«Με αφορμή τον “Σχιζοφρενικό Θεό” της Ελένης Λαδιά (Ι)» της Τούλας Ρεπαπή



Το πεπρωμένο μας ήταν σκληρό, γι’ αυτό Θεέ μου τώρα σ’ αγαπούσα πιο πολύ.
Ε.Λ.

«Τα διηγήματα αυτά δεν είναι δικά μου. Τα έγραψε ο σχιζοφρενικός Θεός στις στιγμές της διαύγειάς του. Εγώ απλώς τα δακτυλογράφησα και ανέλαβα την τυπογραφική επιμέλεια». Με αυτήν την Εξήγηση τελειώνει το βιβλίο της η Ελένη Λαδιά, θέλοντας ίσως να μας ομολογήσει το πόσο εμπνευσμένο είναι. Ή, το πόσο κοντά Του ήταν, όταν το έγραφε.

Ο Σχιζοφρενικός Θεός εκδόθηκε πρώτη φορά το 1983 από τις Εκδόσεις IMAGO και είναι μια συλλογή οκτώ διηγημάτων και μιας Εξήγησης εκ μέρους της συγγραφέως, η οποία ενώ στο βιβλίο έπεται των διηγημάτων, εδώ προηγείται του κειμένου μου, έχοντας θέση εισαγωγής.

Από τα οκτώ διηγήματα, τέσσερα από αυτά γράφτηκαν το 1980, δύο το 1981 και δύο το 1982. Μέσα σε αυτά η Ελένη Λαδιά βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με τον διχασμένο της εαυτόν, μέσα από την διττή ουσία του ανθρώπου –θεϊκή και ανθρώπινη–, αλλά βρίσκεται διχασμένη με την θέση της απέναντι στην ύπαρξη ή όχι του Θεού. Σημαντικό ρόλο στις αμφισβητήσεις και βεβαιώσεις της παίζει και η μοίρα. Η ειμαρμένη.

Ταυτόχρονα, βρίσκεται αντιμέτωπη και με όλους όσους λάτρεψε, διαμόρφωσαν τις ιδέες της και την ενέπνευσαν: Πλάτωνας, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Κίρκεγκωρ και αυτός ο μέγας υπερρεαλιστής Ολλανδός ζωγράφος, ο Ιερώνυμος Μπος. Εισχωρεί στον χρόνο και τις ιδέες του, ζωντανεύοντας στον αναγνώστη τους πίνακές του. Την εμπνέουν! Συμπίπτουν με τον δικό της κόσμο. Αυτόν, των ονείρων και των φόβων, για την ύπαρξη ή όχι του Θεού. Η Κρίση Του και οι ενοχές της ταυτίζονται απόλυτα με τους πίνακές του και γίνονται κείμενά της. Την γοητεύει αυτός ο αποκρυφισμός του Μεσαίωνα που υπάρχει στο έργο του, καθώς και η αλχημεία, ο σουρεαλισμός, ο κρυπτικός συμβολισμός και η μαγεία, στοιχεία και της δικής της, γεμάτης αλληγορίες, γρίφους και συμβολισμούς, αφηγηματικής. Προσθέτει επίσης –στις αφηγήσεις της– τις μουσικές δονήσεις των Μάλερ και Βάγκνερ, οι οποίοι συγχωνεύονται με τους κραδασμούς του Σύμπαντος. Γίνονται ένα με τη δημιουργία, παρασύροντας και την ίδια!

Με αυτά τα βέλη στην συγγραφική της φαρέτρα και με σπουδές στην Αρχαιολογία προσθέτει και το μεγαλείο της αρχαιότητας, εμπνέεται από τα έργα εκείνης της εποχής και παρατηρώντας τα απομεινάρια εκείνης της αριστουργηματικής τέχνης, τα οποία επέζησαν για να την διηγούνται/θυμίζουν μέχρι σήμερα.

Στις αφηγήσεις της βρίσκεται αντιμέτωπη με τον διχασμένο και ενίοτε πολυδιάστατο εαυτόν της, μάχεται ακόμη και την ιδιότητά της, της συγγραφέως, δίνοντας στη γραφή της μέσα από αυτήν την εσωτερική μάχη μια πολυπρισματική ματιά προς όφελος του αναγνώστη. Οι απόψεις της αμφισβητούνται, υποστηρίζονται και παράλληλα αναιρούνται από την ίδια, οδηγώντας τον αναγνώστη, μέσα από αυτήν την πολύπλευρη και πλήρη επιχειρημάτων και ιδεών αφήγηση, να διεισδύσει στην ουσία τους, απολαμβάνοντας τον εμπνευσμένο, αλληγορικό, καινοτόμο και πλήρη γνώσεων, ευφυή τρόπο γραφής της. Έτσι εξακολουθεί να πορεύεται και να μαγεύει ακόμη και σήμερα συγγραφικά.

Ωστόσο, αυτό που κάνει την πένα της την πιο σημαντική στην ελληνική πεζογραφία, είναι ότι παρέμεινε πιστή στα θέματά της, με τα οποία ξεκίνησε. Ήταν νεαρή, σε μια Ελλάδα που τότε η μυθιστορηματική συγγραφή αποτύπωνε την καθημερινότητα της ζωής, χωρίς να περιέχει το υπαρξιακό και ιδεολογικό βάθος, που έκτοτε έδινε η Ελένη Λαδιά στον γεμάτο ποίηση πεζό της λόγο. Αυτό ήταν το εξαιρετικά ξεχωριστό και καινοτόμο της γραφής της. Και έτσι παραμένει έως σήμερα.

Ο Σχιζοφρενικός Θεός – 1980

Στο βιβλίο Ο Σχιζοφρενικός Θεός, η Ε.Λ. θέλοντας να αποτυπώσει το διχασμένο της πίστης και σχέσης της με τον Θεό, επέλεξε να υποδυθεί δύο διαφορετικούς ήρωες. Από ενότητα σε ενότητα, με δύο διαφορετικές γραμματοσειρές σαν ενδύματα, τους δίνει την διαφορετική φωνή για να εκφραστούν. Ο ένας ζει μαζί Του σ’ έναν ευλογημένο τόπο σαν παράδεισο και ο άλλος στην άλλη ενότητα –με την διαφορετική γραμματοσειρά– Τον παρακαλεί να του παρουσιαστεί ενώ Αυτός ανέκφραστος, απομακρύνεται. Σαν έκπτωτος ενός παραδείσου, ο ήρωας της Ε.Λ. άλλοτε ζει και συνομιλεί μαζί Του και άλλοτε διχασμένος μοιράζεται στα δύο και Τον παρακαλεί επιτέλους να του φανερωθεί.

Έτσι εξακολουθεί να πορεύεται και να μαγεύει ακόμη και σήμερα συγγραφικά.

Οι ρόλοι μπλέκονται: μήπως Θεός και άνθρωπος είναι το ίδιο; Ο άνθρωπος που κρύβει και μέσα του τον Θεό; Μήπως και οι δύο γραμματοσειρές είναι η εσωτερική συνομιλία του ίδιου ατόμου που περιγράφουν την σχέση του Θεού, την οποίαν κρύβει ο άνθρωπος μέσα του;

Το κείμενο γίνεται άλλοτε παρακλητικό και άλλοτε κατηγορητικό, παραπέμποντας και σε ένα άλλο διήγημά της, «Κατήγορος και Παράκλητος». Η σχέση των δύο φωνών/ηρώων/γραμματοσειρών με τον Θεό αλλάζουν συνεχώς. Πότε έρχονται πιο κοντά, πότε απομακρύνονται δημιουργώντας χάσμα μεταξύ τους. Μονολογούν με υπομονή και ανυπομονησία, ελπίδα και απελπισία, ευλάβεια και αμφιβολία, για την ζωή, τον θάνατο, τον χρόνο, τον χώρο, την αιώνια επιστροφή, το γέννημα της κάθε ημέρας, τις φήμες πως ο Θεός πέθανε, περικλείοντας ωστόσο μια κραυγή: Υπάρχεις;

Διπλός διάλογος προς τον Θεό, με ένα αίτημα: ο ένας να γυρίσει στην εποχή της αθωότητας του παραδείσου και ο άλλος τον παρακαλεί να του αποκριθεί! Μοιάζει ακόμη και ο έρωτας να είναι ο Θεός. Η αγάπη! Ή μήπως είναι κάτι άλλο πάνω απ’ όλα αυτά;

(Σελ. 318) «Δεν είδες τον Θεό», είπα, «ο Θεός είσαι εσύ. Πώς λοιπόν είδες τον εαυτό σου;» «Τον είδα τον Θεό», απάντησε. Και η άλλη γραμματοσειρά (σελ. 318): «Τι άραγε να υπάρχει πάνω από εσένα; Πάνω από μένα υπάρχεις εσύ. Και όταν αναρωτήθηκε ποιος ορίζει την δική ΤΟΥ ύπαρξη, αυτόματα ο ίδιος ψέλλισε την απάντηση». (σελ. 319) «Το πεπρωμένο», η μοίρα, είναι πάνω από Θεούς και ανθρώπους. «Το πεπρωμένο μας ήταν σκληρό, γι’ αυτό Θεέ μου τώρα σ’ αγαπούσα πιο πολύ».

Μήπως έπαψε να πιστεύει σε Αυτόν; Να τον περικλείει μέσα της; Ο Θεός είναι έξω από τον χρόνο και τον χώρο, ενώ ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με την μοίρα. Μια πάλη διεκδίκησης, ύπαρξης και παρουσίας Του διαμόρφωσε τον δικό της κόσμο. Και όταν φτάνει στο ίδιο «λιβάδι» που Τον γνώρισε και φλόγισε την ψυχή της, τώρα που συναισθήματα και γραμματοσειρές γέρασαν, μέσα στο ίδιο λιβάδι, του τότε και του τώρα, κάτι από τον χρόνο και τον χώρο ψιθυρίζει: «κάθε τι που ζει είναι ιερό» (Ουίλιαμ Μπλέικ: «For everything that lives is holy»).

Το διήγημα αυτό είναι «διφυές». Είναι ένας οικείος τρόπος γραφής, όπου μια ιστορία ενυπάρχει στην άλλη, τρόπος στον οποίο κατέφυγε πολλές φορές η Ε.Λ., για να εκφράσει αυτόν τον διχασμό της πάνω στην ουσία και θέση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον μακρόκοσμο και μικρόκοσμό της, καθώς και των ιδεών που την συντρόφευσαν από την πρώτη στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξής της. Χρόνια αργότερα, γράφτηκε και ένα «διφυές» βιβλίο με τον τίτλο Το Άγιο Περιστέρι και ο Κορυδαλλός Οδύνης (2017).

Αυτός ο εσωτερικός διάλογος της Ε.Λ. στο διήγημά της «Ο Σχιζοφρενικός Θεός», όπου ο Θεός είναι έξω από τον άνθρωπο αλλά κομμάτι του ανθρώπου, εμπεριέχοντας και ο ίδιος ο άνθρωπος μέσα του κόμματι του Θεού, ο χρόνος, ο χώρος και η ειμαρμένη χαράζουν τις βασικές ράγες/τροχιές, που θα γίνουν η πορεία σε πολλά βιβλία της από τότε μέχρι σήμερα. Η αμφισβήτηση, η πεποίθηση και η διεκδίκηση της παρουσίας Του, ακόμα και αν γέρασε ή πέθανε ο Θεός, θα είναι όχι μόνο σαν συλλογισμοί στα μετέπειτα βιβλία της, αλλά θα γίνουν και βιβλίο με τον τίτλο: Φρειδερίκος και Ιωάννης (1991), ωθώντας και τον αναγνώστη να αναρωτηθεί μήπως όλη αυτή η νοερή της συνομιλία ήταν με τον μόνο μεγάλο και αγαπημένο δάσκαλό της, τον Νίτσε; Ίσως και όχι.

Ίσως να είναι μόνο ο φόβος της γι’ αυτήν την πνευματική άβυσσο, που κατάπιε το πνεύμα του, μήπως μπορεί να καταπιεί και το δικό της; Ίσως πίσω από τον φόβο αυτόν να κρύβεται και ένας άλλος. Αυτός ο φόβος της σχιζοφρένειας, που όμως την γεμίζει με τόση έμπνευση!

Πόσο πολύ την βασανίζει αυτός ο διχασμός! Αυτός ο καλός και κακός εαυτός της. Ο θεϊκός και ο ανθρώπινος.

Ο υγιής άνθρωπος – 1980

Το διήγημα αυτό μοιάζει σαν συνέχεια του πρώτου. Η περιγραφή, ή καλύτερα η συνειδητοποίηση της συγγραφέως μέσα από ανάμεικτα συναισθήματα, την είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα πως το Σύμπαν είχε και αυτό τη μοίρα του και ήταν καταδικασμένο να χαθεί, συμπαρασύροντας και κάθε ζωή.

Η διαπίστωση αυτή ποτίζει με θυμό την πένα της. Οι ήρωές της είναι τρεις. Η ίδια –συνομιλητής–, ο ήρωάς της –ο υγιής άνθρωπος– και ο πανταχού παρών Σχιζοφρενικός Θεός. Οι γραμματοσειρές δύο. Και πάλι διαφορετικές, για να αλλάζουν την φωνή του ομιλούντα. Η λεκτική πάλη συνεχίζεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαφορετικές συζητήσεις με τον Σχιζοφρενικό Θεό, πανταχόθεν να τους σκιάζει. Όμως όσο το κείμενο αναπτύσσεται, ο συγγραφέας, ο υγιής άνθρωπος και ο Σχιζοφρενικός Θεός γίνονται ένα. Τμήματα του ίδιου προσώπου. Αγάπη και απέχθεια, ένωση και απόσταση, παραδοχή και απόρριψη, αφοσίωση και προδοσία, αυταπάρνηση και ένας πόνος βαθύς γίνονται οι καταστάσεις, που εκφράζονται μέσα από τις συζητήσεις τους.

Η συγγραφέας συνεχίζει διχασμένη ανάμεσα στα δύο: αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη προς τον Θεό; Ή μήπως αναφέρεται στην διχασμένη και διττή ανθρώπινη και θεϊκή ουσία της;

Τέλος, εμφανίζεται και η Μοίρα, η οποία υπερίπταται όλων καθορίζοντας την πορεία τους. Και παρατηρώντας σαν Μοίρα η Ε.Λ. από απόσταση το Σύμπαν, σαν Πυθία προλέγει: «Είναι καταδικασμένο!». Με την γνώση αυτή αναδομεί τον κόσμο, υποκλινόμενη στην υγεία που αναζητά την αναπαραγωγή της ζωής και ανατρέποντας την αρχική της θέση πως το Σύμπαν είναι καταδικασμένο να χαθεί. Το είχε αναφέρει και πριν: «Κάθε τι που ζει είναι ιερό».

Οι Σιαμαίοι – 1980

Ο διχασμός της συνεχίζεται και σε αυτό το διήγημα. Δύο έμμονες ιδέες: Δίδυμοι; Σιαμαίοι; Ή μήπως απλά ενωμένοι, όντες τα αντίθετα του ενός; Του ιδίου ατόμου. Της Ελένης Λαδιά!

Στο διήγημα αυτό, δύο διαφορετικά Εγώ συνομιλούν. Το ένα είναι η καλή, το άλλο η κακή πλευρά του άλλου. Μαζί τους και η συγγραφέας τους γεννά και με την πένα της τους απλώνει στις σελίδες, για να συνομιλήσει και ο αναγνώστης όχι μόνο μαζί τους, αλλά και ο ίδιος με τα Εγώ του.

Η συγγραφέας προσθέτει στην αφήγησή της και ήρωες άλλων βιβλίων της –όπως την Βαρλαάμ– σαν να τους κυνηγά ή να την κυνηγούν αυτοί μέσα στον χρόνο. Κατά την εξιστόρησή της άλλοτε γίνεται Βαρλαάμ, άλλοτε παραμένει η συγγραφεύς, πότε γινεται η καλή και κακή πλευρά, καθώς και οι αντιφάσεις του Εγώ της στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Η ίδια γίνεται ο χρόνος! Γίνεται οι αντανακλάσεις του ειδώλου τους μέσα από την εικόνα του Ενός. Οι ήρωές της ζητούν να τους χωρίσει. Να γίνουν Κάιν και Άβελ.

Οι δύο εαυτοί της συγκρούονται με το καλό και το κακό, παίζουν, τρέχουν, κοιμούνται, διαφωνούν πάνω στις αράδες της γραφής της. Γίνονται εικονομάχοι και εικονολάτρες, ο ένας αντίθετος του άλλου, φτάνοντας στο σημείο να θέλει ο ένας να πνίξει τον άλλον. Της ζητούν να τους σώσει. Έχει ευθύνη, γιατί είναι η δημιουργός τους και σωτήρας τους. Η ίδια η συγγραφεύς, για να τους αποφύγει, πάει ταξίδι. Επισκέπτεται έναν αρχαίο ναό και σε μια στιγμιαία απώλεια μνήμης, η προβολή μιας άλλης εικόνας γίνεται για λίγο η δική της φυγή από τον σιαμαίο εαυτό της και τις έριδές του.

Πόσο πολύ την βασανίζει αυτός ο διχασμός! Αυτός ο καλός και κακός εαυτός της. Ο θεϊκός και ο ανθρώπινος. Η ίδια αντιμέτωπη με αυτόν τον διχασμό της, άλλοτε τον αποκαλεί Κάιν και άλλοτε Άβελ.

Αναγνωρίζει την διαφορετικότητα των εσωτερικών της μαχών, απόψεων και έμμονων ιδεών και ομολογεί (σελ. 342): «Συμφωνώ με τον Κίρκεγκωρ πως η υποκειμενικότητα είναι η αλήθεια» και έτσι διαπιστώνοντας την διαφορετικότητα μιας παρατήρησης, της υποκειμενικής και της αντικειμενικής, αποχώρησε. Κι όταν πήγε να κοιμηθεί, στο όνειρό της που περπατούσε πάνω σε μια γέφυρα, την διεκδικούσε η γιαγιά της από τον κάτω κόσμο, ενώ ταυτόχρονα την καλούσε η μητέρα από τον πάνω κόσμο να επιστρέψει. Έτσι ξύπνησε.

Η σύλληψη της ιδέας αυτού του διηγήματος, οι εσωτερικές συγκρούσεις με το όνειρο να γίνεται όχι μόνο η διαφυγή αλλά και η πύλη του κάτω κόσμου για την επάνοδο στο φως, αυτό είναι όλη η συγγραφική της ευφυΐα. Την ντύνει με πλούτο γνώσεων και την εκφράζει με το κόσμημα της ελληνικής γλώσσας.

Η Τούλα Ρεπαπή είναι κριτικός λογοτεχνίας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο