«Με την πένα του θεού έρωτα»



Για τον Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο, ο Κ. Γεωργουσόπουλος γράφει ότι «έγινε πεδίο αναφοράς και εν τέλει φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη εξέλιξη», ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης τον αποκαλεί «Αίγλη και τιμή της Ρώμης και αιώνια πηγή έμπνευσης» και ο Θ.Δ. Παπαγγελής τον θεωρεί «πρύτανη των λατίνων ερωτογράφων».

Ο Publius Ovidius Naso γεννήθηκε το 43 π.Χ., καταγόταν από εύπορη οικογένεια Πατρικίων, της τάξης των Ιππέων, σπούδασε Νομικά, Φιλολογία και Ρητορική και κατέχει θέση στο ποιητικό πάνθεο πλάι στον Βιργίλιο και τον Οράτιο. Έγραψε σε όλες τις ποιητικές φόρμες. Είναι γνωστός από τα έργα Metamorphoses (Μεταμορφώσεις), την περίφημη Ars Amatoria (Ερωτική τέχνη), Ηρωίδες και Επιστολές. Όμως η τόλμη του να θίξει το γόητρο του αυτοκράτορα Οκταβιανού και να παραδώσει κουτσομπολιά και φήμες μέσα στα ποιήματα, είχε ως συνέπεια την εξορία του, το 8 μ.Χ., στους Τόμους της Μοισίας στον Κάτω Δούναβη, επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου πέθανε το 17 μ.Χ., παρά τις εκκλήσεις του στον αυτοκράτορα να ανακαλέσει την ποινή.

2.000 χρόνια μετά, το 2017, το Δημοτικό Συμβούλιο της Ρώμης ανακάλεσε την απόφαση εξορίας του ποιητή. Η Ars Amatoria έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον καθηγητή Λατινικής Φιλολογίας Θεόδωρο Παπαγγελή και έχει εκδοθεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, ενώ επιλογή από τις Metamorphoses έχει μεταφραστεί από τον Θεόδωρο Γιαννάτο και έχει εκδοθεί από τις Εκδόσεις Δίφρος. Η παρούσα επιλογή και μετάφραση οφείλεται στη Λυδία Τρύφωνα και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιώρα.

Στις Ηρωίδες περιλαμβάνονται δεκαοχτώ γυναίκες ερωτευμένες και αφοσιωμένες, οι οποίες γράφουν ποιήματα στους απόντες αγαπημένους τους. Όλες σε αδιέξοδο, εγκαταλελειμμένες, προδομένες και απελπισμένες, γράφουν επιστολές χωρίς ελπίδα να τις λάβει ποτέ ο παραλήπτης τους. Η πρωτοπρόσωπη γραφή τους θυμίζει τους μονολόγους των τραγωδιών, ενώ η ιστορία τους μας είναι γνωστή. Ερώτημα-πρόβλημα που έχει προκύψει είναι αν όλες αυτές οι επιστολές –είκοσι μία στο σύνολο– είναι αυθεντικές ή ανήκουν σε κάποιον άλλο και ποιος είναι αυτός. Η επιστολή της Σαπφούς, που προστέθηκε στο σώμα των επιστολών τον 17ο αι., ανήκει στον Οβίδιο ή όχι; Πάντως οι Ηρωίδες είχαν μεγάλη φήμη και κέντρισαν το ενδιαφέρον των νεότερων ποιητών και ζωγράφων. Κεντρικό θέμα των επιστολών φαίνεται ο έρωτας, αλλά δεν είναι μόνο αυτός.

Ερωτικά ζεύγη: Πηνελόπη και Οδυσσέας, Βρισηίδα και Αχιλλέας, Αριάδνη και Θησέας, Μήδεια και Ιάσονας. Κάθε επιστολής προηγείται εισαγωγικό σημείωμα – περίληψη, ενώ στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν πληροφορίες και διευκρινιστικές σημειώσεις.

Στην πρώτη επιστολή, η Πηνελόπη εκθέτει τη μοναξιά της, μιλά για την ατελείωτη αναμονή της, θεωρεί τα βάσανά της μεγαλύτερα από την καταστροφή της Τροίας, μιλά για κείνους που γύρισαν, για την αντινομία οι γυναίκες να κάνουν ευχαριστήριες θυσίες για την επιστροφή των ανδρών, οι άνδρες να μιλούν για τη μαύρη μοίρα της Τροίας, οι γέροντες και οι κοπέλες να ακούν εκστατικά και άλλοι να χύνουν το κρασί στο τραπέζι και να ζωγραφίζουν την Τροία που δεν υπάρχει πια. Η επιστολή, ενώ αφορά τη γράφουσα, παράλληλα μιλάει για τα πάθη της μεγάλης πόλης που χάθηκε, για τους ήρωες που έπεσαν στις μάχες, τον Πάτροκλο, τον Έκτορα, τον Αχιλλέα και, τέλος, προσπαθεί να κεντρίσει την ευαισθησία του απόντος Οδυσσέα για την Ιθάκη, τους κινδύνους από τους μνηστήρες, τον γέρο πατέρα του και τον μικρό γιο του. Η Πηνελόπη κλείνει την επιστολή με μια αναφορά στον εαυτό της: «παιδούλα ήμουνα την ώρα του φευγιού σου και αν ετούτη τη στιγμή γινόταν να γυρίσεις… γυναίκα γερασμένη».

Παράλληλα, αποδίδει με γνώση την ανθρώπινη ψυχή, τα συναισθήματα της γυναίκας που πάσχει ερωτικά, τη μάταιη αναμονή της, τον σπαραγμό της, την κοινή μοίρα αρχόντισσας ή σκλάβας.

Στη δεύτερη επιστολή, η Βρισηίδα παραπονείται στον Αχιλλέα για την ευκολία με την οποία την παραχώρησε στον βασιλιά, του ζητάει να την πάρει πίσω, του κάνει σκηνή ζηλοτυπίας γιατί παίζει κιθάρα στη σκηνή του με άλλη εταίρα, τον προτρέπει να βγει στη μάχη και «αφού εγώ ήμουν η αρχή της θλίψης σου, εγώ ας είμαι και το τέλος της» και, τέλος, τον παρακαλεί, αν φύγει για την πατρίδα, να την πάρει έστω και σκλάβα του στη Φθία: «διάταξέ με να γυρίσω σ’ εσένα».

Στην τρίτη επιστολή, η Αριάδνη ξυπνά από ύπνο γλυκό και δεν βρίσκει πλάι της τον Θησέα. Αρχίζει τα τρέχει στην παραλία, το πλοίο άφαντο, τον φωνάζει αλλά μόνο τον αντίλαλο από τα βουνά ακούει, ενώ μέσα της ηχεί η υπόσχεση, όρκοι και λόγια κενά, πως θα γινόταν σύζυγός του. Και τώρα, αυτή που ήταν κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, από τη γενιά του Απόλλωνα, θα πεθάνει μόνη και αβοήθητη. «Το σώμα μου ανεμοδέρνεται σαν στάρι. Δεν σε εκλιπαρώ επειδή σ’ έχω ευεργετήσει… μου βγήκε σε κακό…».

Στην τέταρτη επιστολή, είναι η Μήδεια που γράφει στον Ιάσονα. Αρχίζει με ό,τι έκανε για να τον βοηθήσει, επειδή δίνει «μια ευχαρίστηση να κατηγορείς τον αχάριστο θυμίζοντάς του κάποια ευεργεσία σου». «Τα μάτια σου με τύφλωσαν. Προδότη, το ένιωσες» και μετά την παρακάλεσε να τον βοηθήσει. «Είδα ακόμη και δάκρυα – ή μήπως ήταν κι αυτά μέρος της απάτης σου;», κι αφού απαριθμήσει όσα έκανε γι’ αυτόν, αφήνει ασαφή την τελευταία απειλή: «στα χέρια του θεού έρωτα που μ’ έχει καταστρέψει… δεν γνωρίζω τι πιο φοβερό θα επινοήσει το μυαλό μου».

Εκείνο που γίνεται αμέσως εμφανές από αυτές τις επιστολές είναι η αληθινή τέχνη και η καλλιτεχνική μαεστρία, με την οποία ο Οβίδιος αποδίδει τις οπτικοακουστικές εικόνες της φύσης· τοπία, πεδία μαχών, αφρισμένη θάλασσα, βράχους, ανέμους, δέντρα, πουλιά, ήχους της θάλασσας, καράβια και φουσκωμένα πανιά. Μας δίνει, ακόμα, θαυμάσια πορτρέτα με εικόνες νεαρών γυναικών, της μίας που υφαίνει, της άλλης που εκλιπαρεί, μιας τρίτης με τα μακριά ξεπλεκα μαλλιά που κάνει σινιάλα στο άφαντο καράβι, της οργισμένης και της εκδικητικής. Παράλληλα, αποδίδει με γνώση την ανθρώπινη ψυχή, τα συναισθήματα της γυναίκας που πάσχει ερωτικά, τη μάταιη αναμονή της, τον σπαραγμό Ovidiusτης, την κοινή μοίρα αρχόντισσας ή σκλάβας. Οι μονόλογοι δεν είναι μόνο ερωτικοί θρήνοι, αλλά και φιλοσοφικοί στοχασμοί πάνω στις αλλαγές που επιφέρουν οι πόλεμοι και οι κοινωνικές ανατροπές στη ζωή των ανθρώπων, η μοίρα του θανάτου μακριά από αγαπημένα πρόσωπα και την πατρίδα, πράγμα που βίωσε και ο ίδιος ο Οβίδιος. Οι άνθρωποι είναι έρμαια της τύχης, της εποχής όπου ζουν και των συγκυριών, που όλες εμφανίζονται με τη δυναμική μιας ανυπέρβλητης μοίρας.

Οι μεταφράσεις, όπως και όλα τα πράγματα, γερνούν. Επομένως, η νέα μετάφραση που εκπόνησε με ευαισθησία η έμπειρη μεταφράστρια Λυδία Τρύφωνα έρχεται να ανανεώσει το ενδιαφέρον μας για τον ποιητή και τις ερωτευμένες ηρωίδες του.

 

Με την πένα του θεού έρωτα
Επιλογή από τις Ερωτικές επιστολές
Ovidius
μετάφραση: Λυδία Τρύφωνα
Αιώρα & φίλοι
80 σελ.
ISBN 978-618-5369-23-1
Τιμή €7,00
001 patakis eshop

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο