«Με αφορμή τον “Σχιζοφρενικό Θεό” της Ελένης Λαδιά (IΙ)» της Τούλας Ρεπαπή



Μηλινόη (αίθουσα επιτυμβίων) – 1980

«Μεγάλη επιτύμβια στήλη με αέτωμα. Γύρω στα 350 π.Χ. Στο επιστύλιο χαραγμένο το όνομα: ΜΗΛΙΝΟΗ. Το υλικό της κατασκευής τιτανόλιθος. Βρέθηκε στον Κεραμεικό, αλλά παραμένει πρόβλημα ο αληθινός τόπος προελεύσεως. Η μορφή έντονα εξώγλυφη. Παράστασης γυναικός κατενώπιο. Η μορφή φορεί χιτώνα και στο αριστερό της χέρι κρατεί το νεκρικό σύμβολο, το ρόδι. Στο ύψος των κνημών τρεις πεταμένοι κύλινδροι βιβλίων. Η νεκρή κοιτάζει προς το άπειρο, όχι με το γαλήνιο βλέμμα των νεκρών. Στα μάτια πέτρινα δάκρυα σταματημένα» (σελ. 348). Η Μηλινόη ήταν θυγατέρα της Περσεφόνης και του Διός, μια θεότητα με σκοτεινή ιδιότητα: κάτι μεταξύ φωτός και σκότους, σκορπούσε στους θνητούς φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις. Κάτι σαν σχιζοφρένεια.

Μπροστά σε αυτήν την χθόνια και υποχθόνια θεότητα στέκει ο Μύστης – ο ήρωας του διηγήματος. Επισκεπτόταν τα επιτάφια μνημεία σε μουσειακές αίθουσες και «παρατηρούσε τα πέτρινα πρόσωπα αυτών των νεκρών· και τότε όλα αυτά που τον βάραιναν έφευγαν». Μέσα στην αίθουσα των επιτυμβίων ο Μύστης γινόταν ανθρώπινος, ιδιαίτερα όταν έστεκε εμπρός από το «εξώγλυφο κατενώπιο» μιας γυναικείας παράστασης. Της Μηλινόης. Αυτό το άγαλμα είχε ακόμη και τα βράδια στο μυαλό του ο Μύστης. Τον γοήτευε, τον τρόμαζε και ταυτόχρονα αυτή η μορφή ζωντάνευε μόνον εμπρός του, ούσα νεκρή. Μια παράξενα έντονη έλξη τού ασκούσε αυτό το κομμάτι του λαξευμένου μαρμάρου.

Το διήγημα αυτό χωρίζεται: στην εισαγωγή (ο Μύστης μελετά στην αίθουσα των επιτυμβίων στηλών), στον πρώτο κύκλο (την έχει γνωρίσει, έχει συνομιλήσει μαζί της, ο Μύστης βλέπει την μοίρα μαζί της), στον δεύτερο κύκλο (η φαντασία του την ζωντανεύει και ο Μύστης, τότε, συνειδητοποιεί και μια άλλη μέτρηση, του χρόνου) και στον τρίτο κύκλο της γνωριμίας του Μύστη με την Μηλινόη (σαν επιβράβευση του έρωτά του μαζί της, μέσα από τα φιλιά της εισχωρεί σε στιγμές από την δημιουργία του Σύμπαντος, και διακτινιζόμενος φθάνει στις ρίζες των πετρωμάτων). Ο αποχωρισμός του Μύστη από την Μηλινόη συνέβη όταν της αρνήθηκε το ταξίδι στον έξω κόσμο, γιατί τον δέσμευαν ανθρώπινοι δεσμοί και υποχρεώσεις. Η «ζωντανή» Μηλινόη ξανάγινε επιτύμβιο άγαλμα. Το πρόσωπο πέτρωσε και τα δάκρυα ξανακύλησαν και πέτρωσαν στις παρειές της. Και ο Μύστης απέμεινε μόνος.

Ίσως με αυτό το διήγημά της η Ε.Λ. να κάνει την απαρχή της συγγραφικής κατάβασης στους νόμους και τα μυστικά του κάτω κόσμου. Τον έχει περιγράψει πολλάκις έκτοτε, με εξαιρετική τρυφερότητα και ποίηση, σεβόμενη το βάρος των συναισθημάτων που εσωκλείει ο κόσμος αυτός, αλλά και το βάθος των ερμηνειών και γνώσεων που της δίνει.

Η αφήγηση αυτή δεν αφορά μόνο μια Θεά, που η αινιγματικότης της μορφής της και το διττό του μύθου της θα την γοητεύσει, ούτε είναι απλά ένας Ορφικός ύμνος «εις Μηλινόη», αλλά επίσης είναι ο κάτω κόσμος, ο οποίος έκτοτε μ’ έναν πλούτο γνώσεων δεν θα πάψει να αναβλύζει από κάθε στίχο, από πολλές σελίδες της. Δεν θα πάψει να εμφανίζεται σαν ένα αγιόφυλλο, το οποίο θα υπερίπταται και θα δίνει στα γραπτά γνώσεις, χάρη και ποίηση, μέχρι σήμερα.

Ο μυστικισμός και η ποίηση βαθιά μέσα της αποτυπώνονται στην γραφή της, μετατρέποντας και την ίδια σε ιέρεια του δικού της «ναού», της συγγραφής. Η σχεδόν «ερωτική» της σχέση με την αρχαιότητα και την τέχνη εκείνης της εποχής, από την οποία εμπνέεται και την οποία αποτυπώνει με ποίηση, ιδιαίτερη χάρη και αλληγορία. Πλάθει μια ερωτική ιστορία μέσα στον χρόνο του τότε και του σήμερα, έτσι όπως ακριβώς είναι και η ίδια μοιρασμένη στο πριν και στο τώρα, στον πάνω και κάτω κόσμο. Και έχοντας εισαγάγει ήδη τον κόσμο των ονείρων της στα θέματά της, υιοθετεί με αυτόν τον τρόπο τον υπερρεαλισμό στην γραφή της.

Έκτοτε, σε έντονες στιγμές συναισθημάτων η συγγραφέας, άλλοτε με τα όνειρα, άλλοτε με την πένα της καταφεύγει στον κόσμο αυτόν. Ίσως να θέλει κάτι να διαφυλάξει, κάτι που αγάπησε πολύ και βρίσκεται πλέον εκεί.

Ωστόσο, ένα μεγάλο ερωτηματικό ορθώνεται στο κείμενο αυτό: Ποια είναι η Μηλινόη; Αλλά και ποιος είναι, άραγε, ο Μύστης; Ποια είναι αυτή η μυστηριώδης και γκόθικ Μηλινόη, που κατά τους Ορφικούς ήταν, εκτός από ύμνος, και ένα επιπλέον παρωνύμιο της Εκάτης. Ίσως ένας παρατηρητικός αναγνώστης, γοητευμένος από τις γνώσεις, την ποίηση, την έμπνευση και την ομορφιά που κρύβει η αφήγηση αυτή, μπορέσει να μας πει.

Ο υπερρεαλισμός που έντυνε την γραφή της με όνειρα ήταν η καθημερινή της ρεαλιστική πραγματικότητα.

Τέλος εσθλόν – 1981

Καλότυχο τέλος τιτλοφορεί το διήγημά της αυτό η Ε.Λ. και με ποιητική διάθεση –με γραφή πλήρη εικόνων– συνεχίζει όχι μόνο το διττό της προσέγγισής της, αλλά μας μιλά και για τον διτοπισμό, την αίσθηση του διαμοιρασμού της σε δύο τόπους. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα μπορούσε να δώσει δύο τίτλους στο κείμενο: «Τέλος εσθλόν» και «Σπηλιά και μνήμα», θεωρώντας πως το ένα είναι υποσύνολο του άλλου. Όμως ο φόβος που κυριαρχεί στην αφήγηση είναι ο φόβος για την απώλεια της μνήμης. Το έβλεπε να συμβαίνει γύρω της. Βασανίζεται από την σκέψη μήπως δεν μπορέσει ξανά να γράψει. Οι φόβοι δεν σταματούν εδώ. Το τέλος της; Θα είναι «εσθλόν»; Ποιο είναι το δικό της πεπρωμένο;

Η ποίηση –εικόνες– και η τυπική λογική δίνουν κάλλος και στιβαρότητα στην γραφή της, έτσι όπως η λιτότητα των κιόνων (τυπική λογική) μπορεί να στηρίζει περίτεχνα αετώματα (ποίηση). Στο κείμενό της αυτό με την διαλεκτική του Σωκράτη (επιτακτική ανάγκη αυτογνωσίας) συνομιλεί με τον διχασμένο εαυτόν της, ο οποίος καταγράφει δύο διαφορετικές ιστορίες. Όχι μόνο με τις διαφορετικές γραμματοσειρές. Η πάλη μέσα της προεκτείνεται και προς τους αγαπημένους της φιλοσόφους και ποιητές –Φρειδερίκος, Σαίρεν, Χέλντερλιν– και, γνωρίζοντας το τέλος τους, αγωνιά για το δικό της. Μόνο η μουσική του Μάλερ την ηρεμεί.

Και όλα αυτά μοιάζουν σαν εισαγωγή για να μιλήσει για τις τελευταίες ημέρες της γιαγιάς της. Να μιλήσει για την αγάπη που της είχε και τον φόβο θανάτου που είχε ριζώσει μέσα της. Θυμάται την ζωή μαζί της, την αγάπη που σαν παιδάκι εισέπραξε, την μυρωδιά της που από τότε έχει μείνει στο μυαλό της για πάντα. Και ανοίγοντας το τετράδιο με τις σημειώσεις για την εβδομάδα των παθών –της γιαγιάς της– θρηνεί, προσεύχεται και αφηγούμενη θυμάται τρυφερά και ποιητικά να την συνοδεύει νοερά στον κάτω κόσμο, επιτρέποντας σε όσους γνωρίζουν το έργο της να ξέρουν το πόσο πολύ και αληθινά τους αγάπησε. Οι γνώσεις και το συγγραφικό της ταλέντο γίνονται ένα ξεχωριστό και απροσδιόριστο κράμα, το οποίο της δίνει την δυνατότητα να περιγράφει/ζωντανεύει τους αγαπημένους της, να αναφέρεται στους μύθους τους, γιατί όλοι τους ήταν για κείνη τόσο συγκινητικά μυθικοί. Ο θάνατός τους έμοιαζε σαν τα άστρα που χάθηκαν από το δικό της σύμπαν.

Θάνατος! Μήπως, όμως, όλοι συναντιόνται σε αυτόν; Στο επέκεινα. Μήπως, σε αυτήν την μαύρη τρύπα θα ξαναγεννηθούν/ξαναβρεθούν ή μήπως πεθαίνουν για πάντα; Ρωτά η Ε.Λ. γεμάτη ελπίδα και αμφιβολία.

Η Ε.Λ. και οι ήρωές της είναι ένα παιγνίδι μεταμορφώσεων του εαυτού της, της διαμάχης των διαφορετικών δικών της ιδεών, της ζωής, του θανάτου και των φόβων της. Τους ενδύει με γνώσεις, αλληγορίες και μύθους, τους στολίζει με τον χρυσό και την δαντέλα της ελληνικής γλώσσας, τους κάνει φαγιούμ και τους ταριχεύει στα κείμενά της, για να διασωθούν στον χρόνο. Να κοσμούν για πάντα την σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Η θαλασσινή σπηλιά είναι ένα ποιητικό/πνευματικό/συγγραφικό καταφύγιο, το οποίο υπάρχει σε πολλά διηγήματά της, φέρνοντας στις περιγραφές του την αρμύρα και τις ρωγμές του χρόνου από τότε μέχρι σήμερα. Άλλες φορές, αυτή η ποιητική θαλασσινή σπηλιά γίνεται ο γκρεμός της.

Σφαίρος και Αστερόπη – 1981

Μια βραδιά που οι εφιάλτες, οι φόβοι, οι ενοχές και οι αϋπνίες πονούν το σώμα της –σαν κάποιοι με μαγικά και βελόνες να καρφώνουν το ομοίωμά της– χάνει όχι μόνο τον ύπνο της, αλλά και τον χρόνο. Τον χρόνο που διανύει αποστάσεις «σαν την χελώνα του Ζήνωνα», μας ομολογεί η συγγραφέας. Είναι στο μέσον της νύχτας και καταφεύγει στον πιστό και αγαπημένο φίλο της, τον αναγνώστη. Η παρουσία του στο μυαλό της δεν την αφήνει να βυθιστεί στο χάος των σκέψεών της ή της σχιζοφρένειας. Συνομιλεί μαζί του και τον παρακαλεί να ακούσει τις εκμυστηρεύσεις της και μαζί να γράψουν την παρακάτω ιστορία…

Η Αστερόπη, που σημαίνει αστραπή, γίνεται η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Η Αστερόπη, μια παιδίσκη με θαυμαστές ιδιότητες από την Ανατολή, περπατούσε γεμάτη σκέψεις πηγαίνοντας προς το βουνό. Στο μέσον του δρόμου συνάντησε ένα αγόρι στην ίδια περίπου ηλικία, τον Σφαίρο. Είχε τις ίδιες ξεχωριστές νοητικές ικανότητες μαζί της. Ήταν ο ένας συμπληρωματικός του άλλου.

Σε αυτήν την τυχαία πρώτη συνάντησή τους, είχαν την βεβαιότητα πως μια προδιαγεγραμμένη μοίρα είχε ορίσει κάποια στιγμή στην ζωή τους να συναντηθούν. Δύο παιδιά της ίδιας ηλικίας, δύο παιδιά διαφορετικού φύλου, σαν τα διαφορετικά χρωμοσώματα του ίδιου σπέρματος, κάνουν ένα ταξίδι, περνούν τις ίδιες δοκιμασίες, για να πάρουν γνώσεις. Και αποφασίζουν ένα από κοινού ταξίδι. Ταξιδεύουν σε λιβάδια, θάλασσες, και βρίσκονται, αρχικά, στον χώρο του μαινόμενου ταύρου…

Σαν παραμύθι της Ανατολής μοιάζει η αφήγηση της συγγραφέως, η οποία ξεδιπλώνει τον μύθο της, με τα μικρά αυτά παιδιά να θέτουν σοβαρά υπαρξιακά ερωτήματα, δίνοντας ταυτόχρονα και τις απαντήσεις. Μοιάζουν να κουβαλούν την σοφία μιας προϋπάρχουσας γνώσης, που τους οδηγεί σε συλλογισμούς, ερωτήσεις και απαντήσεις για το έθιμο, την αιτία, τον πόνο και την συμμετοχή του στην εσωτερική εξέλιξη του ανθρώπου, απόψεις για την εξουσία, η οποία μπορεί να έχει στα χέρια της την ζωή άλλων, την ερμηνεία για τα καρφιά της σταύρωσης, καθώς και διάφορες άλλες ερμηνείες συμβόλων/συμβολισμών, ακόμη και για το τι είναι καλό και κακό. Αφήνοντας στις συζητήσεις τους να φαίνεται πως πίστευαν ότι δεν υπάρχει «γιατί», αλλά πως όλα ακολουθούσαν το διαδικαστικό ενός τελετουργικού.

Και στο ταξίδι που κάνει η συγγραφέας με τον αναγνώστη, έχοντας στο πηδάλιο την φαντασία, τα ωθεί σε δοκιμασίες που θα αποδείξουν το υπεράνθρωπο της φύσης τους, όπου ίχνη γνώσεων από προηγούμενες ζωές, οι οποίες είχαν ποτίσει το υποσυνείδητό τους, αναδύονται στις μεταξύ τους συνομιλίες συνεχώς.

Συνεχίζοντας, από τον μαινόμενο ταύρο βρίσκονται στην Μινωική Κρήτη, η σταύρωση παραπέμπει στον Χριστό, πιο κάτω η αγγειογραφία «ο πλους του Διονύσου», καθώς και το ταξίδι του νεαρού Διονύσου, το οποίο αποτυπώνεται στο παιδί και το δελφίνι, συνυφασμένο με το θέμα της αχρονικότητας, τόπος κοινός. Στο ταξίδι τους αυτό η Αστερόπη και ο Σφαίρος χέρι χέρι θα ταξιδέψουν στην μαύρη τρύπα του διαστήματος και θα εισχωρήσουν στο χάος, όπου θα ανακάλυπταν τις αντοχές τους. Όμως κατάφεραν να τις δουν; Έφτασαν στην αχρονικότητα;

Και όταν συνάντησαν ανθρωποφάγους, ιεροεξεταστές, συνέχισαν χτυπημένα από κεραυνούς και κύματα, και ανέγγιχτα απ’ όλα αυτά βρέθηκαν κάτω από ένα δένδρο να συνομιλούν. Ξαφνικά, άκουσαν βήματα και είδαν εμπρός τους τον Σχιζοφρενικό Θεό. Είχε ξεφύγει από το πρώτο διήγημα, για να τους επισκεφθεί και να του πουν πως δεν έπαθαν κάτι από ό,τι πέρασαν. Του είπαν πως είναι άτρωτα, διότι είναι η υλοποίηση μιας δυνατής επιθυμίας που γεννήθηκε στο μυαλό ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Και τότε ο Σχιζοφρενικός Θεός, αφήνοντας πότε τον Σφαίρο και πότε την Αστερόπη να μιλούν, έμαθε για την μητέρα και τον πατέρα τους αντίστοιχα. Του Σφαίρου η μητέρα, χαμένη μέσα σ’ ένα χάος ιδεών, ήταν ταγμένη σ’ έναν ιερό σκοπό στην ζωή της και εκεί έπρεπε να διαθέσει όλο της τον χρόνο. Όχι σε αυτόν. Η μάνα του είχε την αλαζονεία να νιώθει κομμάτι του Σύμπαντος. Η Αστερόπη μίλησε για τον πατέρα της. Φαινόταν φυσιολογικός, κυοφορώντας την τρέλα μέσα του. Ένιωθε το Σύμπαν να δονείται μέσα του και ήθελε να βρει τις ρίζες του. Θα μπορούσε να ήταν αλχημιστής. Όταν γνώρισε την μάνα που δεν την γέννησε, αυτή η μάνα έκλαιγε τα βράδια γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έβραζε λοιπόν φύλλα της μήκωνος για να πολεμήσει τις αϋπνίες της. Τότε παρενέβη ο Σχιζοφρενικός Θεός, λέγοντας πως είχε γνωρίσει τους γονείς τους και πως αν γεννιόντουσαν, δεν θα ήταν αδέλφια.

Μετά και οι τρεις μαζί βλέπουν σε μια ουράνια οθόνη να προβάλλεται η εικόνα ενός ερωτευμένου ζευγαριού. Η γυναίκα ομολογεί την ιερή/θεϊκή ιδιότητά της και αυτός θέλει να κάνουν μαζί ένα ιερό παιδί. Θα τον ονομάσουν Σφαίρο, του λέει, αλλά χρόνος υπάρχει μόνο για ένα παιδί. Και ενώ ο Σφαίρος βλέπει να γεννιέται στην σκέψη τους, διαπιστώνει πως κάποια στιγμή σαν όλα να σταμάτησαν και έπαψαν πια να μιλούν για αυτόν και την γέννησή του. Αργότερα, η Αστερόπη και ο Σχιζοφρενικός Θεός, σε μια άλλη ουράνια προβολή, βλέπουν τους γονείς της. Είπαν και το όνομα που θα της έδιναν. Είχαν να διαλέξουν το ένα παιδί ή το άλλο. Όμως, δεν γέννησαν κανένα. Γιατί; Ύστερα από λίγο, πάλι σε μια ουράνια προβολή, και οι τρεις μαζί παρατηρούσαν το γνωστό τους ζευγάρι. Η ιερότητά της δεν επέτρεψε την ένωσή τους. Εκείνη χάθηκε στο χάος του Σύμπαντος και του σκοπού της και αυτός επέστρεψε στις ελλείψεις του, αφήνοντας και οι δύο την επιθυμία για τεκνοποίηση να γεννηθεί και να πεθάνει μόνο στο μυαλό τους.

Εκείνη τη στιγμή είχαν συνειδητοποιήσει πως ακόμη και σαν σκέψεις είχαν πάρει κάτι από την ιερότητα των γονέων τους. Θα μπορούσαν, όχι μόνο παιδιά, αλλά θα μπορούσαν είτε ο Σφαίρος είτε η Αστερόπη να είναι οι γονείς των γονιών τους. Η αιώνια επιστροφή, ίσως!

Αυτό ήταν το ταξίδι για όλους, για να δουν, να μάθουν και να συλλογιστούν μέσα στο εσωτερικό του «ναού» ενός εκάστου, την ύπαρξή του. Ωστόσο, στο εσωτερικού ενός άλλου «ναού», μόνο κάτω από έντονη επιθυμία θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει την τοιχογραφία που απλωνόταν, όπου ο Σχιζοφρενικός Θεός ευλογούσε δύο μικρά παιδιά. Τα ονόματά τους είχαν παραμείνει ανεξίτηλα στον χρόνο. Σφαίρος και Αστερόπη.

Την ιστορία αυτήν την έγραψε η Ε.Λ. και ο αναγνώστης. Μηνύματα υπαρξιακά και τοποθετήσεις για προβιώσεις και την δύναμη του πεπρωμένου είναι οι άξονες, όπου στηρίζεται η ανάπτυξή της. Και οι τρεις πρωταγωνιστές ζουν σε μια άλλη σφαίρα ύπαρξης. Αυτής, πριν από την ενσάρκωσή τους στον κόσμο των πέντε αισθήσεων. Συνομιλούν και μοιράζονται προϋπάρχουσες γνώσεις. Δίνονται πολλές πληροφορίες μεταφυσικής –Πλάτωνας– καθώς και η έντονη επιθυμία ενός ζευγαριού για ένωση και τεκνοποίηση με υπαρξιακές απαντήσεις, όπου οι οντότητες/ψυχές επιλέγουν, γνωρίζουν και ζουν με τους γονείς τους πριν ακόμη γεννηθούν. Ρόλοι –γονέα, παιδιού– οι οποίοι μπορούν να εναλλάσσονται συνεχώς.

Και όταν η Αστερόπη συζητά με τον Σφαίρο περί όλων αυτών των θεμάτων, μοιάζει σαν η Ε.Λ. να ήθελε να είχε μια συζήτηση με τον Σχιζοφρενικό Θεό. Ίσως! Η αχρονικότης ένας τόπος κοινός, όλα τα επιτρέπει. Όλα μπορεί να συμβαίνουν εκεί. Όπως δύο, ή μάλλον ένα παιδί που δεν το ήθελε κανείς να γεννηθεί!

Ωστόσο, τα παιδιά υπάρχουν στις σελίδες της. Ταυτόχρονα, συνομιλεί και με τον αναγνώστη της. Τον μοναδικό της φίλο στις άπειρες γεμάτες ερωτηματικά άγρυπνες νύχτες της ζωής της, εκφράζοντάς του το πεπερασμένο της φαντασίας, αφού βάση του είναι η πραγματικότης.

Και ενώ διαφορετικές γραμματοσειρές δίνουν διαφορετική φωνή στο κείμενο, ξεχωρίζοντας τους πρωταγωνιστές, κάποια στιγμή εμφανίζονται: Αστερόπη, Σφαίρος και Σχιζοφρενικός Θεός σαν να είναι ένας. Η συγγραφέας!

Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η αλληγορία, ο συμβολισμός της προσταγής ενός ιερού σκοπού, που αποβάλλει όλες τις ανθρώπινες χαρές, ακόμη και τη διαιώνιση. Δεν υπήρχε χρόνος γι’ αυτές.

Αυτό ήταν ο Θεός για εκείνη. Δύο χέρια που ευλογούν.

Δήλιον έαρ – 1981

Μια άνοιξη στην Δήλο, η ηρωίδα του διηγήματος έχει την αίσθηση πως, ύστερα από έναν χωρισμό, είναι και η ίδια μοιρασμένη στα δύο. Μια κάθετη σχισμή του εαυτού της την έχει διχοτομήσει. Μια ενύπνια ένωσή της, με απροσδιόριστο αν ήταν δαίμονας ή Θεός, της δημιουργεί την πεποίθηση πως θα οδηγηθεί στην τεκνοποίηση. Το κατάλαβε από την πρωινή γύμνια της. Αισθανόταν όχι μόνο τον διχασμό του φωτός, που την μεταμόρφωσε, να γίνεται άλλη στο φως της ημέρας και άλλη στο σκοτάδι της νύχτας. Αισθανόταν να διχοτομείται και σε μια ανεξαρτητοποίηση. Γινόταν συνεχώς δύο. Το βράδυ αισθανόταν πως κυοφορούσε και γινόταν μια στοργική μητέρα, και την ημέρα με σκληρότητα έδιωχνε αυτήν την πιθανότητα από το μυαλό της. Ο χρόνος έμοιαζε να γίνεται ακίνητος. Να παγώνει. Όμως μια νοερή σκάλα την οδηγούσε στην κατάδυση του εαυτού της και του χρόνου. Μια κατάδυση που θύμιζε διαδρομή στον κάτω κόσμο ή μέσα στον χρόνο, για να συναντήσει το πεπρωμένο της. Ή το μέλλον της να δει, τον θάνατό της. Ίσως και τον προηγούμενο. Αισθανόταν η κατάδυση να είναι η ίδια. Ο χρόνος, αν και πάγωνε και γινόταν ακίνητος, την οδηγούσε βαθιά μέσα της. Σαν ο εαυτός της να ήταν ο Χρόνος, που πήρε σάρκα και οστά για να ζήσει μέσα στον χώρο.

Αυτό το κυνήγι του εσώτερου εαυτού της, ένα μείγμα από εικόνες, ερεθίσματα πραγματικά και εσωτερικές πληγές γίνονται οι περιγραφές ενός αναγεννησιακού πίνακα, που την ωθούσε να δει έξω από τον χρόνο. Θα μπορούσε να δει; Και πώς θα συνέχιζε μετά, αυτό που έκανε τώρα; Πώς θα έγραφε; Με ποια πνοή και απόσταση, αν κάθε φορά δεν ήταν ανάμεσα στο απτό και το άπιαστο, το ορατό και το αόρατο; Ο υπερρεαλισμός που έντυνε την γραφή της με όνειρα ήταν η καθημερινή της ρεαλιστική πραγματικότητα.

Το ταξίδι της συνεχίζεται στην Κύπρο. Φοινικούδες της Λάρνακας, Αμμόχωστος, Κερύνεια. Ο χωρισμός της βαθαίνει, γίνεται γεγονός. Γίνεται και η ίδια δύο. Ο εσωτερικός και εξωτερικός της εαυτός. Μνήμες και συνειδητοποιήσεις. Σαν σε προσκύνημα φτάνει στην Σκιάθο και, ανάβοντας το κερί της στο μνήμα του Αλ. Παπαδιαμάντη, του ζητά να της χαρίσει την διαύγεια της γραφής του. Και γυρνώντας το βλέμμα της αλλού, βρέθηκε στην Ρόδο. Όμως ούτε εκεί συνάντησε τον εαυτόν της: το έμβρυο που κυοφορούσε μέσα της θα της έφερνε τον θάνατο ή την τρέλα.

Στις πόλεις που περιγράφει βρέθηκε; Ή ήταν μνήμες από προβιώσεις με το τώρα μαζί; Ποτέ δεν είναι μόνο στο τώρα. Αιρετική και ταυτόχρονα θρήσκα/πιστή με το ταξίδι της σε διάφορα, όχι τυχαία επιλεγμένα μέρη, κάνει και το εσωτερικό ταξίδι μέσα της. Δεν έβρισκε καμία απάντηση. Είχε την πεποίθηση ότι θα της δινόταν στην Δήλο. Στην διαδρομή, ο εαυτός της άλλαζε συνεχώς, ενσαρκωνόταν και στα δύο φύλα (Αστερόπη και Σφαίρος). Όλες οι απαντήσεις που έρχονταν στο μυαλό της δεν έφερναν κάτι καινούργιο. Και πριν πατήσει το πόδι της στην Δήλο, η εσωτερική της συμφιλίωση είχε επιτευχθεί. Η περιχώρηση; Το άσμα της Μεγάλης Παρασκευής, «Ω γλυκύ μου έαρ», την κάνει να πιστεύει πως θα γεννηθεί αγόρι. Ή μήπως κορίτσι: Σφαίρος και Αστερόπη. Ήταν βεβαία, στο Λητώον θα της δινόταν η απάντηση. Ωστόσο, σε αυτόν τον τόπο διαπιστώνει πως σαν συγγραφέας του διηγήματος δεν μπορεί να παρέμβει. Άλλη δύναμη το εξουσίαζε. Και το διήγημα και οι ήρωες είχαν την δική τους μοίρα. Δεν μπορούσε ούτε αυτούς να ελέγξει και εκείνη την στιγμή είχε δει την δική της ασημαντότητα μέσα στον χώρο και τον χρόνο.

Αίσιμον ήμαρ – 1982

Μοιραία μέρα τιτλοφορείται το διήγημα και μοιάζει το ταξίδι της συγγραφέως να συνεχίζεται. Αυτήν την φορά στο μυκηναϊκό ανάκτορο. Ήρωες, ένα ζευγάρι που βαδίζει στην βορειοδυτική πλευρά της μυκηναϊκής ακρόπολης. Η ηρωίδα βρίσκεται στην αναζήτηση θεών και δαιμόνων μέσα της. Μια σκάλα εμπρός τους, τους οδηγεί σε ένα άντρο, ενώ μια τριγωνική χορταριασμένη σχισμή στο έδαφος προβάλλει σαν παγίδα. Φωνές, γέλια, υποχθόνιες ομιλίες γλιστρούσαν από εκεί, σαν ήχοι από τον Πύργο της Βαβέλ. Προσπάθησε να αποτρέψει τον συνοδό της από την επιθυμία του να «χωθεί» στη σχισμή αυτήν και άρχισε να του διηγείται την συνάντησή της με μια μαυροντυμένη γερόντισσα, που της χάρισε παραμονή πρωτοχρονιάς έξω από το κοιμητήριο ένα χριστιανικό ημερολόγιο. Σε κάθε σελίδα του ήταν γραμμένη μια μικρή ιστορία, για την εδραίωση της πίστης κάθε χριστιανού. Το ξεφύλλισε αναζητώντας την δική της σελίδα. Έψαχνε αυτήν την δική της μοιραία ημέρα. Την ημέρα πληγή, αναφέρει η συγγραφέας.

Στην δική της σελίδα είχε την ιστορία ενός οδοιπόρου, που μέσα στην νύχτα ζητά να προστατευθεί. Στο πρώτο σπίτι που συναντά κατοικεί η δικαιοσύνη και τον κατηγορεί πως δεν ήταν ποτέ δίκαιος και δεν μπορεί να εισέλθει. Συνεχίζει τον δρόμο του, χτυπά μια άλλη πόρτα όπου έμενε η αλήθεια, τον κατηγορεί πως δεν ήταν ποτέ αληθής και τον αποπέμπει, χτυπά μια τρίτη πόρτα. Εκεί έμενε το έλεος και του απάντησε: «Όποιος και αν είσαι, άνθρωπέ μου, έλα μέσα να ζεσταθείς».

Έτσι ένιωθε την παρουσία και το χέρι του συντρόφου της. Ήταν το έλεος στην ζωή της.

Κατόπιν, επισκέφθηκαν τις Μυκήνες. Τις ρίζες της Ελλάδας. Έτσι ήξεραν την πόλη και οι δύο και ήθελαν να την επισκεφθούν. Εκεί, στην πύλη των λεόντων, η αφηγήτρια σ’ ένα βλέμμα του είδε όλα όσα αγάπησε και χάθηκαν, αυτούς που περίμενε και δεν ήρθαν ποτέ, έρωτες που ξέφτισαν, απλωμένα χέρια ζητώντας ή δίνοντας βοήθεια, μουσικές που δεν άκουσε… Τότε του χάρισε τα χειρόγραφά της και έφυγαν για ένα άλλο ταξίδι…

Και η Ε.Λ. θυμάται. Τότε, παιδάκι δεκατριών χρόνων, στην ταράτσα του σπιτιού, Τον περίμενε εκείνο το βράδυ να φανεί. Ο φόβος και η αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού, αλλά και αυτές οι προϋπαρξιακές ενοχές της, οι οποίες την ανάγκαζαν κάθε βράδυ σε σαράντα μετάνοιες –το έχει αναφέρει εκτενώς και στο έργο Η εσωγραφία μιας πεζογράφου (2019)– να ζητά συγχώρεση για μια αμαρτία που δεν ήξερε, την είχαν βασανίσει πολύ.

Κάποια νύχτα σταμάτησε να Του ζητά συγχώρεση, αλλά έχει το εικόνισμά Του κάτω από το μαξιλάρι της, παρόλο που άλλα βιβλία τής απεδείκνυαν το φιάσκο της ύπαρξής Του. «Σε κάποια εποχή στη ζωή του ανθρώπου, ο Θεός πεθαίνει», λέει η συγγραφέας. Στην ίδια συνέβη 13 Αυγούστου, όταν ήταν 13 χρόνων. Την ημέρα των γενεθλίων της. Ήταν η ενηλικίωσή της. Ωστόσο, δεν έπαψε μέσα από μια τυπική λογική και δαιδαλώδεις συλλογισμούς να βασανίζεται: «Ο Θεός είναι το άπειρο, το άπειρο είναι το σημείο στον χρόνο και σημείο στον χρόνο δεν είναι άπειρο, άρα ο Θεός δεν είναι άπειρος είναι πεπερασμένος. Τον σκεπτόταν τόσο πολύ, που είχε γίνει το δικό της πρόσωπο, ο δικός της Θεός και δεν ήθελε να Τον μοιράζεται με κανέναν άλλο. Και ενώ η ίδια ένοιωθε μόνο δική του θυγατέρα, Αυτός ήταν ο Θεός όλων».

Πέρασαν είκοσι χρόνια που πίστευε πλέον πως ήταν νεκρός. Έλειψες Εσύ και εξαφανίστηκε το χρώμα από τη ζωή μου, ομολογούσε. Χάθηκε και η παιδικότητα μέσα από την ενήλικη ζωή της. Και κάποιο βράδυ, Τον είδε μπροστά της. Ήταν ένας γέροντας, όμως αναγνώρισε τα χέρια Του. Αυτό ήταν ο Θεός για εκείνη. Δύο χέρια που ευλογούν. Της είχε λείψει η πίστη στην πιθανότητα πως μπορεί να υπάρχει. Του παραπονέθηκε που τότε, όταν ήταν δεκατριών χρόνων, δεν της εμφανίστηκε. «Είχε σαλέψει το μυαλό Σου και το ξέχασες. Όπως ακριβώς ξεχνούν όλοι οι Σχιζοφρενείς» Του είπε αναγνωρίζοντάς Του ταυτόχρονα πως η σχιζοφρένειά Του κάνει τον κόσμο αντιφατικό. Άλλοτε βρίσκεται στο σκοτάδι και άλλοτε είναι σοφά ταξινομημένος. Από τότε ο κόσμος έμοιαζε στα μάτια της πως έχασε τις διαστάσεις του, έγινε χάρτινος και κατασυγκινημένη άρχισε να Του τραγουδά.

Η Ε.Λ. συνεχίζει και στο διήγημά της αυτό να οδηγεί τον αναγνώστη της σε συγκεκριμένα συμπεράσματα και ταυτόχρονα στην ανατροπή τους. Λογική, αντιφάσεις και αναιρέσεις που αποδεικνύουν την διχασμένη σχιζοφρενική ύπαρξη του συγγραφέως, άραγε; ή του Θεού; Ωστόσο, παραμένει ασαφές το ποιος είναι ο Θεός. Ή μήπως είναι δύο οι Θεοί στο διήγημα αυτό; Κι ο ένας είναι ανθρώπινος; Έτσι όπως ακριβώς χωρίζεται και το διήγημα αυτό, σε ένα υπαρξιακό ταξίδι σε σχέση με την πίστη προς τον Θεό, και σ’ ένα άλλο ταξίδι σε διάφορες πόλεις που ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει.

Η συγγραφέας, με πολυδιάστατη γραφή και όπλο τις γνώσεις και το συγγραφικό ταλέντο,
συγκινητική, τρυφερή, εμπνευσμένη, τολμηρή, ερωτική, ποιητική, ανθρώπινη και θεϊκή, ελευθερώνεται, υποκλίνεται και αφήνει τον αναγνώστη να επιλέξει τον δικό του Θεό.

Αίσιμον ήμαρ, μήπως ήταν αυτή η μοιραία μέρα, που ύστερα από είκοσι χρόνια Τον είδε, αν και γερασμένο, να την ελεεί και αυτή να τραγουδά και να χορεύει εμπρός Του;

Η Τούλα Ρεπαπή είναι κριτικός λογοτεχνίας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο