Μάνος Στεφανίδης: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ



«Ο έρωτας μοιάζει σαν την πανσέληνο. Έρχεται, λάμπει, τρελαίνει, μαγεύει, σβήνει. Η αγάπη πάλι είναι ο ανέσπερος ουρανός. Βρίσκεται εκεί, πάντα στη θέση του, προστατευτικός και απέραντος ακόμα κι όταν τον σκεπάζουν βαριά σύννεφα». Με αυτά τα λόγια τελειώνει το ξεχωριστό βιβλίο Έρως Καλός: 21+21 δημιουργοί για τον Έρωτα των Εκδόσεων University Studio Press, που καταφέρνει με τρόπο μοναδικό να συμφιλιώσει τον λόγο με την εικόνα. Μια ώσμωση υψηλής δημιουργίας. Την επιμέλεια της έκθεσης-έκδοσης, που αποτέλεσε την αφορμή για την παρακάτω συνέντευξη, έχει ο γνωστός ιστορικός-κριτικός Τέχνης και συγγραφέας, Μάνος Στεφανίδης.

Έρως Καλός: 21+21 δημιουργοί για τον Έρωτα. Μιλήστε μας για το ιδιαίτερο αυτό εγχείρημα, γι’ αυτή την «άσκηση γραφής που γίνεται εικόνα», όπως αναφέρετε.

Προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε με το τόσο συμβολικό 21+21 μιαν έκδοση και μιαν έκθεση στις οποίες να συνυπάρχουν λογοτέχνες και εικαστικοί δημιουργοί σε διάλογο, αλλά και σε αντιπαράθεση κωδίκων και μέσων. Αναγνωρίζοντας όμως πόσο βαθιά είναι η σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς, αυτόνομους κατά τα άλλα, χώρους. Το πόσο συχνά δηλαδή η εικόνα γίνεται λόγος ή αντίστροφα. Και πως δεν υφίσταται ο ένας χωρίς την άλλη. Έχω στον νου μου αυτή τη στιγμή τις ζωγραφικές του Νίκου Καρούζου –ζωγραφήματα τις έλεγε–, τα σχέδια του Τάκη Σινόπουλου, τα κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη, τα χαρακτικά του Γιάννη Ρίτσου, τους πίνακες του Νίκου Εγγονόπουλου, τις φωτογραφίες του Ανδρέα του Πρωτόκλητου! Του Εμπειρίκου, βέβαια. Ut pictura poesis δηλαδή. Και τότε και τώρα και πάντα.

Το εξαιρετικό λεύκωμα που έχουμε στα χέρια μας, αυτή η τόσο ιδιαίτερη συμφιλίωση λόγου και εικόνας, αποτελεί ένα εκδοτικό κόσμημα. Ποιες οι δυσκολίες που, ενδεχομένως, προέκυψαν μέχρι την κυκλοφορία του;

Δεν θα μιλούσα για δυσκολίες αφ’ ης στιγμής και με τον εκδοτικό οίκο, τους αγαπητούς Φρόσω και Λεωνίδα Μιχάλη, όσο και με τον εικαστικό χώρο στην Αθήνα, τους αγαπητούς Φάνη, Βασιλική και Θοδωρή Σιαντή, είχαμε μιαν άψογη συνεργασία από την πρώτη στιγμή. Αυτό που στάθηκε όμως έκπληξη αληθινή είχε να κάνει με την ανταπόκριση τόσο των συγγραφέων όσο για των εικαστικών δημιουργών στο πείραμά μας. Και τι ονόματα όλοι τους! Για μένα αυτή η ώσμωση στάθηκε μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ομολογώ ότι αληθινά ένιωσα συγκίνηση κυρίως γιατί «επιτράπηκε», τρόπον τινά, να δει ο ένας δημιουργός το εργαστήρι του άλλου και εντέλει να λειτουργήσουν αμφότεροι σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Το μόνο θλιβερό στοιχείο είναι ότι κατά τη διάρκεια της έκδοσης χάσαμε πρώτα την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και λίγο μετά την Κική Δημουλά, οι οποίες δήλωσαν από τις πρώτες με ενθουσιασμό τη συμμετοχή τους στο εγχείρημα.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και η Κική Δημουλά, με την οποία συνεργαστήκατε και σε μία παρόμοια εκδοτική δραστηριότητα για τον έρωτα, κέρδισαν το στοίχημα με την Ιστορία από πολύ νωρίς, περνώντας στη συνείδηση του μέσου Έλληνα. Ποιες πιστεύετε πως είναι οι, τυχόν, ευθύνες ή παραλείψεις του εκάστοτε δημιουργού απέναντι στο κοινό;

Το μεγάλο επίτευγμα κυρίως της Κικής Δημουλά είναι ότι κατάφερε, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ποίησή της, να αγγίξει το μεγάλο κοινό. Κάτι τέτοιο είχε να συμβεί από την εποχή του Κλέωνα Παράσχου ή του Κωστή Παλαμά! Μεγάλοι ποιητές όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης ή ο Γκάτσος έγιναν κτήμα το ευρύτερου κοινού μέσα από τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Η Κική κατάφερε να προσεγγίσει αυτό που λέμε μεγάλη μάζα αδιαμεσολάβητα. Πρόκειται για μία συγκλονιστική επιτυχία, που ίσως να ζήλευαν ο Άγγελος Σικελιανός και ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Η Αγγελάκη-Ρουκ, πληθωρική και ασυμβίβαστη, παρέμεινε αριστοκρατικά σε ένα πολύ πληθωρικό μεν, περιθώριο δε. Είναι τραγικά αστείο, αλλά ο θάνατός της την κατέστησε περισσότερο διάσημη από ό,τι η ζωή της η ίδια. Εν κατακλείδι, οφείλω να πω ότι χρέος του δημιουργού είναι να κάνει τις λιγότερες δυνατές παραχωρήσεις στην τέχνη του, όπως επίσης και χρέος της τέχνης είναι να είναι τα πάντα εκτός από βαρετή ή επαναλαμβανόμενη.

Σήμερα με ενδιαφέρουν αισθητικά και ιδεολογικά, αλλά και κοινωνικά, τόσο η επιτυχία του δημιουργού όσο και η αποτυχία του.

Αυτή η συνομιλία της εικόνας με τον λόγο, με αφορμή τον έρωτα, έχει πίσω της κάποια προϊστορία (Ίμερος ή Η εκδίκηση της Σελήνης, για παράδειγμα), εδώ όμως συναντιούνται 42 εκφράσεις του έρωτα από ισάριθμους ξεναγούς του. Ο αναγνώστης τι θα έχει αποκομίσει μετά το τέλος αυτού του διαδραστικού ταξιδιού;

Προσωπικά είναι κάτι που με απασχολεί όλα αυτά τα χρόνια και σας ευχαριστώ που μου το υπενθυμίζετε τόσο κομψά. Πραγματικά διχάζομαι ανάμεσα στην επιστημονική μου ιδιότητα του ιστορικού τέχνης αλλά και στο συγγραφικό μου μεράκι, στα κείμενα που λατρεύω και τις εικόνες που μια ζωή προσπαθώ να ερμηνεύσω και να αποκωδικοποιήσω. Συνδυάζοντας τον «τεχνικό» λόγο της επιστήμης με τη «μεταφορά» που αναγκαστικά οφείλεις να αξιοποιήσεις, αν θέλεις να εμβαθύνεις στα θέματα της τέχνης. Ο Αντόρνο έλεγε πως δεν μπορείς, δεν δικαιούσαι να μιλήσεις για τέχνη χωρίς καλλιτεχνικό τρόπο. Νομίζω ότι ο πολιτισμός μας, που λέγεται συνεκδοχικά «πολιτισμός της εικόνας», οφείλει τάχιστα να επιστρέψει όχι μονάχα στο κείμενο αλλά και στη γραφή καθαυτή. Εξάλλου, και η γραφή η ίδια τι άλλο είναι παρά μια μορφή, μια εκδοχή εικόνας;

«…δεν θα συγχωρήσω στους επαγγελματίες Χριστιανούς και όλους όσους εξουσιάζουν μέσα από θρησκείες, το σταθερό κυνήγι του σώματος, την απαξίωση της επιθυμίας, την τιμωρία του Ιμέρου, την καταδίκη του έρωτα», λέτε στις πρώτες σελίδες τοξεύοντας έμμεσα και την πλατωνική του διάσταση, αλλά και τον Θείο έρωτα. Εν ολίγοις, θεωρείτε ότι η πνευματική του διάσταση είναι απλά ένα «μαλακόν παξιμάδιον διά τους μη έχοντας οδόντας», όπως λέει και Ροΐδης;

Θα σας μιλήσω με έναν αφορισμό: Είναι τα σώματα που σώζουν τις ψυχές. Κι είναι οι στιγμές του έρωτα που εξαντλούν την αθανασία. (Αν και θα ήταν αφοριστικό λάθος αν καταλήγαμε σε εύκολους αφορισμούς.) Ο χριστιανισμός, πέραν του ότι μετράει ιστορία 2.000 χρόνων, έχει σφραγίσει βαθύτατα τον δυτικό πολιτισμό. Τουλάχιστον. Αξιοποιώντας στο έπακρο την αρχαιοελληνική γραμματεία. Επιτρέποντάς της να επιβιώσει αλλιώς. Η μόνη ένστασή μου είναι ότι ο έρωτας και η επιθυμία δαιμονοποιήθηκαν ή ταυτίστηκαν σε κάποιες περιόδους του με την αμαρτία και το απόλυτο κακό! Προσωπικά ακολουθώ το αρχαίο παράδειγμα της θέωσης του έρωτα και μάλιστα… διά του Έρωτα! Πόσο μάλλον ο έρωτας, ακόμα και στην πιο σαρκική του διάσταση, απολαμβάνει μιας ιδιότυπης πνευματικής ευλογίας. Γιατί είναι τότε που τα σώματα έλκουν τις ψυχές, όπως το μικρό πανί τη βάρκα. Κι είναι τότε που ο έρωτας αναγορεύεται στην υψηλότερη μορφή τέχνης.

Ο Δημιουργός σε μια παρακμάζουσα εποχή. Η συνείδηση της ματαιότητας του καιρού μας και το στοίχημα με την Ιστορία. Μεγάλος ο αγώνας με αβέβαιες συνέπειες. Πώς μπορούμε να τρίξουμε τα θεμέλια, ώστε να γίνει η υπέρβαση από αυτή τη δεινή κατάσταση;

Η ερώτηση υπαρξιακά ουσιαστική και δραματικά επίκαιρη περιέχει αφ’ εαυτής και την απάντηση. Μία απάντηση που δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά ένας καινούργιος έρωτας.

Πόσο καχύποπτος έχετε γίνει, βάσει των εμπειριών σας, στις προσταγές που οι συγκυρίες επιτάσσουν;

Στην περίπτωσή μου συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που υπαινίσσεται η ερώτησή σας. Νεότερος ήμουν πολύ πιο αυστηρός και πολύ πιο απόλυτος ως προς την κριτική τέχνης και δημιουργών. Σήμερα με ενδιαφέρουν αισθητικά και ιδεολογικά, αλλά και κοινωνικά, τόσο η επιτυχία του δημιουργού όσο και η αποτυχία του. Μάλιστα, αυτή η δεύτερη με γοητεύει όλο και περισσότερο. Σαν το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι ή Το άγνωστο αριστούργημα του Μπαλζάκ. Μην ξεχνάτε πως ο λόγος που ψυχράνθηκαν μια για πάντα οι επιστήθιοι παιδικοί φίλοι Ζολά και Σεζάν, ήταν όταν ο δεύτερος αναγνώρισε σε βιβλίο του πρώτου, όπου περιέγραφε έναν αποτυχημένο καλλιτέχνη, τον εαυτό του τον ίδιο. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο Ζολά είχε τη λάθος εκτίμηση ενώ ο Σεζάν τη δικαίωση της Ιστορίας. Προσωπικά αναφέρομαι στο έργο εκείνο που δεν πραγματοποιήθηκε παρά την ισχυρή βούληση του δημιουργού του. Κάτι που θεωρώ πιο κοντά στην αλήθεια της ζωής και αυτό το στοιχείο με συγκινεί βαθιά.

Περισσότερο από το μίσος απεχθάνομαι τη μιζέρια.

Ποιες στιγμές μένουν χαραγμένες στη μνήμη από τη θητεία σας για 25 συναπτά έτη στην Εθνική Πινακοθήκη;

Είναι πολλές και δεν σχετίζονται με τη θλιβερή μικροψυχία των εκάστοτε ιθυνόντων του ιδρύματος, αλλά με τις κορυφαίες του εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στην περίοδο που διευθυντής ήταν ο Δημήτρης Παπαστάμος. Αναφέρομαι βέβαια στις μεγάλες εκθέσεις του ’80, όπως εκείνη του Ροντέν και του Ντελακρουά, που τις εγκαινίασαν από κοινού ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν και ο Έλληνας πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, αείμνηστοι και οι δύο. Όπως επίσης η αναδρομική του Μόραλη και η έκθεση του Κωστή Ηλιάδη, ενός ξεχασμένου σήμερα δημιουργού αλλά πολύ σημαντικού εκπροσώπου του Μεσοπολέμου. Είναι ακόμη οι εκθέσεις του ’90, όπως η αναδρομική του Γιάννη Σπυρόπουλου που έστησα από κοινού με την Όλγα Δανιηλοπούλου, η μεγάλη έκθεση Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν και οι Εικόνες από το Άγιο Όρος, στις οποίες ξεναγούσα μεθοδικά το μεγάλο κοινό ώρες ολόκληρες. Τέλος, η τόσο συγκινητική έκθεση του αδικοχαμένου Λευτέρη Κανακάκι, αλλά και του φίλου μου Γιώργου Μαυροΐδη, που τη δουλέψαμε μαζί με ενθουσιασμό… Αλλά και τόσες ακόμη ατομικές ή ομαδικές, ελληνικές ή ξένες. Φιλοδοξία μου ανέκαθεν ήταν η Εθνική Πινακοθήκη να λειτουργεί ως η συντονίστρια και το κέντρο αναφοράς για όλες τις δημοτικές ή τις λοιπές, περιφερειακές πινακοθήκες της χώρας, αλλά και ως ένα ινστιτούτο έρευνας και μελέτης της τέχνης. Η δουλειά που κάναμε με τα σχολεία ήταν νομίζω υποδειγματική. Για αυτό και είναι τεράστια η έλλειψη της Εθνικής Πινακοθήκης σήμερα για την αισθητική και την παιδεία του τόπου.

Όταν οι εκπρόσωποι της Τέχνης, οι δημιουργοί εν γένει, αναλάβουν ένα σημαίνον πόστο εξουσίας (διεύθυνση σχολής, κυβερνητικό θώκο κ.ο.κ.), πιστεύετε πως αργά ή γρήγορα η κατάργηση του καλλιτεχνικού τους εαυτού αποτελεί μονόδρομο;

Όχι κατ’ ανάγκην. Η περίπτωση του Άγγελου Δεληβορριά είναι για όλους εμάς τους νεότερους ένα φωτεινό παράδειγμα. Η παρουσία του Νίκου Κεσσανλή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, η παρουσία του Μανώλη Μαυρομμάτη και του Γιάννη Φωκά στη Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, η παρουσία του Σπύρου Παπαλουκά, παλιότερα, ως διευθυντή στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας είναι πολύ εύγλωττα παραδείγματα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν περιπτώσεις εξαιρετικών δημιουργών απόλυτα επιτυχημένων και στα διοικητικά τους καθήκοντα.

Στο μίσος που έχει υπερκαλύψει τη δυναστεία της αγάπης, τι ποσοστό ευθύνης θα δίνατε στην υποκουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας;

Η αγάπη έχει πάντα κόστος λόγω της υπερβολικής δοτικότητάς της. Το μίσος όμως στοιχίζει πολύ πιο πολύ! Και σε αυτόν που το εκχέει και για εκείνον που το εισπράττει. Αυτό που γενικότερα διαπιστώνω από την έλλειψη παιδείας, τόσο χειροπιαστή εξάλλου στον τόπο μας, είναι πως η ελληνική κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται τόσο από την υπερεπάρκεια μίσους ή την έλλειψη αγάπης, αλλά πολύ περισσότερο από τη μιζέρια – και με την κυρίαρχη μετριότητα, που τις συναντάς παντού. Μία μίζερη, συνήθως, πολιτική εξουσία αντανακλά την ακαλαίσθητη, δύσμορφη εικόνα της σε ολόκληρη την κοινωνία. Σε βαθμό που οι έννοιες της συντήρησης και της προοδευτικότητας να έχουν, από καιρό, διαφοροποιηθεί ως προς τα γνωστά πολιτικά πρόσημα. Δηλαδή η πρόοδος δεν συμπορεύεται κατ’ ανάγκην με την Αριστερά ούτε η συντήρηση με τη Δεξιά. Συχνά οι ρόλοι αλλάζουν. Όμως η λατρεία της μετριότητας κυριαρχεί παντού. Σε κοινωνικό, πολιτικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Περισσότερο από το μίσος απεχθάνομαι τη μιζέρια. Προσωπικά με εκφράζει η δραματική φράση του Γιώργου Χειμωνά: «Με μίσος καλό σάς εχθρεύομαι!».

 

Έρως Kαλός
21+21 δημιουργοί για τον Έρωτα
επιμέλεια: Μάνος Στεφανίδης
University Studio Press
104 σελ.
ISBN 978-960-12-2477-0
Τιμή €12,00
001 patakis eshop

Ο Γρηγόρης Δανιήλ είναι φιλόλογος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο