Λευκός λόγος, λευκό χαρτί, ποίηση μαύρη σαν το αίμα | Βιβλίο


ΑΤΕΝΑ ΦΑΡΡΟΧΖΑΝΤ

ΛΕΥΚΟΣΕΛΕΥΚΟ

μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης

εκδ. Αντίποδες, σελ. 72

Το προκλητικό ύφος του επαναστατημένου παιδιού δεν υπερισχύει μιας ατόφιας ποιητικής ιδιοσυγκρασίας· κάμπτεται, εντέλει, από αυτήν. Ο λόγος της, που, οριακά, απειλεί να γίνει ξύλινος, συνθηματικός, ανοίγεται την τελευταία στιγμή με θάρρος στο συναίσθημα, μεταφέροντας ικανές ποσότητες λυρικών φορτίων. Η συγκίνηση, η ομορφιά θολώνουν τις επιταγές της ιστορικής συγκυρίας.

Η πρωτότυπη φόρμα και η καινοτόμος τυπογραφία (λευκή γραμματοσειρά σε μαύρο φόντο πάνω σε λευκή σελίδα) πείθουν ότι υπηρετούν το ποίημα και όχι κάποια ακτιβιστική πόζα: ο λευκός λόγος πάνω στο λευκό χαρτί χρειάζεται μια ριζική χημική αντίδραση, την έγχυση του μαύρου, για να αποκαλυφθεί. Και αν η ελληνική μετάφραση ήταν λιγότερο τραχιά (τη συγκρίνω με την αντίστοιχη γερμανική που κυλάει με βελούδινη ρυθμικότητα, παρά την έκδηλη, κατά σημεία, σκληρότητα του περιεχομένου) θα μας επέτρεπε να απολαύσουμε περισσότερο τις αρετές της Ατένα Φαρρoχζάντ.

Στην πρώτη αυτή ποιητική της συλλογή (στο μεταξύ έχει εκδώσει τρεις και έχει γνωρίσει διακρίσεις), η γεννημένη το 1983 στην Τεχεράνη κόρη Ιρανών προσφύγων, που μεγάλωσε στη Σουηδία και γράφει στα σουηδικά, πραγματεύεται ιδιοφυώς την προσφυγική ταυτότητα. Χωρίς να υποχωρεί στον μελοδραματισμό γύρω από τους πρόσφυγες και την εξωτική καταγωγή, που καλλιτεχνικά «πουλάει» στη σημερινή Ευρώπη, η Φαρροχζάντ ανεβάζει στη σκηνή του θεατρικού της ποιήματος τα μέλη της οικογένειας. Τους δίνει τον λόγο ως «η οικογένειά μου», «η μητέρα μου», «η μητέρα της μητέρας μου» (δεν την αποκαλεί «γιαγιά» και η επιλογή της είναι σοφή: η επανάληψη της λέξης «μητέρα» μαζί με την επίτηδες βιασμένη αποστασιοποίηση αφηγείται σιωπηρά το δράμα, κινητοποιώντας πλήθος συναισθημάτων), «ο πατέρας μου», «ο αδερφός μου», «ο αδερφός της μητέρας μου».

Η συστηματική παράθεση του ομιλούντος προσώπου («Η μητέρα μου είπε:», «Ο αδελφός του πατέρα μου είπε:» κ.λπ.) συγκροτεί ένα στέρεο ρυθμικό σχήμα για να αφηγηθεί διωγμούς, βασανισμούς και προσφυγιά μιας οικογένειας (μιας κοινότητας), στην οποία το «ποιητικό εγώ» ανήκει αλλά και στην οποία αντιπαρατίθεται. Τους αγαπά αλλά και τους κρίνει, τους εμπεριέχει αλλά και τους υπερβαίνει, τη στιγμή ακριβώς που επιλέγει να «τους» αφηγηθεί στη γλώσσα της χώρας-υποδοχής. «Η μητέρα μου είπε: Αν σ’ αυτή τη γλώσσα με σκοτώσεις χάρισμά σου/ Ο πατέρας μου είπε: Γράψε πως αυτή η γλώσσα σε σκοτώνει/ γράψε σ’ αυτή τη γλώσσα/ Ο αδερφός μου είπε: Μόνο αν σ’ αναγνωρίζουν είσαι αξιόπιστη».

Οι ισχυροί και ταυτόχρονα πιεστικοί οικογενειακοί δεσμοί, η εκ μέρους της οδυνηρή αλλά και απελευθερωτική επιλογή της συγκεκριμένης γλώσσας, σε βάρος της μητρικής, καθιστούν το πρώτο έργο της μιαν ολοφυρόμενη, αιματοβαμμένη αλλά και θριαμβευτική γιορτή της δυναμικής γυναικείας ταυτότητας της δεύτερης γενιάς.

Το βιβλίο/ποίημα εισάγεται με τον στίχο «Η οικογένειά μου κατέφτασε εδώ με μια μαρξιστική παράδοση ιδεών», παραπέμποντας στους διωγμούς των αριστερών από το χομεϊνικό καθεστώς της Τεχεράνης. Μεταπίπτει αμέσως κατόπιν στον ιδιωτικό χώρο: «η μητέρα μου […] τα πρωινά ξεδιάλεγε τα φωνήεντα σε μακρά και βραχέα/ λες και οι ήχοι που βγαίναν απ’ το στόμα της/ μπορούσαν να ξεπλύνουν το λαδί της δέρμα/ Η μητέρα μου άφηνε το λευκαντικό να στάζει στο συντακτικό της».

Η ποίηση της Ατένα Φαρροχζάντ, με το παράδοξα αρχαιοελληνικό όνομα («Η μητέρα μου είπε: Φαίνεται πως ποτέ δεν σου πέρασε απ’ το μυαλό/ ότι απ’ τ’ όνομά σου κατάγεται ο πολιτισμός») διεκδικεί μερίδιο στα σημερινά ευρωπαϊκά γράμματα. Συγκρουσιακή και καταγγελτική, δεν παύει να είναι ένα υβριδικό σουηδικό (δηλαδή ευρωπαϊκό) παραμύθι.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο