Μαρία Λιτσαρδάκη: «Ποίηση και φιλοσοφία»



Θα ξεκινήσω από μια χαρακτηριστική και σχετική με το θέμα του βιβλίου ομολογία του φιλοσόφου Bachelard, ο οποίος δεν διστάζει να τονίσει το χρέος του στην ποίηση: «Οι ποιητές είναι αληθινοί δάσκαλοι της φιλοσοφίας. Οδηγούνται κατευθείαν στον στόχο. Γύρω από τις ανακαλύψεις τους μπορούμε να οικοδομήσουμε απόψεις, συστήματα. Αλλά αυτοί έχουν το φως».

Η Μαρία Λιτσαρδάκη με το παρόν βιβλίο θέτει επί τάπητος την ιστορική εξέλιξη της σχέσης τους, επινοώντας τη δική της ερευνητική διαδρομή μέσα από τη νιότη της γλώσσας –την πλευρά της ποίησης– και την ωριμότητά της – την πλευρά της φιλοσοφίας. Από την ανυπότακτη ελευθερία στον ήρεμο στοχασμό. Πράξη εγκαινίων η πρώτη, τελετουργικό μύησης η δεύτερη. Τους ανακοινώνει και ο πίνακας του αναγεννησιακού Βερονέζε Χαρούμενη ένωση στο εξώφυλλο, που ανοίγει τις πύλες για την ανάγνωση εκλεκτικών συγγενειών.

Για άλλη μια φορά η Λιτσαρδάκη μάς παραδίδει εκτενή μελέτη, η οποία αποτελεί πεδίο στοχασμών αλλά και απόλαυσης, με τα δύο αντικείμενα να ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία στον νου και την καρδιά του αναγνώστη. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να αποδεσμεύσω αυτό το βιβλίο από την προφανή ιδιότητά του ως επιστημονικού εγχειριδίου. Και το κάνω, επειδή θέλω να προκρίνω μιαν άλλη ιδιότητα, την οποία θεωρώ εξίσου σημαντική και σημαίνουσα. Με άλλα λόγια, θέλω να το παρουσιάσω ως ένα πόνημα, που αποσκοπεί να εισέλθει ισάξια στον ευρύτερο διάλογο για τη σχέση ποίησης και φιλοσοφίας, και ως εκ τούτου να καταβάλει τον δικό του οβολό.

Με πλήρη συνείδηση του αχανούς τοπίου και των δύο αντικειμένων, η Λιτσαρδάκη ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τις προθέσεις της. Στόχος του εγχειρήματος αυτού δεν είναι η εξαντλητική παρουσίαση και η πλήρης καταγραφή του συνολικού φιλοσοφικο-αισθητικού στοχασμού, αλλά η αναφορά σε κάποιες από εκείνες τις φιλοσοφικές θεωρήσεις, που επέδρασαν καταλυτικά στην υπό μελέτη σχέση και τη διαμόρφωσαν σε κάθε εποχή.
Έχουμε, δηλαδή, μια εργασία, όπου πέρα από την ιστορική εξέλιξη της σύνδεσης της φιλοσοφίας με την ποίηση, αναζητείται η οντολογική διάσταση της ποίησης, η οποία και επιβεβαιώνει την αγαστή σύγκλιση και αλληλοπεριχώρηση των δύο αντικειμένων.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει την εσωτερική και υπόγεια φωνή της ποίησης, με άλλα λόγια, να δώσει έμφαση στη νοητική της διάσταση, που ανακεφαλαιώνει την αλήθεια του ποιητή και συνεκδοχικά του ανθρώπου και του κόσμου, χωρίς όμως να παρακάμψει την αρμονία που δονεί τη φύση της. Όσο για την επιλογή των ποιητών, αυτή στηρίχτηκε στην ερευνητική διδακτική ενασχόληση της Λιτσαρδάκη με το έργο τους.

Με άλλα λόγια, η αξία αυτής της μελέτης έγκειται στην εξαίρετη επιλεκτική σπουδή, η οποία καταφέρνει να δώσει μια συνεκτική και επί της ουσίας συνομιλία ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ποίηση, ως άλλη σύλληψη αλλά και ως πυροδότηση για νέους στοχασμούς και επαγγελίες.

Το δικό μου μερτικό σε αυτή την παρουσίαση είναι φυσικό να κλίνει προς την ποίηση, καθότι δεν θα κατάφερνα να εισέλθω στη χώρα της φιλοσοφίας με επίσημα ρούχα, όπως της πρέπει, δηλαδή. Εξάλλου, στη χώρα της ποίησης πνέει ένα αεράκι ελευθερίας που με συντάσσει εκ προοιμίου μαζί της και εφ’ όλων των αισθήσεων. Όταν, λοιπόν, έφτασα στο κεφάλαιο, όπου εμφανίζονται οι ποιητές ως συνομόλογοι των φιλοσόφων, η συν-κίνηση με έβαλε ευθύς στο κλίμα της ευαισθησίας, που εμποτίζει τον στοχασμό και τούμπαλιν. Καλά είμαι εδώ, είπα, και ξεκίνησα το ταξίδι στη σπουδαία ποίηση, την οποία διάλεξε η Μαρία Λιτσαρδάκη με γνώση και φιλότητα.

Για άλλη μια φορά η Λιτσαρδάκη μάς παραδίδει εκτενή μελέτη, η οποία αποτελεί πεδίο στοχασμών αλλά και απόλαυσης, με τα δύο αντικείμενα να ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία στον νου και την καρδιά του αναγνώστη.

Φυσικά και δεν δύναμαι να μιλήσω ούτε ως θεωρητικός της ποίησης, αλλά δύναμαι να μιλήσω ως γράφουσα ποίηση και να συγκατανεύσω στις σοβαρές επισημάνσεις που κάνει η συγγραφέας στο 2ο κεφάλαιο για «τους ποιητές όταν στοχάζονται». Με άλλα λόγια, εδώ θα συναντήσουμε τον θεωρητικό λόγο των ποιητών, οι οποίοι υπογραμμίζουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, την οντότητα της ποίησης ως αντίληψης άλλης υφής για τον άνθρωπο.

Πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο, διαποτισμένο από τη λυρική χάρη της, έχει το προνόμιο να διερευνά και να στοχάζεται, με τη μουσική να υποβόσκει και να συντηρεί τον ρυθμό του σύμπαντος. Ελύτης, Καρούζος, Βρεττάκος, τρεις Έλληνες μύστες και τρεις Γάλλοι, Char, Jaccottet, Bonnefoy, είναι οι ποιητές που επιλέχθηκαν για να μιλήσουν υπέρ της ανθρώπινης ευαλωτότητας σε όλο το εύρος και βάθος της, και φυσικά σύμφυτης με τους δικούς τους χρόνους, αλλά και πέραν αυτών. Ποιος άλλος από τον ποιητή έχει το ακριβό προνόμιο να αποφανθεί ως ο ιδανικός στοχαστής για τη δουλειά του; Χωρίς να ενδύεται τον ρόλο του θεσμοθέτη, αντιθέτως, ο ποιητής παραμένει ο αλαφροΐσκιωτος δημιουργός, ο οποίος δύναται να έχει παράλληλα και την οργανωμένη αναρώτηση και σκέψη γύρω από την οντολογική φύση της ποίησης. Αυτή τη θεωρητική συνιστώσα του ποιητή τη μεταλαμβάνει ο αναγνώστης ως αποκάλυψη και ως μοίρασμα κρυφών σπερμάτων, που έδωσαν στη συνέχεια έργο σπουδαίο. Είναι σαν να επιτρέπουν στον αναγνώστη να αποφλοιώσει τα κολχικά της δημιουργίας τους, η οποία έχει τους δικούς της νόμους βαρύτητας. Κάπως έτσι το Εγώ του ποιητή μέσω του καταγεγραμμένου στοχασμού δηλώνει απερίφραστα την ταυτότητά του και θέτει τη σφραγίδα της αναγνώρισης. Ο ποιητής κάνει στη συνέχεια πράξη τον στοχασμό του, υποστασιοποιεί τη θεωρία, αποδίδοντάς της το αίμα και τη σάρκα που χρειάζεται, για να μετατραπεί εν τέλει σε σώμα ποιητικό.

Η Λιτσαρδάκη κατάφερε να ερευνήσει ακριβώς αυτή την αμφίδρομη κίνηση στην ποίηση και τον στοχασμό των ποιητών, κάτω από αυτό το πρίσμα. Δηλαδή, εξερεύνησε τον τρόπο με τον οποίο οι ποιητές εισέρχονται διαδοχικά στη θεωρία και την πράξη της ποίησης, για να συνεχίσει τις παρατηρήσεις της πάνω στη θέση του υποκειμενικού στοιχείου, ειδικά σήμερα με την ποιητική νεωτερικότητα να κλίνει στη διερεύνηση του νοήματος, υπό την οντολογική και μεταφυσική έννοια του Είναι και του Απόλυτου.

Ο Μπόρχες έγραφε ότι «η σημασία είναι κάτι που έρχεται να προστεθεί στο ποίημα. Ξέρω αδιαμφισβήτητα ότι αισθανόμαστε πρώτα την ομορφιά του ποιήματος, πριν να σκεφτούμε τη σημασία του». Αυτή ακριβώς η ρήση του μεγάλου Μπόρχες, που στοχάστηκε επίσης πολύ πάνω στην ποιητική φύση, είναι που θεμελιώνει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ποίηση. Η ποίηση έχει όλα τα στοιχεία της Τέχνης, για να είναι συνεχώς μια νέα εμπειρία κάθε φορά που τη διαβάζεις. Είναι μια συγκίνηση του ποιητικού υποκειμένου αρθρωμένη από λέξεις, που στόχο έχουν να συνεγείρουν τον αναγνώστη. Και δεν αναφέρομαι σε καινούργιες συγκινήσεις. Η ποίηση μιλά τις καθημερινές συγκινήσεις σαν να ήταν η πρώτη φορά της μετάληψής τους. Γιατί αυτό είναι το χάρισμά της. Να συνδέει διαφορετικές ζωές και να οικοδομεί την πρωτογενή συγκίνηση πολλών πιθανοτήτων.

Στο παρόν βιβλίο, λοιπόν, ο αναγνώστης έχει την εξαιρετική δυνατότητα να αφουγκραστεί το πέρασμα από τη διένεξη στη μαγική ώσμωση των δύο πεδίων εκφραστικής καταγραφής, με την ποίηση να αναλαμβάνει το έργο του αναστοχασμού πάνω στην ίδια της τη φύση, αλλά και το έργο της αναζήτησης της αλήθειας της ανθρώπινης οντότητας στον κόσμο.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ποίηση κάνει χρήση της ελευθερίας της έκφρασής της, καταρρίπτοντας κάθε καθημερινό αυτοματισμό στο όνομα του χρέους της που ξεκινάει από μια ρήξη, μέσα σε συνθήκες μοναξιάς και σιωπής, σαν μια φευγαλέα, μυστική ανάσα μέσα στη νύχτα, λες και δεν υπήρξε ποτέ. Παραμένει, όμως, με όλη τη σκευή της, εκείνος ο Λόγος που λαμβάνει σοβαρά υπόψη του όχι μόνο τον ήχο ή τη μουσικότητα της λέξης, αλλά και την έκφραση του μυστηρίου του εσωτερικού γίγνεσθαι ως στόχου της ίδιας της ζωής. Και όχι, δεν είναι καλός ο ποιητής μόνο αν γράφει ωραίους στίχους. Αν ο ποιητής δεν έχει βιώσει στο πετσί του το ρίγος, αν δεν ρισκάρει την ανθρώπινη φύση του, κατεβαίνοντας τα πιο σκοτεινά σκαλοπάτια της αλήθειας του, δεν δύναται να ανασάνει ο αναγνώστης καθαρό αέρα ποίησης, σαν προσευχή. Ο καλός ποιητής είναι στα όρια του πραγματικού και του ονείρου, απλός όσο και σύνθετος, που γράφει για να στοχαστεί πρώτα ο ίδιος πάνω στη δική του ζωή. Αν καταφέρει στη συνέχεια ο αναγνώστης να δεχτεί το δώρο της αναγνώρισης στη δική του ζωή, τότε η ποίηση ως αποκάλυψη ζωής μπορεί να γίνει αυτό που έλεγε ο Σωκράτης: «Είναι ο Θεός που μιλάει μέσα από τη φωνή των ποιητών» ή αυτόν που ο Οράτιος θεωρούσε τον Ποιητή, δηλαδή, αληθινό νομοθέτη, αποδίδοντάς του θεϊκή ιδιότητα.

Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον μεγάλο ποιητή την ιδιότητα του ιερέα ή του προφήτη του ασύλληπτου, του μη ορατού. Ο Νόβαλις επισημαίνει ότι «ο ποιητής είναι ταυτόχρονα το υποκείμενο και το αντικείμενο – η ψυχή και ο κόσμος». Εξ ου και η αιωνιότητα ενός ποιήματος. Και ο Μαίτερλινκ δεν απείχε από αυτή την πεποίθηση, τονίζοντας ότι «στο βάθος, η υψηλή ποίηση δεν έχει άλλο στόχο από το να κρατάει ανοιχτούς τους μεγάλους δρόμους που οδηγούν από αυτό που βλέπουμε σε αυτό που δεν βλέπουμε. Και αυτός είναι ο στόχος της ζωής».

Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Λιτσαρδάκη, πέραν της ενδελεχούς έρευνας καθώς και της υποδειγματικής διαχείρισης και οργάνωσης ενός πλούσιου και δύσκολου υλικού, με γοήτευσε επειδή μου έδωσε τη δυνατότητα να θέσω καίρια ερωτήματα πάνω στην οντολογική φύση της ποίησης και την αποστολή των ποιητών ως ανιχνευτών του σώματος του λόγου τους. Είναι χάρισμα του συγγραφέα, αν καταφέρνει να θέσει, πέραν της δικής του μελέτης και εντρύφησης στο επιστημονικό του έργο, αποκαλυπτικά ανοίγματα στοχασμών και αναστοχασμών στους προσεκτικούς αναγνώστες του. Και η Λιτσαρδάκη τα κατάφερε, όπως πάντα. Επειδή αυτό που χαρακτηρίζει τον επιστημονικό μόχθο της είναι η μεθοδική έρευνα, η συστηματική εργασία, η οξεία κριτική ματιά και ο καθαρός λόγος της συγγραφής.

[Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Α.Π.Θ.]

 

Ποίηση και φιλοσοφία
Από την παλιά διαμάχη στη σύγχρονη λυροσοφία
Μαρία Λιτσαρδάκη
Ρώμη
235 σελ.
ISBN 978-618-5321-77-2
Τιμή €12,00
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο