Μοιραίες αποφάσεις που το Πεκίνο εκμεταλλεύεται | Κόσμος



Πυροσβεστικό όχημα έξω από το κινεζικό προξενείο στο Χιούστον, τη διακοπή της λειτουργίας του οποίου αποφάσισε ο Λευκός Οίκος. Οι υπάλληλοί του έκαιγαν έγγραφα τις ημέρες πριν από το «λουκέτο». (Φωτ. A.P./DAVID J. PHILLIP)

Δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ τι έγγραφα αποτεφρώθηκαν σε κλίβανο του κινεζικού προξενείου στο Χιούστον του Τέξας τις ημέρες πριν από τη διακοπή της λειτουργίας του, κατόπιν απόφασης της κυβέρνησης των ΗΠΑ, που το χαρακτήρισε «επίκεντρο κατασκοπείας». Μπορεί επίσης να μη μάθουμε ποτέ τι προκάλεσε την πυρκαγιά στο πλοίο αμφίβιων αποστολών «Μπονόμ Ρισάρ» του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ στο Σαν Ντιέγκο, που βρισκόταν στο στάδιο μετατροπής του σε «αναπληρωματικό» αεροπλανοφόρο. Αυτό που οφείλουμε να γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι πρόκειται για δύο φωτιές ταυτόσημες, καθώς κατευθυνόμαστε προς μια αντιπαράθεση με την Κίνα, για την οποία είμαστε εμφανώς απροετοίμαστοι.

Το κλείσιμο του προξενείου ακολουθεί μια σειρά επιθετικών δηλώσεων από Αμερικανούς αξιωματούχους, οι οποίοι κήρυξαν Ψυχρό Πόλεμο κατά της Κίνας. Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν χαρακτήρισε την κινεζική ηγεσία «αμετανόητους μαρξιστές-λενινιστές». Ο διευθυντής του FBI έκανε λόγο για «κακόβουλη διεθνή επιρροή» της Κίνας, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μπιλ Μπαρ κατηγόρησε την Κίνα για «οικονομικό πόλεμο-αστραπή» και ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο άφησε να εννοηθεί ότι ο ελεύθερος κόσμος χρειάζεται νεά εκδοχή του ΝΑΤΟ, που θα στρέφεται αυτή τη φορά κατά του Πεκίνου, αντί της Μόσχας.

Γνωρίζοντας ότι πηγή της επιθετικότητας αυτής είναι ο Λευκός Οίκος του Τραμπ και οι προεκλογικές του επιδιώξεις, θα μπορούσαμε να απορρίψουμε τις πολεμοχαρείς αυτές κραυγές ως κυνικές και υποκριτικές. Γιατί παραπονούμαστε για την ελευθερία στο Χονγκ Κονγκ όταν χρησιμοποιούμε ομάδες κρούσης στο Πόρτλαντ;

Γιατί να κατηγορούμε την Κίνα για παραβίαση των διεθνών κανόνων, όταν ο Τραμπ το έπραξε από τις πρώτες του ημέρες στην προεδρία; Γιατί το κάνουμε τώρα, τη στιγμή που ο Τραμπ χρειάζεται ξένους και εσωτερικούς εχθρούς για να στηρίξει την προεκλογική του εκστρατεία;

Οσο θεμιτά κι αν είναι τα παραπάνω ερωτήματα, αποκρύπτουν την πραγματικότητα, την οποία θα αντιμετωπίσει και μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Μπάιντεν. Η Κίνα υπό τον πρόεδρο Σι έχει γίνει πιο αυταρχική στο εσωτερικό της και πιο επιθετική στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, η αμερικανική ισχύς στην Ανατολική Ασία υποχωρεί. Η απόφαση του Τραμπ να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία συνεργασίας στον Ειρηνικό μπορεί εντέλει να αποδειχθεί το χειρότερο σφάλμα του, δημιουργώντας δικαιολογημένες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως συμμάχου στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα.

Την ίδια ώρα, οι μεγάλες ελλείψεις στο πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, που αποτυπώνονται στην πυρκαγιά του «Μπονόμ Ρισάρ», επιτρέπουν στο κινεζικό ναυτικό να σχεδιάζει ανεμπόδιστο την κυριαρχία του. Οταν ο Μπάιντεν εκλεγεί στην προεδρία, όπως όλοι ελπίζουμε, θα πρέπει να εγκαταλείψει τους φιλιππικούς κατά του Πεκίνου και να προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει την Κίνα «με αποφασιστική ισχύ σε κάθε σημείο, όπου εμφανίζονται σημάδια επιβουλής των συμφερόντων ενός ειρηνικού και σταθερού κόσμου», για να δανειστούμε τα λόγια του Τζορτζ Κέναν.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο