Μαρία Κούρση: «Τρεις κλωστές»



Μικρές μεγάλες άστοχες διδακτικές
Οι ιστορίες
συμβαίνουν έξω
(Μαρία Κούρση, Μια μέρα, Εκδοτική Αθηνών, 2014, σ.21)

Σε κάθε κριτική προσπάθεια ανάγνωσης ενός ποιητικού βιβλίου, οι τρόποι ερμηνείας διαφοροποιούνται περίπλοκα, ανάλογα με τις μεθοδολογικές οπτικές του γράφοντος ή της γράφουσας, τις ποικίλες προσωπικές και ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις, αλλά και την εξοικείωση με το έργο του ποιητή, της ποιήτριας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι, οι κριτικές αναγνώσεις ενδέχεται να αναζητούν συχνά τις «επιρροές» και τις «επιδράσεις» των ποιητών, ενώ άλλες φορές προτάσσεται η εφαρμογή μιας φιλολογικής, ψυχαναλυτικής ή άλλου τύπου ανάλυσης. Εδώ η κατασκευή της κριτικής προσέγγισης γίνεται ακόμα πιο σύνθετη, επειδή αφορά σε μια ποιήτρια με εμπειρία χρόνων και μεγάλο συγγραφικό έργο. Επιλογή της γράφουσας είναι να συνομιλήσει κριτικά με τις υποκειμενικότητες που απαντώνται στο βιβλίο της Μαρίας Κούρση, τη φωνή της ίδιας της ποιήτριας και τους χώρους, οι οποίοι εντοπίζονται στο βιβλίο, «σε χρονοφάγους καιρούς». Γι’ αυτό η κριτική οικειοποίηση του ποιητικού έργου γίνεται με βάση τη συνύφανση προσωπικού, κοινωνικού και πολιτικού χώρου, καθώς και της θέσης ότι η ποίηση είναι μια ανοιχτή πολυφωνική διαδικασία, με συνεχείς ερμηνευτικές διαπραγματεύσεις και διλήμματα.

Στο δέκατο πέμπτο βιβλίο της, με τίτλο Τρεις κλωστές, η Μαρία Κούρση παραθέτει τρία αφηγηματικά ποιήματα, συνεχίζοντας τη χρήση μιας αισθητικά ολοκληρωμένης γλώσσας και ποιητικής γραφής. Το κάθε ποίημα είναι αφιερωμένο στις τρεις σημαντικές γυναίκες από το οικογενειακό της περιβάλλον, οι οποίες, όπως αναφέρει σε πρόσφατη συνέντευξή της (δείτε εδώ), έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη ζωή της. Από την αρχή, λοιπόν, δηλώνεται καθαρά ότι δεν μιλάει αοριστολογικά για τρεις γυναίκες, αλλά για τα συγκεκριμένα συγγενικά αγαπημένα πρόσωπα: τη Λουκία, τη γιαγιά της, την Άνη, τη μητέρα της, και τη Μιράντα, τη θεία της. Αυτές οι τρεις κλωστές-γυναίκες, σε ένα πρώτο επίπεδο, συνθέτουν την καινούργια ποιητική συλλογή της Κούρση. Στην ποιητική αυτή τριάδα, οι γυναικείες φωνές μιλούν μόνες, αφηγούνται ή συνομιλούν μεταξύ τους. Συνομιλίες πολυφωνικές, όχι μόνο λόγω της στενής σχέσης των τριών προσώπων (τεσσάρων μαζί με την ποιήτρια), αλλά και γιατί αναδεικνύουν την ιστορικότητά τους και τη σύζευξη της έννοιας του χρόνου και της γραφής.

Οι εκδοχές αυτές γυναικείας υποκειμενικότητας συνδέονται γενεαλογικά και αρθρώνουν με συνεχόμενες και διακριτές μετατοπίσεις τις αφηγήσεις τους. Ως τέταρτη φωνή, η ίδια η ποιήτρια συνεχίζει μια διαδρομή ανοιχτή. Ακούει, καταγράφει, συνθέτει και ανασκευάζει. Πανοπτικά και διαλογικά ενορχηστρώνει τις τρεις φωνές, φωτίζοντας τα συναισθήματά τους, τις αποφάσεις, τους χώρους τους, τη διαχείριση όσων συμβαίνουν. Ως πέμπτη φωνή ο κάθε αναγνώστης προσκαλείται να συνδιαλεχθεί διαρκώς με τους δικούς του σημαντικούς ανθρώπους, τις δικές του κλωστές, συντηρώντας το δέσιμο με αυτές ή επιθυμώντας το κόψιμό τους. Έτσι ακριβώς ανακαλύπτονται τα κοινά βιωματικά ανθρώπινα αποθέματα και οι συγγένειες. Τα αποθέματα και οι συγγένειες αυτές αριστοτεχνικά και μινιμαλιστικά ξετυλίγουν το ποιητικό σύμπαν της Κούρση.

Πέρα από την αναμέτρηση με τα αγαπημένα αυτά πρόσωπα, δύο από τα οποία έχουν πεθάνει, η ποιήτρια δε συγκροτεί μόνο έναν μνημονικό διάλογο-σύνθεση των τριών προσώπων. Εκφέρει, κατά τη γνώμη μου, συγκεκριμένες πρακτικές παραδοχής και αντίδρασης απέναντι σε μια καθημερινότητα οξυμμένης πολυεπίπεδης κρίσης, η οποία διυλίζει επιθυμίες και δυνατότητες, δημιουργώντας οδύνες και ματαιώσεις. Σε αυτό το σχήμα η ποιήτρια επιλέγει να δει ρεαλιστικά τα δεδομένα και να αναλάβει ευθύνη για την οπτική της, τα συναισθήματά, τις επιλογές, τις ματαιώσεις και την επικοινωνία με τους άλλους.

Κάτω από τα καθαρά
παπούτσια μου κάθε πρωί
κάτι σκοτώνω

Στα καθαρά παπούτσια κάτι σκοτώνεται κάθε μέρα. Οι καθημερινές διαδρομές, πραγματικές και συμβολικές, εμπεριέχουν αφανισμούς που αναγνωρίζονται και μπορούν ακόμα να οδηγήσουν στην παραχώρηση.

Άφησε άλλους να πάρουν
τη θέση της
Και το παράπονό της

Η ανάληψη ευθύνης ακόμα και για τη ματαίωση των επιθυμιών ή της ύπαρξης μιας άγριας πραγματικότητας-αντιπαροχής δεν εγκλωβίζει την ποίηση της Κούρση σε ρεπερτόρια μελοδραματικού λυρισμού. Και η εκφορά των συναισθημάτων δεν είναι μονοδιάστατη. Οι πρωταγωνίστριες συνεχίζουν τις διακοπτόμενες πορείες τους, με γενναιότητα και ευθύνη. Η ευθύνη αυτή και η συνέπεια όμως δεν καθηλώνονται σε εσωτερικούς αποκλεισμούς, ούτε οδηγούν σε μονόπλευρες, αφοριστικές, αυστηρές αναγνώσεις του κόσμου. Εναντίον σε κάθε ματαίωση της επιθυμίας, ο ποιητικός κόσμος της Κούρση προτάσσει τη διαφύλαξη της ευαισθησίας και της τρυφερότητας, η οποία συχνά εκφράζεται με ευθυτενή μινιμαλισμό.

Μικρό πουλάκι κελαηδεί
το σύννεφο που φεύγει

Η ευαισθησία δεν ακολουθεί έμφυλες κυρίαρχες γυναικείες κατασκευές για τη θηλυκότητα, αλλά αντίθετα είναι βαθύτατα πολιτική. Οι αντοχές κάμπτονται και δεν κάμπτονται.

Σωματοφύλακες παντού
να με κρατήσουν δεν μπορούν

Οι γυναικείες υποκειμενικότητες στα ποιήματα της Κούρση οικοδομούνται από έναν πανοπτικό ποιητικό λόγο, που αποτυπώνει τον χρόνο ως σύνθετη αλληλεπίδραση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, συνδέουν τον προσωπικό με τον δημόσιο χώρο και αναγνωρίζουν τις απώλειες στη διάρκεια του βίου. Απώλειες, οι οποίες δεν είναι ποτέ μόνο προσωπικές, αλλά συνομιλούν με τις κοινωνικές και πολιτικές ματαιώσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι σωματοφύλακες «εγκαλούν» την αφηγήτρια να προσαρμοστεί στον μέσο όρο και την κανονικότητα, σε τρεις διαφορετικές εκδοχές.

Ως πέμπτη φωνή ο κάθε αναγνώστης προσκαλείται να συνδιαλεχθεί διαρκώς με τους δικούς του σημαντικούς ανθρώπους, τις δικές του κλωστές, συντηρώντας το δέσιμο με αυτές ή επιθυμώντας το κόψιμό τους.

Πιεστικά μου δείχνουν
Τη μέση λύση τη μέση τιμή
τον μέσο όρο να μεσουρανεί

Απέναντι σε αυτή την εκδοχή της πραγματικότητας που ζητά συμβιβασμούς, η «πρώτη φωνή» επιλέγει να πουλήσει τη χαρά της.

Γι’ αυτό πούλησε τη χαρά της
σ’ έναν εισπράκτορα στο
επάγγελμα με μέση
δαχτυλίδι

Η «αγοραπωλησία» οδήγησε στην αποξήρανση της χαράς, λόγω έλλειψης φροντίδας. Ο εισπράκτορας την αφήνει χωρίς νερό και σε έρημη γη. Ο ήλιος την καίει με στοργικό τρόπο από λύπη.

Στοργικός ο ήλιος τη
λυπήθηκε
και την κατέκαψε

Το πρώτο αφηγηματικό ποίημα ολοκληρώνεται με την πικρή διαπίστωση:

Νοσηλευμένες αλήθειες
Εξιτήριο τα ψέματα

Η αντίθεση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα εντατικοποιείται από τη μεταφορά της αρρώστιας και του νοσοκομειακού πλαισίου. Οι αλήθειες νοσηλεύονται και το εξιτήριο είναι μόνο εφικτό με τα ψέματα.

Στο «κρυφό πρόβατο» η φύση λειτουργεί παρηγορητικά.

Για μέρες κοιτάζω
ένα γαλήνιο ουρανό
Περιμένω να πέσει
Ακίνητη
Αμετακίνητη
Σε αναπηρική βαρκούλα
Με τις αγαπημένες μορφές
των δέντρων

Στην πορεία του ποιήματος, δύο πέπλα από καθαρό μετάξι «σφαγιάζονται» «στο βρόμικο στόμα του πατώματος». Η αφηγήτρια ζητά συγγνώμη, αλλά συναινεί και καταλήγει ως συνέπεια αυτής της νομιμοποίησης «βαλσαμωμένη στη βιτρίνα».

Τα Χριστούγεννα της βάζουν
λαμπάκια και το Πάσχα
ένα αυγό κατακέφαλα

Οι τρεις κλωστές, τα τρία γυναικεία πρόσωπα παραπέμπουν, νομίζω, και στις τρεις Μοίρες. Η πρώτη από αυτές, η Κλωθώ, είναι «αυτή που κλώθει» το νήμα της ζωής. Συμβολίζει, σε πολλές απεικονίσεις στην τέχνη, το παρόν. Η Λάχεσις, η δεύτερη από τις Μοίρες, συνδέεται με το παρελθόν. Είναι αυτή που το ξεδιπλώνει και ορίζει τη μοίρα του κάθε πλάσματος. Τέλος η Άτροπος, η τρίτη και τελευταία μοίρα, είναι υπεύθυνη για το τέλος της ζωής, τον θάνατο. Είναι εκείνη που συμβολίζει το μέλλον.

Οι κλωστές, λοιπόν, είναι τρεις. Ως γνωστόν, ο αριθμός τρία είναι ιδιαίτερος στην ιστορία της αριθμολογίας, αλλά και στα δημοτικά τραγούδια και τα λαϊκά παραμύθια (τρίστρατα, τρεις αδερφές, τρεις δοκιμασίες, τρία ξόρκια). Σύμφωνα με τους Πυθαγόρειους, ο αριθμός τρία θεωρούνταν ο πρώτος αληθινός αριθμός και αντιπροσωπεύει την αρχή, τη μέση και το τέλος. Όπως σε κάθε συμπλοκή φανταστικού-πραγματικού, ο αριθμός τρία μπορεί επίσης να δηλώνει τις τρεις διαστάσεις του χρόνου: το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Τέλος, τρεις γενιές περνάν από το βιβλίο της Κούρση. Τρία ποιήματα, τρεις γυναίκες, η κριτική αναθεώρηση της αρχής, της μέσης και του τέλους, αλλά και του ίδιου του χρόνου. «Μια τέταρτη γυναίκα στη σκιά μαζεύει πίσω ξανά το κουβάρι. Μέχρι να κλείσει», όπως διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου του βιβλίου. Στην ποιητική της σύνθεση, λοιπόν, η Κούρση συνδιαλέγεται με τις γυναίκες της ζωής της, τον εαυτό, τη μνήμη, τον χρόνο, τη ζωή, την επιθυμία και τον θάνατο. Είναι αυτή που καλείται να μαζέψει το νήμα και να ξετυλίξει τις κλωστές στο ποτάμι του χρόνου. Ο χρόνος που διαρκώς ρέει και συνδέεται με τον ποταμό του Ηράκλειτου.

Γονατίζω στο ποτάμι
Και
Κλωστή κλωστή
Τα νερά του ξηλώνω.

Και στα τρία ποιήματα γίνονται αναφορές σε φυσικά στοιχεία και σύμβολα παγκόσμια: το δεντράκι, το χώμα, τη θάλασσα, το νερό, τη φωτιά, τον αέρα. Τα στοιχεία ακολουθούν τις πρωταγωνίστριες και εμπλέκονται στις διαδρομές τους. Στο χρονικό νήμα περιλαμβάνονται διλήμματα, ανακατατάξεις και διαρκείς μετατοπίσεις, καθώς ο χρόνος από τη μια «καγχάζει» τα ανθρώπινα πάθη, από την άλλη μετατρέπεται σε χρόνο μνημονικό, ο οποίος συνομιλεί ανοιχτά με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.

kours«Οι τρεις κλωστές» ως ποιητική αφήγηση περιλαμβάνουν κλωστές, κουβάρια, πλεξίματα, λυσίματα, ξετυλίγματα, μαζέματα και ξηλώματα. Η ποιήτρια δηλώνει ότι μαζεύει το κουβάρι. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή παραμένει ανοιχτή και παράγει νέα διλήμματα και συναισθηματικές καταστάσεις. Το ίδιο, εξάλλου, συμβαίνει με όλες τις ιστορίες και άσχετα αν είναι μικρές, μεγάλες, άστοχες ή διδακτικές. Όπως αναφέρει η ποιήτρια σε προηγούμενο βιβλίο της: «Συμβαίνουν έξω» και περιμένουν να τις κάνουμε δικές μας.

[Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος, ΜΑ, Ph.D.]

 

Τρεις κλωστές
Μαρία Κούρση
Εκδοτική Αθηνών
32 σελ.
ISBN 978-960-213-470-2
Τιμή €8,00
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο