«Οι κυρίες με τα τιρκουάζ»



Ακροβατώντας με χιούμορ ανάμεσα στο αστυνομικό, στο γκανγκστερικό και στην παρωδία, η Κωνσταντίνα Μόσχου μάς παρουσιάζει γοητευτικούς χαρακτήρες μπλεγμένους σε ένα μυστήριο ληστείας στο τελευταίο της μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Bell, Οι κυρίες με τα τιρκουάζ.

Τρεις γυναίκες διαφορετικής ηλικίας και ιδιοσυγκρασίας, φορώντας τιρκουάζ φορέματα, καταφέρνουν να διαφύγουν με τα χρήματα μιας ληστείας που δεν έχουν διαπράξει. Πού καταλήγουν όμως τα χρήματα; Και ποιες είναι οι κυρίες με τα τιρκουάζ; Αυτό είναι το μυστήριο που θα πρέπει να λύσει η αστυνομία, ένας συμπαθής ιδιωτικός ντετέκτιβ και οι εκπρόσωποι του κόσμου της νύχτας και του εγκλήματος, που είδαν να φεύγουν τα λεφτά μέσα από τα χέρια τους.

Ο Στάθης Παντελιάς είναι ο ντετέκτιβ της Κωνσταντίνας Μόσχου, στις εμμονές του οποίου συμπεριλαμβάνεται το μάσημα της μαστίχας Χίου και φυσικά η εύρεση της αλήθειας. Του είναι αδύνατο να αφήσει άλυτα μυστήρια, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν πάντα πελάτες που θα τον πληρώσουν για να τα λύσει. Σε κάθε δύσκολη στιγμή, δεν αναζητάει ένα πακέτο με τσιγάρα όπως οι περισσότεροι ντετέκτιβ, αλλά ένα καινούργιο πακετάκι με μαστίχες Χίου. Ο Στάθης Παντελιάς δεν πίνει, δεν καπνίζει, δεν βρίζει, ούτε καν στις πιο κρυφές του σκέψεις, και κάποτε του άρεσε η ροκ μουσική, μέχρι που έμπλεξε με τη γυναίκα-μωρό, μια τραγουδίστρια σε βραδινές πίστες, και τα γούστα του προσαρμόστηκαν αναλόγως.

Ο ντετέκτιβ γνωρίζει τρεις γυναίκες που θα μπορούσαν να ταιριάξουν στις γυναίκες με τα τιρκουάζ. Είναι δυνατόν όμως η ηλικιωμένη φίλη του η Γερακίνα, η οποία δεν είναι πια στη ζωή, και δυο γειτόνισσές της να έχουν μπλέξει σε ληστεία; Τη Γερακίνα την εκτιμούσε. Όσο για τις άλλες δύο, τη μία του αρέσει να την κοιτάζει και την άλλη δεν αντέχει να την ακούει. Ο Παντελιάς θα προσπαθήσει να τις ψαρέψει, το ίδιο όμως κάνουν και αυτές προσπαθώντας να μάθουν τι ξέρει ή τι μπορεί να μάθει, αλλά κι αν μπορεί να τις προστατέψει, μια και τα πτώματα αυξάνονται γύρω τους.

«Πολύ κινηματογραφικό αυτό που είδαμε. Λες και ήταν μια καλογυρισμένη ταινία, με κακή όμως εικόνα. Αν είχαν σχεδιάσει κάτι τέτοιο, για ποιο λόγο δεν περίμεναν τους άλλους δύο να τελειώσουν τη δουλειά; Γιατί να εμφανιστούν στο δρομάκι στα καλά καθούμενα να πάν’ να μπλέξουν; Έτσι όπως φαίνεται, μάλλον ψιλοάσχετες θα ’ταν, ή μπορεί να ’ταν και… τσιλιαδόρες».

Λόγια μιας από τις κυρίες που υποψιάζεται ο Παντελιάς, προσπαθώντας να του υποδείξει το λάθος που κάνει σχετικά με τον ρόλο τους στη ληστεία. Κι έχει δίκιο, τουλάχιστον όσον αφορά την κινηματογραφική περιγραφή. Η ιστορία περνάει κινηματογραφικά από τα μάτια του αναγνώστη όντως σαν μια καλογυρισμένη ταινία και η εικόνα γίνεται θολή μόνο ως προς τη σκηνή όπου εξαφανίζονται τα χρήματα. Αυτή την εικόνα θα πρέπει να ξεθολώσει ο Παντελιάς. «Υπάρχουν παντού και πάντα ίδια πράγματα, ίδια πρόσωπα, ίδιες καταστάσεις. Πέντ’ έξι σενάρια είναι η ζωή, που επαναλαμβάνονται διαρκώς. Αλλά έχει γούστο να τα βλέπεις και να τα ξαναβλέπεις. Καλύτερο κι από την καλύτερη ταινία».

Το ανάλαφρο χιούμορ είναι αυτό που κυριαρχεί στην ιστορία της Κωνσταντίνας Μόσχου, παρά τα πτώματα που συνεχώς αυξάνονται όσο η ιστορία προχωράει.

Στο μεταξύ ο γιος της Γερακίνας, στο σπίτι του οποίου βρέθηκε δολοφονημένος ένας από όσους φαίνονται αναμεμειγμένοι στη ληστεία, βρίσκεται φυλακή, τρώει ξύλο καθημερινά από τους συγκρατούμενούς του και ομολογεί οποιοδήποτε έγκλημα είναι ολοφάνερο ότι διέπραξαν άλλοι.

Ένας άνθρωπος που φαίνεται να πρωτοστατεί σε κάθε έγκλημα στην πόλη ψάχνει και αυτός τα χρήματα, ενώ το πρωτοπαλίκαρό του, ένας Ρώσος κακοποιός, αναγνωρίζεται σε ένα πτώμα. Συγχρόνως τα αδέλφια του έρχονται από τη Ρωσία πεπεισμένα ότι ο αδελφός τους ζει και γύρω από αυτό το γαϊτανάκι μπλέκουν κι άλλες γυναίκες, σύζυγοι και ερωμένες. Και όλοι αυτοί φαίνεται σαν να το έχουν βάλει σκοπό να μην αφήσουν χωρίς σφαίρες το αμάξωμα του αυτοκινήτου του Παντελιά. Του ντετέκτιβ που, παρά τις κακές σχέσεις που διατηρεί με τον «μπος» στην αστυνομία, έχει τις δικές του άκρες εκεί για να παίρνει πληροφορίες, αλλά και να τους δημιουργεί προβλήματα, και δεν χάνει τη διάθεσή του να φιλοσοφεί την κατάσταση: «Καλύτερα να μας συμβαίνει κάτι –ό,τι και να ’ναι, καλόδεχτο– παρά στα συρτάρια του Πελοπίδα κάτω από τα νεκροσέντονά του».

Ο Παντελιάς δεν διστάζει να δώσει το τελευταίο του κατοστάρικο σε ευρώ για να μπορέσει να τυπώσει τα «ποίματά του» ο Σωτήρης, γνωστός καλλιτέχνης για τις πορτοκαλάδες του και μόνο. Κι ας γίνεται έξαλλος όταν υποψιάζεται ότι τα ποιήματα είναι κλεμμένα κι ας προτιμάει να τύπωνε τα κλεμμένα, όταν τελικά διαβάζει τα δικά του. Κάθε όμως άσχετο με την υπόθεση περιστατικό μπορεί να οδηγήσει σε νέες ιδέες για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. «Αδυνατώ να καταλάβω ορισμένες φορές πως οι ενδείξεις δεν είναι στοιχεία που οδηγούν στον πραγματικό φταίχτη».

Και όποτε βρίσκει ευκαιρία κάνει και μία διάλεξη για την αγαπημένη του μαστίχα, από πού προέρχεται, τι μύθοι και νύμφες συνδέονται μαζί της. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες, που δεν δίνονται σαν παράθεση λήμματος από εγκυκλοπαίδεια.

Κι ενώ αυτός αντιμετωπίζει τα χίλια προβλήματα με τη γυναίκα-μωρό, δεν μπορεί να μην αναρωτιέται τι βρίσκουν οι γυναίκες στον φίλο του. «Είναι μυστήρια πλάσματα αυτές. Δώσ’ τους έναν εξωγήινο με κεραίες για αυτιά, αλλά με χιούμορ, και να δεις πώς κάνουν».

Κι ενώ ο φίλος του απολαμβάνει την ωραία παρέα μιας ξανθιάς, αυτός θα πρέπει να αναζητήσει σε καταγώγια μια άλλη γυναίκα για να του λύσει απορίες. «Έκλεισα τη μύτη, τα μάτια και τα αυτιά νοερά και παρακάλεσα τον καλό Θεούλη να μην ήταν ετούτη η γυναίκα που έψαχνα. Όμως… Μου έκλεισε το μάτι, εκείνο που ήταν λίγο πιο κάτω απ’ το άλλο, σε μια απαίσια γκριμάτσα, φαίνεται πως αυτό ήταν το νάζι της κυρίας. Της έκλεισα κι εγώ το μάτι, αν και ήθελα να κλείσω και τα δύο, και ακούμπησα στον τοίχο πλάι της… Ένα μικρό χαμόγελο, επίτηδες μικρό, για να καλύψει ένα σχεδόν άδειο από δόντια στόμα…» Ως φιλική χειρονομία θα της προσφέρει μαστίχα, εκείνη όμως θα kmoschouζητήσει τσιγάρο. «Μπορεί με τη μαστίχα να έχανε και τα υπόλοιπα δόντια της και να ’χαμε δράματα».

Το ανάλαφρο χιούμορ είναι αυτό που κυριαρχεί στην ιστορία της Κωνσταντίνας Μόσχου, παρά τα πτώματα που συνεχώς αυξάνονται όσο η ιστορία προχωράει. Η συγγραφέας φαίνεται ότι το διασκέδαζε όσο το έγραφε και σίγουρα το ίδιο θα κάνει και ο αναγνώστης, μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου τα χρήματα φαίνεται ότι θα βρεθούν στα σωστά χέρια.

 

Οι κυρίες με τα τιρκουάζ
Κωνσταντίνα Μόσχου
Εκδόσεις Bell
336 σελ.
ISBN 978-960-620-833-1
Τιμή €14,40
001 patakis eshop

Η Έρικα Αθανασίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο