«Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης»



Η δεκαετία του 1970 αποτελεί ένα σημείο σταθμό για τη σύγχρονη, ελληνική Παιδική Λογοτεχνία ή τη Λογοτεχνία για Παιδιά, όπως επισημαίνει και επιμένει ο Μάνος Κοντολέων να αναφέρεται, δίνοντας έμφαση στη λέξη Λογοτεχνία. Μέχρι το 1970 η Παιδική Λογοτεχνία στην Ελλάδα δεν είχε διαφοροποιηθεί από τα πρότυπα του 19ου αιώνα τόσο στη θεματική, όσο και στην παρουσίαση ενός ιδεατού κόσμου, όπου τα κακώς κείμενα δεν θίγονται και όλα αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του ηθικοδιδακτισμού. Ωστόσο, μετά τη μεταπολίτευση και τις κοινωνικές, πολιτικές, παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές αλλαγές που αυτή έφερε, εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, όπως η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη, που τολμούν να μιλήσουν στα παιδιά πρώτη φορά για πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, θεωρώντας τους αναγνώστες τους αυτόνομες προσωπικότητες, που μπορούν να μάθουν και να ακούσουν τα πάντα ισότιμα με τους ενήλικες, επιδιώκοντας να κατανοήσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Με αυτή την πεποίθηση ξεκίνησε και ο Μάνος Κοντολέων, νέος συγγραφέας της εποχής, να γράφει κείμενα για παιδιά, όπως ο ίδιος ομολογεί σε άρθρο του στη SLpress.gr. Τα πρώτα του βιβλία είχαν κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ήταν απόλυτα εναρμονισμένα με το πνεύμα των συγγραφέων που προηγήθηκαν. Ο Φωκίων ήταν ελάφι και το Κάποτε στην Ποντικούπολη ήταν δυο βιβλία με ξεκάθαρα πολιτική άποψη, εμπνευσμένα από τα πρόσφατα γεγονότα της Δικτατορίας και ιδωμένα όχι υπό το πρίσμα του ρεαλιστικού μυθιστορήματος μαρτυρίας, που η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη είχαν εισαγάγει, αλλά μέσω του φανταστικού, στοιχείο που φυσικά προσέγγιζε και συμπεριλάμβανε αναγνώστες ακόμη μικρότερης ηλικίας. Τα δυο βιβλία, παρ’ όλες τις αντιδράσεις που μπορεί να συνάντησαν, αγαπήθηκαν πολύ από μικρούς και μεγάλους αποκτώντας τη διαχρονική και διηλικιακή αξία που μπορεί ένα καλό, λογοτεχνικό βιβλίο να φέρει.

Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σαράντα ένα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους (1979-2020) και σε μια παγκόσμια πολιτική και κοινωνική συγκυρία γεγονότων που καθιστά τα βιβλία πιο επίκαιρα από ποτέ, ο Μάνος Κοντολέων επανέρχεται με τη συγγραφική εμπειρία και ωριμότητα που έχει αποκτήσει να «ξαναδεί» αυτά τα κείμενα και να τα ξαναγράψει. Τα νέα βιβλία είναι εναρμονισμένα πλέον στη σύγχρονη ματιά, στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα ενός παιδιού του 21ου αιώνα, αλλά και στο προσωπικό συγγραφικό ύφος που ο ίδιος έχει πλέον καθιερώσει. Έτσι, το Ο Φωκίων ήταν ελάφι γίνεται Ο Φωκίων Δεν ήταν ελάφι (2018) και το Κάποτε στην Ποντικούπολη μετουσιώνεται στο Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης. Στους Δίδυμους ήλιους της Ποντικούπολης το κείμενο μεγαλώνει και γίνεται πιο μεστό, οι συμβολισμοί γίνονται πιο έντονοι, αλλά ταυτόχρονα και πιο ξεκάθαρα προσανατολισμένοι στις αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ενεργού πολιτότητας. Το εξώφυλλο αλλάζει και «ωριμάζει» με μια συμβολική για το περιεχόμενο του βιβλίου δημιουργία της Μυρτώς Δεληβοριά και ασπρόμαυρες αφαιρετικές εικόνες συνοδεύουν κάθε του κεφάλαιο, σε αντίθεση με την έγχρωμη, πιο «παιδική» για τα σημερινά δεδομένα αρχική εικονογράφηση του Αντώνη Καλαμάρα. Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σε μια πόλη που κατοικούν ποντίκια, στην πλαγιά ενός βουνού με δυο κορυφές και δυο ασθενικούς ήλιους, υπάρχει η Φάρμα με το Τυροκομείο που ανήκει εδώ και δέκα γενιές στην οικογένεια του Βαρόνου Πανταλέων. Ενός Βαρόνου που ζει πλουσιοπάροχα εκμεταλλευόμενος τους εργάτες του και έχει μάθει να παίρνει χωρίς να δίνει. Οι ποντικοί-εργάτες που ζουν σε άθλιες συνθήκες έχουν μάθει να υπομένουν και να μη διεκδικούν τίποτα, στερούμενοι την αξιοπρέπεια και το θάρρος τους, το οποίο πολύ εύστοχα συμβολίζεται με τις ουρές τους, που οφείλουν να είναι μικρές, αδύναμες και κρυμμένες κάτω από τα ρούχα τους. Ο Βαρόνος Πανταλέων κυριαρχεί και επιβάλλεται ευνουχίζοντας τη φύση και στερώντας τα φυσικά δικαιώματα όχι μόνο των εργατών του, αλλά και του επίτηδες ξεδοντιασμένου τσακαλιού που έχει πάντα δίπλα του ως κατοικίδιο. Ακόμη και το πολυτελές σπίτι του βρίσκεται κάτω από τη γη, δηλώνοντας τη σαφή διαφοροποίησή του από τον απλό λαό που δεν θέλει καν να αντικρίζει.

Όμως όλα αυτά αλλάζουν, όταν η Κάλη, η νεαρή ποντικίνα, χάνει δυο δάχτυλά της σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας της παραμέλησης συντήρησης των μηχανημάτων του εργοστασίου, προς όφελος του κέρδους. Ταυτόχρονα ο Πανταλέων την απολύει, καθώς πια δεν μπορεί να του προσφέρει αποδοτική εργασία και το ίδιο κάνει στον ηλικιωμένο πατέρα της. Μειώνει αδικαιολόγητα τους μισθούς του προσωπικού κάνοντάς το να αντιδράσει για πρώτη φορά και να οδηγηθεί σταδιακά και μεθοδικά σε απεργία. Και ενώ η λέξη απεργία δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο, γίνονται απόλυτα σαφείς οι αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτήν, οι αντιδράσεις που μπορεί να επιφέρει, τα δικαιώματα των εργαζομένων και η αρμονική, αποδοτική σχέση που θα πρέπει να έχει ο εργοδότης με τον εργαζόμενο. Οι ποντικοί μέσα από δύσκολες διαδικασίες αποκτούν σθένος –γι’ αυτό και οι ουρές τους δυναμώνουν, ψηλώνουν και πλέον επιδεικνύονται έξω από τα ρούχα τους–, συσπειρώνονται και διεκδικούν. Ο γιος του Πανταλέων διαφοροποιείται από τον πατέρα του, τάσσεται με τους εργαζόμενους και μέσα από τον έρωτα και την αγάπη που πάντα δίνει δύναμη στους νέους και τους κάνει να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο, συνδιαμορφώνει με τους όμοιούς του πια ποντικούς μια νέα, ισότιμη και δίκαιη εργασιακή σχέση. Οι δυο κορφές και οι δυο ασθενικοί ήλιοι της Ποντικούπολης συμβολικά και πάλι ενώνονται και αποκτούν τη δύναμη και το φως που ο ένας και μόνο ήλιος μπορεί να προσφέρει. Ο ήλιος της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας.

Είναι βέβαιο πως κάποιος ενήλικας που διαβάζει το κείμενο, θα σκεφτεί πως Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης έχουν γραφτεί για να εξηγήσουν τη Ρωσική ή τη Γαλλική Επανάσταση, τη σχέση κολίγων και τσιφλικάδων ή οποιαδήποτε πανομοιότυπη κατάσταση, η οποία καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παράλληλα, ο ενήλικος αναγνώστης θα αναγνωρίσει τους συμβολισμούς που είναι πολλοί και θα αναζητήσει να ερμηνεύσει τη σχέση σημαινόντων και σημαινομένων στην πρόθεση του συγγραφέα. Το ίδιο ουσιαστικά θα κάνει και το παιδί αναγνώστης, το οποίο μέσα από διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης θα κατανοήσει, θα αναζητήσει και πιθανώς θα κάνει ερμηνευτικούς συνειρμούς με βάση τις εμπειρίες, τη δεδομένη κοινωνική και ιστορική του γνώση. Στην πορεία της ζωής του και καθώς τα βιώματά του θα mkontεμπλουτίζονται, θα ανατρέξει ξανά στο ίδιο βιβλίο για να αποκτήσει διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις και να συμπληρώσει, να επεκτείνει, να επανεξετάσει μέσα από άλλη οπτική αυτά που οι λέξεις δηλώνουν και συνδηλώνουν. Έτσι εξηγείται και η επιθυμία πολλών γονιών σήμερα, που οι ίδιοι υπήρξαν αναγνώστες της πρώτης έκδοσης του βιβλίου, να επανεκδοθεί το κείμενο που καθόρισε τους ίδιους ως προσωπικότητες και που τώρα ως ενήλικες το διαβάζουν στα δικά τους παιδιά αναγνωρίζοντας τη διαχρονική του αξία (βλ. εδώ). Εξάλλου, σε αυτή την αποδεδειγμένα διαχρονική, συνεχώς ανανεούμενη σχέση αναγνώστη-κειμένου έγκειται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει το συγκεκριμένο βιβλίο, που θεωρώ πως θα αγαπηθεί για ακόμη μια φορά από το παιδικό –και όχι μόνο– κοινό.

 

Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης
Μάνος Κοντολέων
εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
Εκδόσεις Πατάκη
128 σελ.
ISBN 978-960-16-8609-7
Τιμή €8,90
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο