Μαρία Κοτοπούλη: «Κλέφτης ήχων»



Ο γρίφος: Ξαφνικά οι χορδές άρχισαν να πάλλονται περίεργα και το βιολί άρχισε να του μιλά με ανθρώπινη λαλιά. «Εγώ, να ξέρεις, αφέντη μου, από τούτη τη στιγμή, πενθώ. Να, δες, τα δάκρυά σου με έντυσαν στα μαύρα. Από δω και πέρα θα είμαι μόνο μου και θα πάρω ξανά το πραγματικό μου χρώμα, μόνο όταν κάποιος παίξει σαν εσένα, τέλεια».

Έτσι μιλάει το βιολί που πενθεί και παρακολουθούμε την πορεία του στα σαράντα δύο κεφάλαια που συναπαρτίζουν το σώμα του νέου βιβλίου της Μαρίας Κοτοπούλη, με τον τίτλο Κλέφτης ήχων. Σαράντα δύο επιμέρους τίτλοι, σε ένα πέλαγος διανθισμένο με νησίδες μουσικές, εικαστικές, ποιητικές, σ’ έναν κόσμο γεμάτο από ιδανισμό, ομορφιά, αίσθηση καλού γούστου, υψηλών προδιαγραφών και μεγάλων προσδοκιών.

Καμία από τις λέξεις που έβαλα στην παραπάνω εισαγωγή δεν είναι υπερβολική. Όλες ανταποκρίνονται στην αλήθεια της γραφής της Μαρίας Κοτοπούλη, μιας συγγραφέως που η πένα της τριγυρίζει πάντα στα ωραία, στα μεγάλα και στα αθάνατα. Η υπόθεση είναι μαγική, όπως και όλο το βιβλίο άλλωστε, όπως και η μουσική.

Ένας φιλόδοξος νεαρός βλέπει κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Βλέπει ότι κλέβει ήχους από έναν συνθέτη, λέξεις από έναν ποιητή, χρώματα από έναν ζωγράφο και φτιάχνει δικά του έργα με τα ξένα υλικά. Ένας αόρατος συνομιλητής όμως του είπε πως είναι κλέφτης. Κι εκείνος δικαιολογήθηκε πως κάνει ό,τι και ο Προμηθέας που έκλεψε τη φωτιά, ένα από τα τέσσερα ριζώματα, και την έδωσε στους ανθρώπους, έτσι κι αυτός κλέβει όλες τις ωραίες τέχνες για να τις χαρίσει στους ανθρώπους. «Μήπως οι δημιουργοί δεν αποδίδουν τους καρπούς της έμπνευσής τους στους ανθρώπους;» Σε λίγο θα ακούσει «έναν εξαίσιο, απόμακρο ήχο». Είναι ένα υπέροχο βιολί που τον αναστάτωσε και, πιάνοντας τον ήχο σαν μίτο, φτάνει κάτω από ένα νεοκλασικό αρχοντικό. Ένα κορίτσι στην πόρτα, σαν βγαλμένο από αρχαιοελληνικό αγγείο, κάνει κάποιες χορευτικές κινήσεις, ανεβοκατεβαίνει χοροπηδώντας τη σκάλα, κόβει μερικά γιασεμιά και τα σκορπίζει στ’ άστρα, μετά παίρνει τη θέση που είχε πριν, σαν να έπαιζε βιολί, κι έπειτα «έκανε μια πιρουέτα όλο χάρη και σαν αγέρας έφυγε».

Δεν χρειάζεται πολύ για να καταλάβουμε πως ο Ρωμαίος βρήκε την Ιουλιέτα του, μέσα σ’ αυτό το μαγικό σκηνικό, που τόσα από την παγκόσμια Τέχνη μάς θυμίζει. Με μία διαφορά· η γνωριμία των δύο νέων, του Ορφέα, που παίζει πιάνο και κουρδίζει μόνος το πιάνο του (είναι ταλέντο και αυτό), και της θεϊκής Ιόλης, που παρακολουθεί την περίφημη Master Class του βιολιού, την οποία διοργανώνουν μεγάλοι βιολονίστες (και αυτό είναι πολύ σημαντικό), δεν θα έχει τραγικό τέλος, όπως στο γνωστό έργο του Σαίξπηρ.

Η Κοτοπούλη είναι μια ευλογημένη συγγραφέας, η οποία μπορεί να στήσει, να σκηνοθετήσει, να δημιουργήσει από την αρχή τον χαμένο από τον κόσμο μας παράδεισο, μέσα στον οποίο θα εγκαταστήσει το πρωταγωνιστικό της ζευγάρι, θα πάρει υλικά από τη ζωγραφική, όπως ο Κλέφτης της, για να στολίσει τον χώρο, θα περιγράψει πρόσωπα και πράγματα σαν να κάνει αναλυτική μελέτη ζωγραφικού πίνακα, θα καλέσει στο κάδρο της όλους τους μεγάλους του είδους καλλιτέχνες, θα σκορπίσει στίχους θεϊκούς σαν να είναι άγγελοι στον ουρανό, θα τοποθετήσει σε κάθε γωνιά του παραδείσου της αόρατα ηχεία που θα σκορπίζουν τη μουσική του Μπαχ και όχι μόνο, θα ενορχηστρώσει όλες τις ηθικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις, εν ολίγοις, θα φιλοτεχνήσει τη δική της Σχολή των Αθηνών, για να κάνει ορατό το ιδανικό κορίτσι, ντυμένο στα λευκά «με τη λάμψη του ατλαζιού». Θα σταθεί στα «πλούσια μαλλιά της… στολισμένα με μια λεπτή κορδέλα, πλεγμένη σε δυο μικρά κοτσιδάκια, που έδεναν προς τα πίσω και έπεφταν στους ώμους κυματιστά», για να μας δείξει «τις Κόρες της Ακρόπολης» με την «επιμελημένη κόμμωση» και θα μας αφήσει με την απορία για κείνο το «λεπτό σημαδάκι στο λαιμό» αλλά δεν θα μας πει τι της θύμισε, γιατί θα της πούμε ότι υπερβάλλει. Σαν να μας χαρίζει τα μάτια της για να δούμε κι εμείς ποια και πού είναι η ρίζα της ομορφιάς. Εδώ είναι ο τόπος, εδώ η αρχαία ρίζα του πολιτισμού, της πρώτης καλλιτεχνικής έκφρασης. Μα την είδαμε πράγματι την Ιόλη ή τη φανταστήκαμε; θα αναρωτιόμασταν. Ναι, την είδαμε, όπως εκείνη τη μικρούλα που βάλθηκε κάποτε να φωτογραφίσει ο Ανδρέας Εμπειρίκος, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί είναι σαν την έμπνευση, όπως του είπε ο Ελύτης. Μόνο που εμείς την είδαμε σαν την ελπίδα μέσα στον κόσμο μας για τη δύναμή της να μπορεί να μεταμορφώνει: «Κρυφή μου ελπίδα στα βουνά καλημερίζω την ηχώ σου». Ηχώ στα βουνά ή σ’ έναν κήπο της Μυτιλήνης, όπου έμαθε τη γλώσσα της μουσικής, όπως θα την απέδιδε μια κόρη της λεσβιακής γης. Και «οι μελωδίες ξεπηδούν από τις χορδές του βιολιού, του νου και της καρδιάς της, και ευδοκιμούν στα Άνθη του Καλού, όπως οι απόμακροι χρησμοί από τον ήχο του ανέμου, το τραγούδι των πουλιών, ανά τους αιώνες». Δεν μας διαφεύγει η διακειμενική ευελιξία, η αξιοποίηση κάθε καλλιτεχνικής πηγής, η ελαφρά «διόρθωση» του μποντλερικού τίτλου που επιβάλλεται, εφόσον στον κόσμο της Κοτοπούλη όλα είναι αγγελικά πλασμένα και άνθη του κακού δεν υπάρχουν. Και αυτά τα δύο ιδανικά παιδιά, με τα εκλεπτυσμένα γούστα εκεί, στον κήπο του βιβλίου, μας θυμίζουν πως ο παράδεισος είναι εδώ, μόνο που χρειάζεται να απομακρυνθούμε από τα καθημερινά για να τον νιώσουμε.

 Η υπόθεση είναι μαγική, όπως και όλο το βιβλίο άλλωστε, όπως και η μουσική.

Η τέχνη του «μεταμορφώνεσθαι», όπως αποφαίνεται ο Ελύτης, είναι μια ποιητική και εν ευρεία εννοία –sensu lato– καλλιτεχνική δυνατότητα. H «ασύλληπτη μουσική φαντασία του Τιτάνα μεταμορφώνει την ιδέα σε μουσική». Κάπου εκεί, στο όνειρο, ο ιδανικός νεαρός φιλόδοξος ακούει φωνές αγαπημένες, παλιές και δυνατές, να τον καθοδηγούν. Φωνές που έχει αποστηθίσει και σαν alter ego τού μιλούν για να του προσφέρουν τη δυνατότητα να πιάσει το άυλο και να το κάνει χειροπιαστό. Να γίνει η επιθυμία –le désir, μια λέξη φετίχ στους υπερρεαλιστές– πραγματικότητα.

Η πλοκή θα συνεχιστεί, θα προεκταθεί στην πραγματικότητα σε ποικίλους δρόμους μουσικούς και ψυχικούς, θα φέρει στην επιφάνεια παλαιές απωθήσεις, σχέσεις που ατύχησαν, πρόσωπα που εύκολα φαινομενικώς, αλλά με μεγάλο κόπο, θυσιάζουν ό,τι αγάπησαν, πάντοτε όμως γενναιόδωρα και πάντα ευγενικά, πάντα δοτικά και πάντα τρυφερά, πάντα μεγαλόψυχα.

Θα επανέλθω στον Ελύτη, ο οποίος προϋποθέτει την καθαρότητα της ψυχής για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό το όραμα, που φέρει μέσα του ο δημιουργός. Και ακόμα «η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα» λέει (Ανοιχτά Χαρτιά, «Πρώτα-Πρώτα» σελ.36). Και η Κοτοπούλη, αναγνώστρια συστρατευμένη στις ελυτικές επάλξεις, μόνο αγγέλους μπορεί να κατεβάσει στη γη.
Ο Ορφέας, όπως είναι φυσικό, μας θυμίζει τον μυθικό Ορφέα και τα ορφικά μυστήρια, τα άγνωστα μονοπάτια της ψυχής που γεννά τέχνη και η Κοτοπούλη, μπαίνοντας όχι μόνο στην ψυχή αλλά και στο μυαλό των ηρώων της, γίνεται η ίδια Ορφέας Κλέφτης και, με τον τρόπο της, χωρίς ποτέ να ξεχνά τη μουσική της παιδεία, γίνεται Προμηθέας και μας ξεναγεί στη φωτιά τη θεϊκή της μουσικής, στον καλλιτεχνικό κήπο της, ή στο μουσείο της ή στην πινακοθήκη της ή στον Παρνασσό της. Γίνεται η ξεναγός μας στον παράδεισο. Μας στήνει μπροστά στα πορτρέτα, στον Μπαχ, τον μέγα Κάντορα, τον τιμώμενο στο βιβλίο της, και μας υποδεικνύει να στρέψουμε τα ώτα της ψυχής στη μουσική πανδαισία. Μας δίνει πληροφορίες, κάνει μάθημα, μελέτη και ανάλυση, αξιολόγηση και αποτίμηση, προβολή και επισήμανση της ουσίας των θεϊκών μουσικών που κληροδοτήθηκαν στην ανθρωπότητα.

Μας δείχνει τα όργανα: αυτό είναι pianoforte, αντίγραφο του περίφημου εκείνου pianoforte, που ο Ιταλός από την Πάδοβα, Bartolomeo Cristofori, είχε κατασκευάσει την εποχή του Μπαρόκ. Κι αυτά εκεί είναι τα χορδόφωνα, μεμβρανόφωνα, αερόφωνα, ιδιόφωνα. Κι αυτό το λέμε Rubato, εκείνο touché. Αυτοί είναι δακτυλισμοί στην ταστιέρα. Ασύγκριτη η sonorité, το τέμπο, το passage. Πρόσεξε τη θέση του αριστερού χεριού, τη χρήση του πεντάλ και το κράτημα του χρόνου. Κοίτα την τριγωνική άρπα της Σαπφούς (πηκτίς), την εφτάχορδη λύρα του Απόλλωνα. Αυτό εκεί είναι το «βιολί Guarneri του 17ου αιώνα». Άκου πώς σχολιάζει ο Robert Schumann τις Μαζούρκες του Chopin: «Κανόνια κρυμμένα κάτω από λουλούδια». Και μην ξεχνάς τη σοφή συμβουλή που ισχύει πάντα: «Το πιο σημαντικό, αγόρι μου, είναι να ανακαλύψεις τη δομή του έργου, να προσεγγίσεις το λεπτό πνεύμα του συνθέτη και να αναδείξεις τα βαθιά του νοήματα, όλα τα άλλα έπονται…». Θα ακούσουμε παραλλαγές πάνω σε ελληνικά θέματα, από τον Ravel, τον Glazunov και τον Borodin.

 Σαν να μας χαρίζει τα μάτια της για να δούμε κι εμείς ποια και πού είναι η ρίζα της ομορφιάς.

Κι έτσι, με τις πληροφορίες ενταγμένες στην αφήγηση, η Κοτοπούλη διδάσκει μουσική, ευαισθησία και πολιτισμό. Δίνει αέρα στο όνειρο να ανασαίνει και τόπο να δημιουργεί. Ανοίγει παράθυρα στην Πέμπτη εποχή, θα λέγαμε, με του Ελύτη τον στίχο/τίτλο, επιτυγχάνει το τέλειο: «Μέσα από την απλή δομή του έργου, ανασύρατε τα γιγάντια οράματα των ιερών συναισθημάτων και του πάθους, κρύφιες αρετές του θεϊκού και κοσμικού γίγνεσθαι του μεγάλου Κάντορα». «Παίξατε τόσο όμορφα, ώστε καταφέρατε το ακατόρθωτο, να αλλάξει χρώμα το βιολί σας!» κι έτσι ξαναγυρνάμε σ’ αυτό που τέθηκε από την αρχή, όταν το βιολί πενθούσε. Κι εκείνη, κόρη του αρχαίου ελληνικού αγγείου, πώς ένιωσε όταν είδε τη νέα μεταμόρφωση; Εκείνη «αναλογιζόταν ξανά και ξανά τα λόγια του». «Θεέ μου, έλυσε το γρίφο, αυτός είναι, τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να τον βρω, πρέπει να τον βρω»… «Η ασύγκριτη μουσική φαντασία του Τιτάνα, σε ένα αντάμωμα με το πλατωνικό σύμπαν, πλάθει ιδέα υπερβατή» και η πιο μεγάλη υπέρβαση είναι ο έρωτας.

Το μυθιστόρημα της Κοτοπούλη μαγεύει με την ιδέα, με το θέμα και την πραγμάτευσή του, τους χαρακτήρες, τα υλικά και τη γλώσσα του· γλώσσα ανάλογη με το είδος και το ήθος. Με τέτοια κλειδιά ανοίγει την πόρτα του παραδείσου των Τεχνών. Διατυπωμένη προσεκτικά η σημαίνουσα λεπτομέρεια. Ιεροτελεστικά δοσμένη: «Ύστερα άνοιξε τη θήκη, πήρε από μέσα το βιολί και το δοξάρι, την έκλεισε προσεκτικά, πλησίασε στο αναλόγιο, το μετακίνησε λίγο, τοποθέτησε το σαγόνι της στο υποσιάγονο, σήκωσε το δοξάρι της με τέλεια χορευτική κίνηση και του έκανε νόημα ότι είναι έτοιμη». Περιγραφή και αφήγηση σε αργή, κομψή, υπαινικτική κίνηση. Πορτρέτα τέλεια και οι χαρακτήρες σαν να μην είναι του κόσμου τούτου, σαν να είναι από αλλού φερμένοι, σαν να μην έχουν σάρκα και οστά, που όμως έχουν. Η συμπεριφορά τους, οι σκέψεις τους, ο ιδανισμός τους. Οι λέξεις παίρνουν στα χείλη τους το αληθινό τους νόημα. Άνθρωποι τέλειοι. Οπότε εύλογη είναι και η προβολή της υιικής αγάπης, της πατρικής στοργής, της αληθινής φιλίας, του έρωτα για τη σπουδαία τέχνη, της αυταπάρνησης, της αλληλεγγύης. Η γραφή της Κοτοπούλη είναι σαν τα δακτυλικά της αποτυπώματα, είναι η ταυτότητά της.

Και μερικές απορίες: Tι είναι ο Σαρντέν; Έγραφε και ο Ντιντερό μουσική; Ο Ματίς; Πού βρίσκεται το πρωτότυπο; Ποιο είναι το αντίγραφο; Ποιας χρονολογίας; Πού βρίσκονται οι καλύτεροι Luthier, συντηρητές βιολιών – στη Φλωρεντία ή στο Παρίσι; Ο Ορφέας θα συναντήσει την Ιόλη στη Φλωρεντία ή κάπου αλλού; Θα το πάρει τελικά η Ιόλη το Στραντιβάριους ή όχι; Σε ποιαν μπορείς να χαρίσεις Baroque δοξάρι του 17ου αιώνα; Τι οδηγίες μπορεί να σου δώσει το Στραντιβάριους, όταν είσαι ερωτικά απελπισμένος; Είναι το fresco του προπομπού της Αναγέννησης, όπως αποκαλούσε τον Giotto; Είχε 50 μουσικά όργανα του Luigi Cherubini; Η βιόλα του Antonio Stradivari, κατασκευασμένη το 1690, ήταν στολισμένη με το οικόσημα των Medici από φίλντισι, πέρλες και έβενο; Ο Ορφέας θα πάει στην Αμερική για τον διαγωνισμό; Ή θα πάει στη Φλωρεντία για το συνέδριο στο Φιέζολε; Απορίες, γοητείες, πληροφορίες, εκλεκτές αισθήσεις, συγκινήσεις…

mkotΗ ποίηση και η μουσική είναι τόσο κοντά, σαν δίδυμες αδελφές, μας λέει ο Rachmaninov. Ε, ας πούμε και το σχετικό του Σιμωνίδη από την Κέα, που πρώτος είπε ότι η ζωγραφική είναι ποίηση σιωπώσα και η ποίηση ζωγραφική ομιλούσα. «Ut pictura poesis» είπε αργότερα –σαν ζωγραφιά είναι η ποίηση– ο Οράτιος στο έργο του Ars poetica. Κι έτσι έγιναν οι χάριτες τρεις: Μουσική, Ποίηση, Ζωγραφική.

Δεν είναι εύκολο να κλείσει κανείς αυτό το βιβλίο, ούτε να το βάλει στο ράφι χωρίς να το ξανακοιτάξει. Από το καλλιτεχνικότατο, κομψό, αφαιρετικό εξώφυλλο που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Κουρκούτης έως το οπισθόφυλλο, το βιβλίο της Μαρίας Κοτοπούλη είναι ένα θαύμα.

 

Κλέφτης ήχων
Μαρία Κοτοπούλη
Ιωλκός
341 σελ.
ISBN 978-960-640-010-0
Τιμή €12,00
001 patakis eshop

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο