Μανόλης Αναγνωστάκης: «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί»



Μια ανθολογία είναι σαν ανθοδέσμη. Είναι μια επιλογή από ένα ευρύτερο όλο, από το οποίο ο ανθολόγος επιλέγει το καλύτερο άνθος –στη συγκεκριμένη περίσταση, ποίημα– και φυσικά το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η ποικιλία. Ανάλογα με τον ανθολόγο, τις ευαισθησίες και τον στόχο του, μια ανθολογία μπορεί να κριθεί στον χρόνο ως βιβλίο αναφοράς πολύ σημαντικό για τους ενασχολούμενους με το είδος.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανήκει στους κορυφαίους της γενιάς του, όπως επιβεβαιώνει το σημαντικότατο ποιητικό και δοκιμιακό έργο που μας έχει παραδώσει. Στην παρούσα ποιητική του ανθοδέσμη συγκεντρώνει είκοσι δύο ποιητές, με τους οποίους συνομίλησε για την εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Η Ανθολογία αυτή δημοσιεύεται πρώτη φορά, ενώ περιέχει και τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αναγνωστάκης στον Γιώργο Ζεβελάκη και συνοδεύεται επίσης από ηχητικό ντοκουμέντο.

Το βιβλίο ως αντικείμενο επιβάλλεται στον αναγνώστη του με το ωραίο, μεγάλο σχήμα, χαρτί και χρώμα, εφόσον η κάθε ενότητα διακρίνεται από την προηγούμενη με μια κόκκινη σελίδα, όπου αναγράφεται το όνομα του ανθολογούμενου ποιητή και οι τίτλοι των ανθολογούμενων έργων.

Από τη συνέντευξη στον Ζεβελάκη πληροφορούμαστε ότι ο Αναγνωστάκης προετοίμαζε μια σειρά είκοσι δεκαπενταλέπτων με θέμα την πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα. Ο ποιητής θα προτιμήσει τον όρο «νεωτερικός», που θα μπορούσε να είναι «μοντέρνα σύγχρονη ποίηση», γιατί είναι πιο ελκυστικός και προσδιοριστικός, όρος που χρησιμοποίησε και καθιέρωσε και ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Ο Αναγνωστάκης διευκρινίζει, χωρίς να αξιολογεί, ότι θεωρεί την Ανθολογία του διαφορετική, λόγω του διαφορετικού τρόπου «κατασκευής» των ποιημάτων, αναφέρει τα σημεία αυτής της διαφοράς, τους κανόνες στους οποίους υπακούει ο παλιότερος ποιητής, από τους οποίους απομακρύνεται ο νεωτερικός, ότι ο ελεύθερος στίχος δεν είναι διαπιστευτήριο, είναι όμως μία προϋπόθεση απελευθέρωσης. Αναφέρεται ακόμη στην κατάργηση της προσωδίας και την επιβολή του προσωπικού κώδικα ή όχι του κάθε ποιητή στον αναγνώστη. Εν τέλει, πρόκειται για μια διαφοροποίηση στη μορφή, η οποία όμως φτάνει και στην ουσία. Δεν παραλείπει να τονίσει την «καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού», την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στον πεζό και ποιητικό λόγο, τη χρήση όλου του γλωσσικού πλούτου και όχι μόνο «ποιητικών λέξεων». Μας πληροφορεί ακόμη ότι στους ανθολογούμενους ποιητές θα δούμε συντηρητικότερες τάσεις και δειλά βήματα προς την απελευθέρωση των παραδοσιακών δεσμών, αλλά και ακραίες, έως προκλητικές τάσεις, πολύ ενοχλητικές στην εποχή τους, που όμως ο χρόνος, επιβάλλοντας τη δική του δικαιοσύνη, ενέταξε –τάσεις και ποιητές– στα σχολικά βιβλία, καθιστώντας τους, πλέον, κλασικούς.

 Νομίζω ότι το ελάχιστο αυτό δείγμα αποδεικνύει τον ωκεανό της δημιουργίας, την ομορφιά ψυχών και πνευμάτων που διέκρινε η ευαισθησία του Μανόλη Αναγνωστάκη, για να κατατεθεί και η Ανθολογία αυτή ισοδύναμα πλάι στο άλλο έργο του.

Η Ανθολογία ανοίγει με τον Τάκη Πατσώνη, ο οποίος μπορεί να μην ανήκει ούτε τυπικά ούτε χρονικά στους νεωτερικούς, είναι όμως αυτός που από το 1920 έσπασε «τη δεσποτεία του ομοιοκατάληκτου στίχου» και συνειδητά χρησιμοποίησε τον ελεύθερο. Όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, αλλά και στη συνέντευξη, ο Αναγνωστάκης εξηγεί πώς δούλεψε και ποιους επέλεξε. Αφιερώνει τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και δύο στους Ρίτσο, Ελύτη, Εγγονόπουλο. Τονίζει ακόμα πως στην Ανθολογία του δεν επιβάλλει τις προσωπικές του προτιμήσεις και, επειδή θέλει να είναι αντικειμενικός, ακολούθησε την «πεπατημένη» και δεν παρέλειψε κανέναν καταξιωμένο στην κοινή συνείδηση ποιητή, δίνοντας ένα πανόραμα της «νεωτερικής ποίησης», χωρίς στο τέλος τέλος να αποφύγει και κάποιο έστω μικρό στοιχείο υποκειμενικότητας.

Οι ποιητές και ένα μικρό δείγμα:

Τάκης Βαρβιτσιώτης: «Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα, ένα ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,/ τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών/ και μόνο τώρα… είδαμε, ότι χους εσμέν» (Σοφία).

Θεόδωρος Ντόρρος: «Γλυκά ξεκουρασμένοι μες στον εαυτό μας./ Ποτέ δεν ήταν σκλαβωμένος./ Όμορφα ψέματα./ Αθώα γελασμένοι σ’ ένα φύσημα ζωής» (Η μόνη μέρα).

Αναστάσιος Δρίβας: «τα καινούρια μου ρούχα/ τα καινούρια μου παπούτσια/ το φρέσκο πουκάμισο/ […] θα συμμερίζονται την ερήμωσή μου» (Θα ’χω καπνίσει το τελευταίο μου τσιγάρο).

Γιώργος Θέμελης: «Σε ποια θάλασσα/ ποιος ουρανός/ σ’ έχει φιλήσει» (Σε ποια θάλασσα).

Γιώργος Σεφέρης: «Κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις/ τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις» (Ο Μαθιός Πασχάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα).

Ανδρέας Εμπειρίκος: «Σε θαλπωρή μαστών που δεν ξεχνά ποτέ ο ούριος άνεμος» (Η φιλία).

Ζωή Καρέλλη: «Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,/ μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη/ […] εντός σταλάζεις/ τα μυστικά της νύχτας» (Της Σελήνης).

Γεώργιος Βαφόπουλος: «Των γλυκών σου ενθυμίων/ την πυξίδα μ’ ευλάβεια σφραγίζω» (Το καλεντάρι).

Δημήτρης Αντωνίου: «Ένα τ’ αγκάθι της καρδιάς μου…!/ Μελαγχολική στιγμή της μουσικής/ σε κάλεσα» (Σπονδή στη θάλασσα).

Αλέξανδρος Μπάρας: «–Κι ίσως δεν είναι πλοίο,/ ίσως είναι το παν που φεύγει,/ όλα που φεύγουν – Όλα» (Τα Εσπέρια).

Νίκος Εγγονόπουλος: «στη σκάλα της ηδονής όλο και πιο τρελά/ ορθώσου τριφύλλι γιοφύρι παλμών/ ψαλμών σπασμών/ σε σώματα διάφανα» (Το έβδομο τραγούδι της αγάπης).

Νικήτας Ράντος: «Εζήλεψα τους κρύους λίθινους όγκους/ που στέκουν εδώ αμίλητοι αιώνες τώρα» (Στήλες Ολυμπίου Διός).

Γιώργος Σαραντάρης: «Είταν γυναίκα, είταν όνειρο, είτανε και τα δυο/ Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια/ Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα» (Είταν γυναίκα, Είταν όνειρο).

Ζήσης Οικονόμου: «Είμ’ ασυμπλήρωτος/ στοργή περιμένω […]/ Κέντησα τον χιτώνα της αναχώρησης» (Σχεδόν ανθρώπινα).

Γιάννης Ρίτσος: «Κι όμως εσύ κρατάς ακόμα στις παλάμες σου/ την πικραμένη ανάσα της λυγαριάς/ το στυφό αγέρα του αμπελιού/ κ’ ένα κομμάτι θάλασσα…» (Αλλαγή).

Νίκος Γκάτσος: «Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου» (Πόσο πολύ σ’ αγάπησα…).

Οδυσσέας Ελύτης: «Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός/ Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση» (Ελένη).

Αλέξανδρος Μάτσας: «Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν/ ο ύπνος. Πήρε τα γλαυκά μάτια/ και τα ’κλεισε· πήρε το στόμα./ κ’ έσβυσε το μειδίαμα και το φιλί» (Του ύπνου).

Νικηφόρος Βρεττάκος: «πολλές φορές ευχαρίστησα το Θεό για τα τόσα του/ όμορφα πράγματα και ποτέ για τον ύπνο, ενώ/ έρχονται μέρες που αυτόν προτιμάω/ απ’ όλα τα θαύματά του» (Ο ύπνος).

managnstkssΜηνάς Δημάκης: «Αλλάζεις τόσο γρήγορα/ Μεταμορφώνεσαι από μέρα σε μέρα/ Από στιγμή σε στιγμή/ Κρύβεις το πρόσωπό σου με διαφορετικές μάσκες/ Δεν σε γνωρίζω» (Δεν σε γνωρίζω).

Τάκης Βαρβιτσιώτης: «Ίσοι μέσα στη σιωπή/ Δε θα μας μένει παρά μια υπόσχεση/ που μας ξεπερνά/ και τούτο το έμπιστο δέντρο/ Στολισμένο με δάκρυα» (Όταν δε θα υπάρχεις).

Άρης Δικταίος: «Άκουσα το βήμα που έφευγε. Περίμενέ με,/ του φώναξα, στην άλλη ζωή! Μα εκείνος, αμίλητος, στα δόντια του έσφιγγε τον οβολό του» (Ο νεκρός).

Νομίζω ότι το ελάχιστο αυτό δείγμα αποδεικνύει τον ωκεανό της δημιουργίας, την ομορφιά ψυχών και πνευμάτων που διέκρινε η ευαισθησία του Μανόλη Αναγνωστάκη, για να κατατεθεί και η Ανθολογία αυτή ισοδύναμα πλάι στο άλλο έργο του.

 

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί
Ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης και ένα ηχητικό ντοκουμέντο
ανθολόγηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
επιμέλεια: Γιώργος Ζεβελάκης
κείμενα: Τάκης Παπατσώνης, Θεόδωρος Ντόρρος, Αναστάσιος Δρίβας, Γιώργος Θέμελης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Ζωή Καρέλλη, Γεώργιος Θ. Βαφόπουλος, Δημήτρης Ι. Αντωνίου, Αλέξανδρος Μπάρας, Νίκος Εγγονόπουλος, Νικήτας Ράντος, Γιώργος Σαραντάρης, Ζήσης Οικονόμου, Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Αλέξανδρος Μάτσας, Νικηφόρος Βρεττάκος, Μηνάς Δημάκης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Άρης Δικταίος
Μεταίχμιο
336 σελ.
ISBN 978-618-03-2142-5
Τιμή €18,80
001 patakis eshop

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο