Μανώλης Κιλισμανής: «Στο χωριό»



Εδώ και μερικά χρόνια εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία μια ομάδα συγγραφέων –όχι «γενιά», γιατί τα μέλη της διαφέρουν ηλικιακά μεταξύ τους– η οποία προέρχεται από τη μουσική/πολιτιστική δημοσιογραφία και τον χώρο των εκδόσεων. Αν και τα μέλη της ομάδας διαφέρουν μεταξύ τους, τόσο στο είδος της λογοτεχνίας που υπηρετούν (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα), όσο και στη θεματολογία με την οποία καταπιάνονται, κοινός παρονομαστής σχεδόν όλων τους είναι μια απόλυτα διακριτή κι αναγνωρίσιμη, κοινή πορεία στα μουσικά δρώμενα των τελευταίων δεκαετιών, μια κοινή κουλτούρα. Μεταξύ αυτών θα εντάσσαμε, από τους παλαιότερους, τον Χρήστο Ξανθάκη, τη Μαρία Μαρκουλή, τον «φανζινά» Μπάμπη Αργυρίου και τον «ραδιοφωνατζή» Πάνο Χρυσοστόμου κι από τους νεότερους τον Στυλιανό Τζιρίτα, τον Βύρωνα Κριτζά κ.ά.

Ο Μανώλης Κιλισμανής, ηλικιακά ανάμεσα στους παλαιότερους και τους νεότερους, είναι μια απολύτως χαρακτηριστική περίπτωση: υπήρξε για πολλά χρόνια συνεργάτης σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, παραγωγός ραδιοφώνου και DJ, διοργανωτής συναυλιών και πολιτιστικών εκδηλώσεων. Είναι ένας από τους βαθύτερους γνώστες της μουσικής, της δυτικής (υπο)κουλτούρας και των νεολαιίστικων πολιτιστικών ταυτοτήτων. Με αυτά τα εφόδια, μπήκε στον στίβο της λογοτεχνίας κυκλοφορώντας το 2019 το πρώτο του μυθιστόρημα, πραγματοποιώντας ένα δυνατό «ποδαρικό» σε έναν απαιτητικό χώρο.

Αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο

Ο Μανώλης Κιλισμανής δεν γράφει όμως ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τις ατελείωτες νύχτες που έζησε σε εμβληματικούς συναυλιακούς χώρους, μαζί με κορυφαίους καλλιτέχνες του ροκ, σε δισκάδικα, μπαρ και ραδιοφωνικά στούντιο, σε ταξίδια και μουσικά φεστιβάλ. Αυτό θα ήταν το αναμενόμενο.

Το μυθιστόρημα Στο χωριό είναι ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο και, ταυτόχρονα, μια απλή ερωτική ιστορία. Είναι μια σπαρακτική κραυγή, αλλά και μια φιλική κουβεντούλα. Είναι κάτι μεγαλειώδες και ταπεινό. Θεωρώ πως αυτό είναι το απαύγασμα της αληθινά μεγάλης λογοτεχνίας.

Ένας Αθηναίος 50άρης, καθηγητής μέσης εκπαίδευσης σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, φτάνει μόνος του για διακοπές σε έναν απροσδιόριστο παραθαλάσσιο προορισμό όπου, εντελώς τυχαία, συνάπτει μια εφήμερη, καλοκαιρινή –κατά τα φαινόμενα– αλλά έντονη σεξουαλική σχέση με έναν κατά πολύ νεότερό του άνδρα, έναν νεαρό ο οποίος έχει μόλις τελειώσει το Λύκειο. Οι δύο εραστές χωρίζουν λίγες ημέρες μετά, χωρίς να ανταλλάξουν στοιχεία.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, κι ενώ ο καθηγητής έχει επιστρέψει στην πρωτεύουσα, ο νεαρός, που έχει περάσει σε κάποια σχολή στην Αθήνα, φτάνει στο σπίτι του για μια επίσκεψη-έκπληξη. Ο καθηγητής, κολακευμένος από την απρόσμενη συνάντηση, ανοίγει το σπίτι του και τη ζωή του για να βάλει μέσα τον πρωτοετή φοιτητή. Ο μικρός παίρνει τη θέση που του δίνει ο καθηγητής, γίνεται κομμάτι της ζωής του μεγαλύτερου σε ηλικία εραστή του και, παρότι η σχέση τους δεν υπακούει στις νόρμες των κλασικών ερωτικών σχέσεων –οι δύο εραστές μπορούν, αν το θέλουν, να έχουν σεξουαλικές σχέσεις και με άλλους– ζουν κι οι δυο έναν μεγάλο έρωτα, τον οποίο κρύβουν μόνο από τους γονείς του νεαρού.

Είναι μια σπαρακτική κραυγή, αλλά και μια φιλική κουβεντούλα.

Η αστική καθημερινότητα

Ο Μανώλης Κιλισμανής έχει έναν απλό τρόπο έκφρασης, μια μεγάλη εκφραστική αγκαλιά στην οποία χωράνε όλοι. Επικεντρώνεται στα πρόσωπα, η αφήγησή του ρέει αβίαστα ακολουθώντας τον ηλιακό κύκλο της ημέρας, οι επαναλήψεις έχουν τη σημασία τους και οι λεπτομέρειες είναι εκεί για να μυήσουν τον αναγνώστη στο σύμπαν ενός έρωτα που μοιάζει ξένος για την εποχή μας, παρότι πρόκειται για την, απομυθοποιημένη στις κοινωνίες όπου ζούμε, σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων του ίδιου φύλου.

Η αστική καθημερινότητα, που με τόση ταπεινότητα αλλά και τρυφερότητα περιγράφει ο συγγραφέας (τα ξυπνήματα και τα πρωινά στο μπαλκόνι, τα μαγειρέματα στην κουζίνα, τα γεύματα ή τα δείπνα στις γειτονιές του κέντρου, ένα μπανάκι σε κοντινή παραλία, μια βόλτα στο πάρκο), διακόπτεται, πού και πού, από τις σημαντικές αλλά όχι πομπώδεις απόψεις του 50χρονου καθηγητή, μέσω των οποίων «καταγράφεται» συγγραφικά η πραγματικότητα που αποτελεί το περιβάλλον του ομόφυλου έρωτα.

Οι ρατσιστές και το κράξιμο σε άτομα του ΛΟΑΤΚΙ χώρου, η μουσική ως καταφύγιο και καύσιμο, η διασκέδαση ως ψυχική διέξοδος, το φαγητό ως μια απρόσμενα αγχολυτική τελετουργία, τα αμείλικτα ερωτήματα για το ηθικό βάρος mkilismanisτης οικογένειας και της φιλίας, η ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, όλα αυτά και μερικά ακόμα θίγονται στις σελίδες του βιβλίου. Πάντα στο πλαίσιο μιας αφήγησης που διατηρεί –μέχρι ενός χρονικού σημείου– την ευθεία, γραμμική ροή του χρόνου.

Κάποια στιγμή όμως θα εισβάλει στο προσκήνιο της ιστορίας, ανατρέποντας τον ρυθμό της αφήγησης, η υπόνοια μιας μεγάλης ανατροπής κι εκεί είναι που το βιβλίο του Μανώλη Κιλισμανή αποκτά μια άγρια, απρόσμενη πλευρά. Η ανατροπή είναι συνδεδεμένη, όπως ίσως έγινε αντιληπτό, με τη γενικότερη θέση, την «ορατότητα», όπως την αποκαλούν οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι, της ομοφυλοφιλικής κοινότητας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Χωρίς ίχνος διδακτισμού, χωρίς μανιφέστα, η ιστορία που αφηγείται ο Μανώλης Κιλισμανής μπορεί να ιδωθεί και ως πτυχή της σεξουαλικής υπερηφάνειας μιας μερίδας της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και ως έκφραση βαθιάς οργής, καθώς οι ήρωες του βιβλίου αντιμετωπίζουν καθημερινά με υπομονή –που έχει όμως και τα όριά της– έναν άλλο, σκληρό κόσμο μέσα στον υφιστάμενο –και ήδη αφόρητα σκληρό– όπου ζούμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

 

Στο χωριό
Μανώλης Κιλισμανής
24 γράμματα
312 σελ.
ISBN 978-618-5302-986
Τιμή €16,00
001 patakis eshop

Ο Θανάσης Αντωνίου είναι δημοσιογράφος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο