Λευτέρης Καντζίνος: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη



Ο Λευτέρης Καντζίνος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε και σπούδασε Ιστορία. Είναι συγγραφέας δύο πρωτότυπων ιστορικών μονογραφιών (Ο αιγυπτιακός στρατός, 2008, Φον Κανάρης, 2009), ενώ έχει λάβει μέρος στη συγγραφή του συλλογικού τόμου Οι μεγάλοι επαναστάτες (2007). Έχει διατελέσει επικεφαλής περιοδικών εκδόσεων λαογραφικού ενδιαφέροντος για διάστημα μεγαλύτερο από 10 χρόνια και έχει δημοσιεύσει περί τις 140 ιστορικές έρευνες στον περιοδικό Τύπο τα τελευταία χρόνια. Το κύριο αντικείμενο της ερευνητικής του δραστηριότητας είναι η μελέτη και η ανάδειξη λιγότερο δημοφιλών ή ακόμα και άγνωστων στο ευρύ κοινό πτυχών της ελληνικής και της παγκόσμιας Ιστορίας. Το βιβλίο του Αθήνα 1204-1456: Τα άγνωστα χρόνια, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Από πότε ξεκινά η αγάπη σας για την Ιστορία;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Η πρώτη μου θύμηση από ταινία στον κινηματογράφο ήταν το ιστορικό φιλμ για τον Παύλο Μελά με τον ηθοποιό Λάκη Κομνηνό στον ομώνυμο ρόλο. Θυμάμαι δεν πήγαινα ακόμη σχολείο και με είχε πάει η μητέρα μου σε θερινό σινεμά για να το παρακολουθήσουμε. Το πρώτο μου παιδικό βιβλίο ήταν για τον Μεγαλέξανδρο σε μία έκδοση για παιδιά. Και φυσικά, όταν ήμουν 7 χρονών, η επίσκεψή μου στον αρχαιολογικό χώρο της Πομπηίας ήταν μία αποκάλυψη, σαν να μεταφέρθηκα στο παρελθόν.

Ποια είναι τα πρώτα σας ιστορικά βιβλία;

Η πρώτη μου έκδοση έγινε το 2007 και είναι μία συλλογική μονογραφία υπό τον τίτλο Οι μεγάλοι επαναστάτες, που περιλαμβάνει τη βιογραφία εννέα επαναστατών που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία. Τα επόμενα δύο έτη ακολούθησαν δύο προσωπικές μονογραφίες με θεματολογία που δεν υπήρχε, τουλάχιστον έως τότε, αντίστοιχη στην ελληνική βιβλιογραφία. Το 2008 εκδόθηκε Ο αιγυπτιακός στρατός: Η λόγχη των φαραώ, που ουσιαστικά είναι η ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου μέσα απ’ όλες τις στρατιωτικές συρράξεις των Αιγυπτίων. Το 2009 ακολούθησε η, επίσης πρωτότυπη, μονογραφία Φον Κανάρης: Η Άμπβερ και ο πόλεμος των πληροφοριών. Πρόκειται για την ιστορία των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με σημείο αναφοράς τον ναύαρχο Βίλχεμ φον Κανάρης. Και σήμερα, έπειτα από μία σχεδόν 10ετή έρευνα, έχουμε στα χέρια μας το Αθήνα 1204-1456: Τα άγνωστα χρόνια από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ποιος είναι ο ορισμός για την επιστήμη της Ιστορίας;

Επιγραμματικά και επίσημα ως Ιστορία νοείται η επιστήμη που καταγίνεται με τη συστηματική μελέτη του παρελθόντος μέσω (κυρίως) των γραπτών πηγών. Για μένα, εάν μου επιτρέπεται να πω κάτι τέτοιο, είναι η μοναδική επιστήμη που μπορεί να προβλέψει το μέλλον, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Επομένως, αναζητώντας τα «γιατί» του παρελθόντος, τις αιτίες δηλαδή που προκάλεσαν τα γεγονότα, έχουμε τις «απαντήσεις» για το «τι μας μέλλει».

Αθήνα 1204-1456: Τα άγνωστα χρόνια, λοιπόν. Από πότε ξεκινά το ενδιαφέρον σας για τη συγκεκριμένη περίοδο;

Πάντα με πιάνει μία νοσταλγία, όταν αντικρίζω ένα κάστρο και ιδίως αυτά του μη τουριστικού ενδιαφέροντος, που πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου για να τα «αναστυλώσεις». Το 2009, λοιπόν, όταν ξεκίνησα μία προσωπική έρευνα σε αρχεία του Δήμου Αθηναίων για την προέλευση ενός οικογενειακού μου κλάδου, έπεσαν στα χέρια μου κάποιες φωτογραφίες που έδειχναν τον Φράγκικο Πύργο δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης, σαν και αυτή που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Δεν γνώριζα την ύπαρξή του, ούτε και την προέλευσή του. Έτσι, άρχισα να ψάχνω για τα «άγνωστα χρόνια» της Αθήνας…

Οι «κρίκοι» της ιστορικής αλυσίδας είναι πολλοί και αρκετοί εξ αυτών παραμένουν στη λήθη του χρόνου.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες κατά την έρευνα που κάνατε;

Οι δυσκολίες ήταν πολλές. Δεν υπήρχε καμία επικαιροποιημένη επιστημονική μελέτη που να εξειδικεύεται στην Αθήνα μεταξύ 13ου και 16ου αιώνα. Η πρώτη και η μοναδική σχετική έρευνα ήταν αυτή του Φρειδερίκου Γρηγορόβιου το 1882. Όπως καθίσταται αντιληπτό, τα τελευταία 130 χρόνια έχουν λάβει χώρα εκατοντάδες αρχαιολογικές ανασκαφές και πολλαπλάσιες έρευνες, που επιβεβαιώνουν, συμπληρώνουν, αλλά τις περισσότερες φορές «διορθώνουν» την παραπάνω εργασία. Έτσι, λοιπόν, το μοναδικό διαθέσιμο βοηθητικό εγχειρίδιο εμπεριείχε πολλές ελλείψεις και κυρίως ανακρίβειες, που δυσκόλεψαν την προσωπική μου έρευνα. Ωστόσο, η διαδικασία της διασταύρωσης των πληροφοριών οδήγησε σε νέες πηγές, που αποκάλυψαν λεπτομερέστερα τον «χαμένο» κόσμο της μεσαιωνικής Αθήνας. Μία ακόμη δυσκολία ήταν η ταυτοπρόσωπη προσέγγιση των τόσο παλαιών εγγράφων που φυλάσσονται στις Βιβλιοθήκες του εξωτερικού. Ωστόσο, σε αυτή τη διαδικασία βοήθησε η ψηφιακή τεχνολογία, που σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Παλέρμο ή τη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, κατόπιν μίας σχετικής γραφειοκρατικής διαδικασίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποκτήσει ψηφιακή πρόσβαση στο Τμήμα Χειρογράφων.

Πολλά από τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρετε είναι άγνωστα. Γιατί δεν γνωρίζουμε την ιστορία της πόλης της Αθήνας;

Γενικότερα και όχι μόνο για την Αθήνα, οι περισσότεροι γνωρίζουμε πολύ λίγα στοιχεία για την ιστορία μας. Αυτό δεν είναι αδικαιολόγητο ούτε κατακριτέο, αφού όπως μαρτυρούν οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι μόνο το 10-13% των αρχαίων πολιτισμών έχει έλθει στο φως, ενώ το υπόλοιπο περίπου 90% βρίσκεται ακόμη θαμμένο κάτω από τα πόδια μας ή απλά έχει καταστραφεί. Επίσης, ακόμη και οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί καθηγητές Ιστορίας μπορεί να γνωρίζουν άριστα τη χρονική περίοδο της εξειδίκευσής τους, αλλά για το ευρύ φάσμα της ιστορικής εξέλιξης μίας τόσο σπουδαίας πόλης, όπως η Αθήνα, συνήθως οι γνώσεις τους δεν είναι επαρκείς. Η απαρχή αυτής της αιτίας ίσως να βρίσκεται στα χρόνια της σύστασης του νεοελληνικού κράτους, που οτιδήποτε δεν θύμιζε το κλασικό μεγαλείο ή το «ελληνικό» Βυζάντιο έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, αυτή η νοοτροπία ήταν δικαιολογημένη. Επιστημονικά λανθασμένη μεν, δικαιολογημένη δε, διότι τότε δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί μία συμπαγής εθνική συνείδηση στον ελληνικό λαό, οπότε έπρεπε με κάποιον τρόπο αυτό να επιτευχθεί. Σήμερα, όμως, οτιδήποτε δεν «θυμίζει» ελληνικό, δεν σημαίνει ότι δεν είναι ελληνικό ή πως πρέπει να καταστραφεί. Η συντριπτική πλειοψηφία γνωρίζει έστω και «επιφανειακά» τα σημεία αναφοράς της ιστορίας μας· για τον Παρθενώνα, τον Λεωνίδα, τον Κολοκοτρώνη, τη Μικρασιατική Καταστροφή κ.λπ. Αναμφισβήτητα είναι σημαντικά, αλλά όχι τα μοναδικά. Οι «κρίκοι» της ιστορικής αλυσίδας είναι πολλοί και αρκετοί εξ αυτών παραμένουν στη λήθη του χρόνου. Έναν τέτοιο «κρίκο», λοιπόν, φέρνει στη δημοσιότητα και το παρόν βιβλίο για την Αθήνα. Αυτή η διαρκής και ασκόπως επαναλαμβανόμενη χρήση των σημείων αναφοράς της κληρονομιάς μας κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής προπαγάνδας, αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης και ιδεοληπτική αβελτηρία δημαγωγικών σκοπών.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες οικογένειες εκείνης της περιόδου, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή;

Μία από τις ισχυρές και λαοφιλείς αθηναϊκές οικογένειες ήταν η Καπετανάκη, της οποίας γόνοι διέπρεψαν στις επιστήμες και την πολιτική, καθ’ όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας και της οθωμανοκρατίας. Παρόμοια ήταν και η δράση της οικογένειας Κοδρικά (αργότερα μετονομάστηκε σε Κουτρικά). Από τις ισχυρές βυζαντινές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα ήταν οι Μπενιζέλοι και οι Παλαιολόγοι με προέλευση από τον Μυστρά. Παρομοίως, οι Χαλκοκονδύληδες, έχοντας καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα στις αρχές του 15ου αιώνα και συνδέθηκαν με την επίσης βυζαντινή οικογένεια των Μελισσηνών. Γόνοι τους ήλθαν σε επιγαμία με τον επικεφαλής της Καταλανικής Εταιρείας, ενώ κάποιο άλλο μέλος, η Μαρία Μελισσηνή, αναδείχθηκε σε Δούκισσα των Αθηνών. Από τις ρωμαιοκαθολικές στο δόγμα αθηναϊκές οικογένειες που ξεχώρισαν ήταν αυτές των Καϊράκ και Γάσπαρη, ενώ οι Φράγκοι που επέλεξαν να παραμείνουν στην αττική γη απέκτησαν εξελληνισμένα ονόματα, όπως οι ντε λα Ρος σε Δελαρόσης, Δελάς κ.ά. Αντιστοίχως, γόνος των Μεδίκων ήλθε στην Αθήνα και επέλεξε να μετονομαστεί σε Ιατρός και απόγονοί του ανήλθαν σε σημαντικές διοικητικές θέσεις της πόλης, όπως του νοτάριου, δηλαδή του γραμματέα.

Κυριολεκτικά, ποτέ η Ακρόπολη δεν αλώθηκε.

Δολοπλοκίες, ερωτικά πάθη, παρασκηνιακές συνωμοσίες, γεγονότα που εκπλήσσουν τους αναγνώστες. Μπορείτε να κάνετε μια μικρή αναφορά;

Όλα τα παραπάνω, όπως αναφέρετε, γίνονται για την ικανοποίηση του ισχυρότερου «ναρκωτικού» για τον άνθρωπο· της εξουσίας. Εξαίρεση αποτελεί ο έρωτας που, όταν συνδυαστεί με την εξουσία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Μία χαρακτηριστική περίπτωση ήταν αυτή της όμορφης Δούκισσας των Αθηνών Κιάρα, χήρας του Νέριο Β’ Ατζαϊώλι. Αυτή γνώρισε τον νεαρό Βαρθολομαίο Κονταρίνι, ο οποίος ήταν γιος ενός Ενετού αξιωματούχου και παντρεμένος με την κόρη ενός Συγκλητικού. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν παράφορα, οπότε ο Βαρθολομαίος επέστρεψε στη Βενετία, δηλητηρίασε τη γυναίκα του και επανήλθε στην Αθήνα, όπου παντρεύτηκε την Κιάρα. Τελικώς, κατόπιν διαφόρων συνωμοσιών, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ ανέδειξε νέο Δούκα των Αθηνών τον ανιψιό της Κιάρα, τον Φραγκίσκο. Η απόφασή του αυτή λήφθηκε επειδή ήταν η πιο συμφέρουσα γι’ αυτόν επιλογή, αλλά και επειδή ο νεαρός και όμορφος Φραγκίσκος είχε ιδιαιτέρως «στενή» σχέση με τον σουλτάνο, οπότε μπορούσε να τον επηρεάζει. Μία άλλη περίπτωση έντονης παρασκηνιακής δράσης έλαβε χώρα την περίοδο που οι Καταλανοί διοικούσαν την Αθήνα. Συνεχώς αυτοί έρχονταν σε διενέξεις με τους Ενετούς της Εύβοιας, φθάνοντας στο σημείο να γενικευτεί μία σύρραξη ανάμεσα στον δόγη της Βενετίας και τον βασιλιά της Σικελίας (επικυρίαρχος του Δουκάτου των Αθηνών). Τελικώς, κατόπιν διαδοχικών επαφών ανάμεσα στους αντιπροσώπους των δύο πλευρών, τη μεσολάβηση του πάπα και κυρίως χάριν μίας ψευδούς είδησης (τα fake news υπήρχαν από τότε), οι δύο πλευρές συνομολόγησαν μία συνθήκη ειρήνης.

Γιατί η συγκεκριμένη περίοδος είναι συνδεδεμένη με την ιστορία της Ακρόπολης;

Επιτρέψτε μου με τη σειρά μου να αντιστρέψω το ερώτημα: Με ποια ιστορική της περίοδο η Αθήνα δεν συνδέεται με την Ακρόπολη; Στην προϊστορική εποχή, εκεί ήταν το μέγαρο του άνακτα, στην αρχαιότητα μετατράπηκε σε τέμενος, ενώ από την αυτοκρατορική περίοδο αποτέλεσε το Κάστρο μέσα στο οποίο οι Αθηναίοι έμειναν ασφαλείς από τους επιδρομείς. Κυριολεκτικά, ποτέ η Ακρόπολη δεν αλώθηκε. Το Κάστρο, όπως αποκαλείτο σε όλον τον Μεσαίωνα, «έπεσε» μόνον κατόπιν παράδοσης των αμυνομένων, αλλά ποτέ ο εχθρός δεν το κυρίευσε κατά τη διάρκεια μίας μάχης. Η Ακρόπολη ήταν το διοικητικό και το οικονομικό κέντρο των Αθηνών. Εκεί κατοικούσαν οι Λατίνοι Δούκες και εντός των τειχών της έβρισκαν καταφύγιο τόσο οι κάτοικοι του άστεως, όσο και των περιχώρων. Αρχιτεκτονικά ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, που συνδύαζε τη λιτή ομορφιά της κλασικής τέχνης, τροποποιημένης με τα μνημειώδη γοτθικά στοιχεία. Δωρικοί κίονες με ζωφόρους και αετώματα, επιστεμμένα με πολεμίστρες και πύργους και ενισχυμένα με προμαχώνες στα καίρια σημεία εισόδου και υδροδότησης του Κάστρου, κυριαρχούσαν σε ένα φυσικό τοπίο με ποταμούς, ελαιώνες και δάση, οριοθετημένα από τα γύρω βουνά της Πάρνηθας, της Πεντέλης και του Υμηττού. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ούτε υπερβολή που Ισλανδοί, Ισπανοί και Άραβες μνημόνευαν την Ακρόπολη ως το «ομορφότερο Κάστρο του κόσμου».

Αγαπούν οι μαθητές και οι φοιτητές το μάθημα της Ιστορίας;

Από τον χώρο της εκπαίδευσης έχω απομακρυνθεί από την εποχή που ήμουν φοιτητής. Ωστόσο, σε συζητήσεις με ανθρώπους της γενιάς μου αλλά και με νεότερους, πάντα ακούω την ίδια φράση: «Λατρεύω την ιστορία, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου το μάθημα της Ιστορίας». Υποθέτω πως αυτό το αντιφατικό μήνυμα εδράζεται στην υποχρέωση του μαθητή/φοιτητή να εξετάζεται στο «τι» συνέβη κάποτε (με την απομνημόνευση μίας πληθώρας ημερομηνιών και ονομάτων), ενώ θα έπρεπε να τονιστεί το «γιατί» συνέβη κάτι. Για παράδειγμα, όλοι μας ως μαθητές μάθαμε το πότε συνέβησαν οι Περσικοί πόλεμοι, πότε έγινε η μάχη των Θερμοπυλών, η ναυμαχία της Σαλαμίνας κ.λπ., αλλά διδακτικά έπεσε ελάχιστο βάρος στην αιτία που προκάλεσε αυτούς τους πολέμους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μία ωραία πρωία δεν ξύπνησε ο Δαρείος και αποφάσισε να κατακτήσει τους Έλληνες. Ως θετικό βήμα, λοιπόν, στον τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας είναι η καθιέρωση των συνδυαστικών ερωτήσεων κρίσεως στην εξέταση του μαθήματος της Ιστορίας στις Πανελλαδικές, που λαμβάνει χώρα τα τελευταία χρόνια. Σίγουρα αυτή η αλλαγή δεν είναι αρκετή, γιατί αφορά μόνο το 1/12 του εκπαιδευτικού βίου των μαθητών, και πάλι όχι το σύνολό τους.

Γιατί τα τελευταία χρόνια εκδίδονται περισσότερα ιστορικά βιβλία;

Ίσως επειδή οι ενήλικοι αναγνώστες προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους ανάγκες για μάθηση της ιστορίας, που δεν καλύφθηκαν από τη διδασκαλία της Ιστορίας, όταν ήταν μαθητές. Μία ακόμη πιθανή εξήγηση είναι ότι παγκοσμίως η ευημερία του άκρατου καταναλωτισμού και της «δεδομένης» ειρήνης, που είχε επικρατήσει στο τέλος του 20ού αιώνα, κλονίστηκε την τελευταία δεκαετία. Πιθανόν, λοιπόν, οι αναγνώστες και οι ιστορικοί να προσπαθούν να «βρουν» τι έκανε η ανθρωπότητα στο παρελθόν και ξεπέρασε τις παρόμοιες δυσκολίες, ώστε κάτι αντίστοιχο να πράξουν και στο παρόν.

Τι θα συμβουλεύατε τους αναγνώστες που αγαπούν να διαβάζουν ιστορικά βιβλία;

Να εξακολουθούν να αγαπούν την ιστορία και γενικότερα το διάβασμα. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούμε καλύτερη ανάπτυξη κριτηρίων, οπότε δυσκολότερα χειραγωγούμαστε. Η άγνοια είναι επικίνδυνη. Η προκατάληψη οδηγεί στον δογματισμό. Η γνώση όμως είναι ισχύς!

 

Αθήνα 1204-1456: Τα άγνωστα χρόνια
Λευτέρης Καντζίνος
Μεταίχμιο
304 σελ.
ISBN 978-618-03-2163-0
Τιμή €16,60
001 patakis eshop

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας.


Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο