«Μπρούμυτα» της Ελένης Αναστασοπούλου



«Τον βλέπεις αυτόν; Κοίτα πώς τον κατάντησε η ρουφιάνα!»[1]

Πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε, με καθίζει κι αρχίζει να μιλάει, ενώ εγώ σκέφτομαι τα έγγραφα που με περιμένουν και τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να πω όχι στις ιστορίες, και ιδιαίτερα αυτές των ηλικιωμένων, συνήθεια, εδραιωμένη παιδιόθεν, ομολογουμένως απολαυστική.

«Αυτός που λες ήταν καπετάνιος, ένα καράβι να! μετά συγχωρήσεως, κουμαντάριζε τα κύματα, αλλά το σπίτι του όχι. Εκεί διαφεντεύουν οι γυναίκες, τελεία και παύλα. Από παράδεισο το κάνουν κόλαση στο άψε σβήσε. Εμένα που με βλέπεις, τολμάω να πω κουβέντα στην κυρα-Πόπη; Με πήρε και με σήκωσε. Τι; Δεν τα λέω καλά; Άκου, λοιπόν…»

«Κάνεις ζαβολιές», είπα του κυρ Μήτσου, επισημαίνοντάς του πως θέλει να με προκαταλάβει, καθιστώντας υπεύθυνες τις γυναίκες για όλα τα καλά και τα κακά της ανθρωπότητας, αθωώνοντας έτσι το ανδρικό είδος. Το τσίγκλισμα πέτυχε κι άρχισε το λογύδριο, ότι είμαστε αχάριστες και πως μόνο ο Θεός κι εμείς έχουμε τέτοια δύναμη και πάλι δεν μας αρέσει και δεν είπε αυτός ότι οι άνδρες είναι «νερό για λειτουργιά», αλλά, βρε αδερφέ, η γυναίκα είναι αλλιώς και…

«Σταμάτα να με μπερδεύεις, γιατί θέλω ν’ ακούσεις την ιστορία του καπετάνιου. Όχι, δεν είναι ντόπιος, ξενομερίτης, νησιώτης είναι. Έθαψε τη μάνα του, απ’ τον καημό της πέθανε, κι έφυγε, δεν άντεχε να τον λυπούνται και να τον κοροϊδεύουν πίσω απ’ την πλάτη του. Να τα πάρω με τη σειρά», είπε και ο καφές έγινε τσίπουρο, η παρέα μεγάλωνε, όπως και η στοίβα των εγγράφων στο γραφείο, υπέθετα. Αύριο θ’ αλλάξω δρόμο, σκέφτηκα και ήπια στην υγειά του κυρ Μήτσου και της Κριστίν της κομμώτριας, που μας κοίταζε με ζήλια, ενώ έβαφε μια ρίζα.

«Ο πρωτοκαπετάνιος, που λες, τότε ήταν δεύτερος, πήγε στο πανηγύρι, μαύρη ώρα, στο διπλανό νησί κι εκεί την ερωτεύτηκε αμέσως, δεν είχε καιρό για χάσιμο, σ’ ένα μήνα μπαρκάριζε πάλι. Όμορφη, μικρούλα, δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Μάνι μάνι, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας του, στεφανώθηκαν, την έκανε κυρά κι αρχόντισσα. Φαινόταν καλό κορίτσι, ήσυχο, στρωμένο, για σπίτι. Μπάρκαρε, αλλά το μυαλό του ήταν πίσω. Πώς έτυχε το μπάρκο, σε σαράντα μέρες γύρισε στο νησί για τρεις ολόκληρους μήνες. Την είδε, τη δοκίμασε, τη χόρτασε. Όλα καλά! Έφυγε ήσυχος. Μια αγωνία είχε… τον έσπειρε τον γιο; Μπαρκάριζε, ξεμπαρκάριζε με την ίδια αγωνία, αλλά γιος δεν ερχόταν, ούτε και θυγατέρα. Έγινε πρώτος καπετάνιος, αλλά παιδί τίποτα. Δέκα χρόνια πήγαν έτσι.

»Χριστούγεννα πήρε το καλό μαντάτο. Ο δευτεροκαπετάνιος τού πήγε τα συχαρίκια, “να σου ζήσει ο γιος, καπετάνιε!” είπε κι αυτός πέταξε απ’ τη χαρά του. “Το ’φερε ο Χριστός!” έλεγε και ξανάλεγε και κερνούσε το πλήρωμα, από καμαρότο μέχρι μούτσο. Σαν πέρασε η πρώτη χαρά, άρχισε το μέτρημα. Τέλος Μάη πήγε στο νησί, η γυναίκα του είχε “τα ρούχα της” και τον αρνήθηκε για καμιά βδομάδα, αλλά μετά, όπως ήταν και σκασμένος… αναστέναξε το νησί. Βάλε τώρα, Ιούνιο μέχρι Δεκέμβριο, εφτά… ξανά απ’ την αρχή, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος… πάνω κάτω τα δάχτυλα, εφτά, για την ακρίβεια εξίμισι. Δε βαριέσαι, το πρώτο ή το τελευταίο ήταν που γεννήθηκε εφταμηνίτικο; Δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει η Πασχαλιά, κάθε λιμάνι και δώρο, ένα για τη γυναίκα του, ένα για τον γιο.

»Μεγάλη Τρίτη, ο παπάς έψελνε το τροπάρι της Κασσιανής κι αυτός φτάνει στο νησί. Στο καφενείο ήταν κάμποσοι, τον καλοδέχτηκαν, “καλώς τον καπετάνιο”, ευχήθηκαν για τον γιο, κέρασε όλο το μαγαζί. Ένας είπε ότι έγινε κοτζάμ παιδάκι, ένας άλλος ότι βιάζεται να μεγαλώσει όπως βιάστηκε να βγει απ’ την κοιλιά της μάνας του, και σε ποιον έμοιασε έτσι φουριόζος, είπε ο καφετζής. “Όλα τα ’φταμηνίτικα είναι βιαστικά”, είπε ο Νικόλας ο γείτονας και ήπιαν στην υγειά του.

»Φορτωμένος με δώρα και λαχτάρα, φτάνει στο σπίτι. Αυτή του είπε να μην κάνει φασαρία, άκου να δεις, ο άνθρωπος γύρισε απ’ τη θάλασσα ύστερα από εννιά μήνες κι αυτή τι βρήκε να του πει; Να μην κάνει φασαρία. Πάει, που λες, στην κούνια κι ενώ περίμενε να δει ένα μαυρομάλλικο σαν αυτόν, βλέπει ένα ξανθό και ροδαλό μωρό. “Τα μωρά αλλάζουν, έτσι ήμουν κι εγώ μικρή, μετά σκούρυνα”, είπε η γυναίκα του.

»Έπειτα, πήγε στο πατρικό του. Η μάνα του φαρμακωμένη. Τον καλωσόρισε κι άρχισε τα παράπονα. Πού ακούστηκε, να πάει να γεννήσει μόνη της! Αυτή όμως έφτιαξε χαϊμαλί, κέρασε και γλυκό στη γειτονιά για τον εγγονό κι ας μην πήγαινε να τον βλέπει και να δεις που ούτε τ’ όνομα του πατέρα του θα ήθελε να του δώσει, σαν ξένο, λες και δεν ήταν δικό τους το μωρό. Βάλε τώρα με τον νου σου τι είπε η μάνα του. Τον έζωσαν τα φίδια.

»Πάει πίσω στη γυναίκα του και της λέει “τρίτη μέρα του Πάσχα βαφτίζουμε το παιδί στη Μεγάλη Παναγιά, Γιώργη θα το πούμε, στον πατέρα μου” έριξε άδεια για να πιάσει γεμάτα, κι αυτή η ρουφιάνα όχι μόνο δεν έφερε αντίρρηση, αλλά άρχισε αμέσως τις ετοιμασίες. Στάχτη στα μάτια του καπετάνιου. Τέτοια βάφτιση δεν είχε ξαναγίνει. Όλο το νησί ήταν εκεί. Ο καπετάνιος, κάθε λίγο, έλεγε της μάνας του, “είδες μάνα, λάθος είχες”.

»Μια μέρα πριν μπαρκάρει, η γυναίκα τού παρουσιάζει ένα χαρτί, “υπόγραψε αυτή την ένορκη δήλωση για να μπορούμε να ταξιδέψουμε, αφού θα κάνεις πάνω από χρόνο μ’ αυτό το μπάρκο, να έρθουμε να σε δούμε”, του είπε. Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Τόσα χρόνια, τόσα μεγάλα μπάρκα, μια φορά δεν πήγε να τον βρει, τώρα την έπιασε η πρεμούρα; Φούντωσε.
“Δικό μου είναι;… Με ποιον το ’κανες;…” Μούγγα αυτή. Της είπε να μολογήσει, δεν θα της έκανε κακό, “ό,τι μας βρήκε, μας βρήκε”, είπε… Κουβέντα η ρουφιάνα. Φώναζε, έσπαζε κι αυτή του είπε να πάψει, γιατί τους ακούν οι γείτονες και πως είναι ντροπή, ακούς; Ντροπή, του είπε… Α, ρε γυναίκες… Κόλαση, σου λέω.

»Τέλος, “θα σας σκοτώσω… κι εσένα κι αυτό”, είπε ο έρμος και σωριάστηκε με το κεφάλι στα δυο του χέρια. Αυτή τον άφησε να καλμάρει και μετά του είπε να διαλέξει ένα από τα τρία. “Πρώτον: μας σκοτώνεις, πας φυλακή, δεν μαθαίνεις ποτέ αν το παιδί είναι δικό σου και παίρνεις το κρίμα στο λαιμό σου, δεύτερον: λέω σε όλους ότι το παιδί δεν είναι δικό σου… Σκέψου το γέλιο και την κοροϊδία που θα κάνουν πίσω απ’ την πλάτη σου, όταν θα θυμούνται πώς έκανες στη βάφτιση… Ο γιος μου κι ο γιος μου, καμάρωνες… ρεντίκολο θα γίνεις. Τρίτον: υπογράφεις, μπαρκάρεις και μετά θα φύγω με το παιδί. Όλη η ντροπή θα πέσει πάνω μου. Εγώ θα είμαι η εξώλης και προώλης κι εσύ ο αδικημένος… κανένας δεν θα γελάει μαζί σου”. Αυτά είπε η ρουφιάνα και κλειδώθηκε στο δωμάτιο με το μωρό.

»Ο καπετάνιος κοίταζε το χαρτί. Νύχτωσε. Κόντευε να ξημερώσει. Άκουσε το σφύριγμα του καραβιού, σε μια ώρα μπάρκαρε. Σηκώθηκε, πήρε το χαρτί, υπόγραψε. Μετά πήγε έξω απ’ την κλειδωμένη πόρτα, “στου διαόλου την τρύπα να πας θα σε βρω… έσκαψες το λάκκο σου… μπρούμυτα θα σε βάλω μέσα”, είπε κι έφυγε.

»Ακούς; Ακούω να λες», είπε ο κυρ Μήτσος κι άδειασε το πέμπτο καραφάκι στα ποτήρια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Στο «Πίστομα» του Θεοτόκη οφείλω την έμπνευση της διασκευής.

Η Ελένη Αναστασοπούλου κατοικεί στη Λάρισα και εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση. Έκανε τις βασικές και μεταπτυχιακές σπουδές στην εκπαίδευση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεχίζει με σπουδές στον κινηματογράφο/σενάριο. Γράφει πεζά λογοτεχνικά έργα και χαϊκού για ενήλικες και παραμύθια για παιδιά. Κείμενά της υπάρχουν σε έντυπα κα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αρθρογραφεί σε τοπικά και πανελλαδικά μέσα. Αγαπά τα ταξίδια, ιδιαίτερα στην Αφρική.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο