«Λαός και λαϊκισμός» του Μ. Γ. Μερακλή



Διάβασα ένα κείμενο δημοσιευμένο στον τόμο 33 της σειράς «Επιστημονικά Συμπόσια» της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, της Σχολής Μωραΐτη. Περιλαμβάνονται στον τόμο οι ανακοινώσεις του Επιστημονικού Συμποσίου που έγινε το 2017, με γενικό θέμα: «Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα» και που τα Πρακτικά του εκδόθηκαν το 2019. Το κείμενο, για το οποίο μιλώ, είναι του κ. Χαράλαμπου Ν. Βέντη, επίκουρου καθηγητή της Φιλοσοφίας και της Θρησκείας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον τίτλο «Το χριστιανικό Ευαγγέλιο ως μέλι και όχι ως άλας του κόσμου». Στον υπότιτλο γίνεται η διευκρίνιση: «Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους ο θρησκευτικός λαϊκισμός υποσκάπτει την εξατομίκευση και τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου». Ο κριτικός αυτός λόγος αναφέρεται στην «ιδρυματική Εκκλησία».

Αφορμή να γράψω το κείμενο αυτό μου έδωσε ο όρος «λαϊκισμός», κατά κύριο λόγο, λέξη που βρίσκεται στο στόμα των νεωτεριστών λογίων. Στο κείμενο γίνεται αναφορά και στον «πολυθρύλητο» «απλόν άνθρωπο», ο οποίος από τους «λαϊκιστές» «εξιδανικεύεται ενώ δεν είναι παρά μια αφαίρεση, μια καρικατούρα στρογγυλεμένου ανθρώπου, που δεν υφίσταται καν». Ο λαός, απ’ τον οποίο προέκυψε ο «λαϊκισμός», ένας νεολογισμός, με ώθησε να γράψω το σύντομο αυτό λαογραφικό σημείωμα, δεδομένου ότι ο κ. Βέντης παρατηρεί ακόμη, πως ο λαϊκισμός «λατρεύει το φασισμό και την τυραννία της γενίκευσης και της ασάφειας». Καταρχήν ο λαός δεν «λατρεύει το φασισμό». Και με την ευκαιρία παρατηρώ, ότι οι νεωτεριστές διανοούμενοι είναι αυτοί, που σχεδόν λατρεύουν ακριβώς την ασάφεια. Κάτι που είναι πασιφανές στην πλειονότητά τους. Σπεύδω εξάλλου να πω, ότι ο κ. Βέντης δεν περιλαμβάνεται στους ασαφείς διανοουμένους.

Εκείνο που αισθάνομαι να λείπει εδώ είναι κάτι άλλο. Εννοώ, ότι ο λαός καθ’ εαυτόν (η λέξη είναι πανάρχαιη, υπαρκτή στα ομηρικά έπη, προ αιώνων λοιπόν και ανά τους αιώνες υπήρξε δυναμικός, φτάνοντας ώς εμάς ολοζώντανος), ο λαός, λοιπόν, δεν έχει καμία σχέση με το νόθο παιδί του, το λαϊκισμό, που ο αγαπημένος ρόλος και σκοπός του είναι η απαξίωση του γνήσιου, αληθινού πατέρα, του λαού. Για όποιον παρατηρεί τα πράγματα, είναι ολοφάνερο πως οι νεωτεριστές διανοούμενοι θέλουν να διαγράψουν από την τωρινή γλώσσα, να σβήσουν τις δύο λέξεις: λαός, λαϊκός. Κάτι τέτοιο μου θυμίζει την ξεκαρδιστική Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά, που διασκέδαζε τους αναγνώστες πριν και μετά το δεύτερο μεγάλο πόλεμο απαξιώνοντας τον «πτωχό λαουτζίκο», απ’ τον οποίο προερχόταν. Καμία σχέση δεν έχει ο κ. Βέντης με τις, μολονότι οδυνηρές, φαιδρότητες του παρόντος. Απλώς νομίζω, ότι θα είταν σκόπιμο να γίνει κάποια διάκριση στον πραγματικά υπαρκτό λαό και στους σουσουδισμούς σύγχρονων διανοουμένων.

Ο κ. Βέντης περιορίζεται στο «θρησκευτικό λαϊκισμό». Σ’ ένα σημείο γράφει: «Ο θρησκευτικός λαϊκισμός θωπεύει το θυμικό των φοβικών μικρονόων». Στηρίζει τη θέση του αυτή με την αναφορά και σ’ ένα «φωτισμένο ιερωμένο» σε υποσημείωσή του (δεν αμφιβάλλω πως έτσι θα είναι). Λέει ακόμα, ότι ο λαϊκισμός «είναι μια εικονική πραγματικότητα, η οποία κτίζει επιμέρους εικονικές πραγματικότητες, απευθυνόμενος στο θυμικό ανήλικων πνευματικά ανθρώπων, που πιστεύουν ότι κάπου ή κάποτε υπήρχαν τέλειοι άνθρωποι και προπάντων τέλειες κοινωνίες».

Για όποιον παρατηρεί τα πράγματα, είναι ολοφάνερο πως οι νεωτεριστές διανοούμενοι θέλουν να διαγράψουν από την τωρινή γλώσσα, να σβήσουν τις δύο λέξεις: λαός, λαϊκός.

Επιμένει στο «θυμικό φοβικών μικρονόων» «ανήλικων πνευματικά ανθρώπων», ώστε να πιστέψει κάποιος, ότι αυτού του είδους άνθρωποι είναι οι περισσότεροι. Φρονεί ακόμα, ότι αυτοί τοποθετούν τους «τέλειους» ανθρώπους και τις κοινωνίες στο παρελθόν. Οι κανονικοί πάντως χριστιανοί πιστεύουν στο μέλλον της τελειότητάς τους, είτε με την κόλαση είτε με τον παράδεισο. Αυτό διδάσκει το Ευαγγέλιό τους. Όπως και να έχει το πράγμα, το αποφασιστικό όραμα των χριστιανών, και όχι μόνο, είναι αυτό του μέλλοντος αιώνος.

Η «παραδοσιολαγνεία» που σερβίρει ο θρησκευτικός λαϊκισμός: «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα κρατήσουμε», με απόλυτο φανατισμό, δεν έχει θέση στη χριστιανική συμπεριφορά. Ο λαός βέβαια συγκινείται από τα περασμένα – εκεί βρίσκονται οι νεκροί του, που τους επισκέπτεται στα μνήματα ή και αλλιώς, όπως αγαπά και επαναλαμβάνει έθιμα πολύ παλαιά, ώστε να μη γνωρίζουν αυτοί που τα τελούν το νόημά τους κατά την τέλεσή τους: «έτσι τα βρήκαμε». Όμως αυτό δεν σημαίνει καμιά παρελθοντολατρία. Ο λαός εξίσου –ένα πολύ μεγαλύτερο πλήθος– αγαπά το επικό κατόρθωμα της πόλης, που η μαγεία της αντανακλάται ολοένα περισσότερο και στο χωριό.

Διαβάζω ακόμα: «Με το πρόσχημα του “παραδοσιακού” εμπεδώνονται όλα τα κακώς κείμενα και διαιωνίζονται αναχρονισμοί βάναυσοι, κατάφωρα άδικοι και εμπαθείς». Αυτό είναι άγνωστο στο λαό, που χωρίζει αρμονικά σε δύο μέρη την οντότητά του: στο χωριό και στην πόλη.

Υπάρχει και μια λέξη εξαιρετικά σημαντική, και γιατί είναι αμφίσημη: «εξατομίκευση». Ο κ. Βέντης ασπάζεται τη μία από τις δύο σημασίες της. Υπάρχει και η αντίθετη. Θα άξιζε να πει κανείς λίγα έστω λόγια για το αντιθετικό αυτό ζεύγος.

Ο Μιχάλης Μερακλής είναι ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο