντηθεί νοερά με τον Φεσέλ του «1938». «Μεγάλο κομμάτι αυτού του κόσμου των πατεράδων μας», παρατηρεί, «έχει ήδη αποσυναρμολογηθεί και οι ραφές του ξηλώνονται γοργά. (…) Οι ελπίδες για σοσιαλδημοκρατία και κοινωνικό κράτος πρόνοιας –ο λόγος για τον οποίο ηττήθηκε ο Τσώρτσιλ το 1945– είναι σήμερα άσχημα μωλωπισμένες, για να μην πούμε πως τις έχουν εξοβελίσει οι οικονομικοί περιορισμοί και η ιδεολογία».

Οπως και ο Φεσέλ, ούτε ο Μπουρούμα πιστεύει ότι η Ιστορία διδάσκει, θεωρεί όμως πως «είναι σημαντικό να ξέρουμε τι συνέβη στο παρελθόν και να προσπαθούμε να βγάλουμε άκρη. Ειδεμή δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την εποχή μας». Ιδού, λοιπόν, πώς, τηρουμένων όλων των αναλογιών, και τα δύο αυτά βιβλία, μέσα σε όλες τους τις διαφορές, μιλούν (και) για το δύσκολο, ζόρικο σήμερα. 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο