«Οι μαθήτριες του Συκουτρή» του Μ. Γ. Μερακλή



Όταν για κάποιο λόγο έρχεται στη σκέψη μου η ζωή και ο θάνατος του Συκουτρή, μελαγχολώ. Την αφορμή για μιαν ακόμα μεταφυσικήν επίσκεψη σ’ αυτόν μου έδωσαν δύο βιβλία γι’ αυτόν, τα οποία στερεώνουν πιο πολύ την υψηλή θέση, όπου τον έχω τοποθετήσει.

Το ένα είναι ο πεντακοσίων πενήντα σελίδων τόμος του Διονύσιου Αλικανιώτη για τη ζωή του (2008), αναφορά στον οποίον έκανα εδώ.

Πολύ πιο πρόσφατα δημοσιεύτηκε ένας τόμος με επιστολές του Συκουτρή σε πανεπιστημιακές μαθήτριές του, με διεξοδική εισαγωγή του καθηγητή Γεωργίου Α. Χριστοδούλου και φιλολογική επιμέλεια της κυρίας Ελένης Ράμφου, η οποία συνέταξε και ένα πολύ χρήσιμο Επίμετρο (2014). Ίσως όμως η κύρια αιτία της αυτοχειρίας του είταν η απόγνωση και όχι η επιθυμία του Συκουτρή να την εξιδανικεύσει ηρωικά. Ο Χριστοδούλου δίνει στοιχεία για πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του και εξαίρει τη θέση του στο γλωσσικό πρόβλημα των νεότερων χρόνων, το οποίο αντιμετώπισε, αντίθετα προς τους πολλούς, νηφάλια, δεχόμενος και γράφοντας εν γένει με την «μεικτή», «χωρίς καμιά ορθοδοξία της δημοτικής και της καθαρεύουσας». Αυτό φαίνεται άλλωστε και στη γλώσσα των επιστολών του. Στο τέλος της Εισαγωγής δίνονται με χρονολογική σειρά βιβλιογραφικές ενδείξεις για την έως τώρα δημοσιευμένη αλληλογραφία του Συκουτρή.

Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου είναι: Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη. Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριές του (1933-1937). Περίπου πέντε χρόνια. Δημοσιεύονται 39 επιστολές, καθώς και κείμενα δελταρίων. Οι επιστολές απευθύνονται στις μαθήτριές του Μαρία και Αγλαΐα, τα δελτάρια στην Αγλαΐα. Και δύο επιστολές προς τη Μαρίκα, εξίσου φίλη αγαπητή, κατά τι μεγαλύτερη από τις άλλες. Με αυτήν αρχίζει η αλληλογραφία του με τα κορίτσια, γραμμένη στις 16 Ιουνίου 1933. Ήδη στην πρώτη αυτή επιστολή έγραφε στη μαθήτριά του: «Αγωνίζομαι πολύ, για να κρατήσω την ισορροπία μου ανάμεσα στο χάος των εξωτερικών συνθηκών της ζωής μου και την άβυσσο των εσωτερικών κινημάτων της ψυχής μου». Η οδύσσεια λοιπόν του Συκουτρή είχε ήδη αρχίσει να δημοσιοποιείται με τον τύπο.

Τα «εσωτερικά κινήματα της ψυχής» θα είταν δυνατόν εν μέρει να θεωρηθούν ως αντανάκλαση μέσα του της εξωτερικής ζωής του. Αλλά θα υπήρχαν μάλλον και υποκειμενικές εμπειρίες, τις οποίες δεν ήθελε να εξωτερικεύσει. Αναφέρω την πάμπτωχη οικογενειακή του ζωή στα παιδικά και εφηβικά-μετεφηβικά του χρόνια. Αλλά και όταν πραγματοποίησε μιαν ικανοποιητική κοινωνική ζωή, η μοίρα της οικογένειας δεν τον άφηνε. Κακοί αδερφοί τον εκβίαζαν ζητώντας από αυτόν χρήματα με την απειλή πως θα αποκάλυπταν το φτωχό και ασήμαντο παρελθόν του.

Και κάτι άλλο ήρθε. Οι ειδικοί γιατροί απέκλεισαν να αποκτήσει παιδιά το συζυγικό ζευγάρι, εξαιτίας κάποιου ιατρικού προβλήματος στη Χαρά, που τη γνώρισα αργότερα και ήταν αξιαγάπητη. Έλεγαν όσοι τον γνώριζαν, ότι η ατεκνία τον είχε εξαιρετικά πονέσει, γιατί λάτρευε τα παιδιά. Η αγάπη του αυτή πέρασε και στις επιστολές της Μαρίας, της Αγλαΐας, της Μαριάνθης. Έγραφε στην Αγλαΐα: «…εδινόμουν στην συντροφιά των παιδιών χωρίς σκέψι, μόνο με τη δίψα του ανθρώπου που γυρεύει από τους άλλους να εύρῃ την ειρήνη της ψυχής του». Έπαιζε πολύ με τα παιδιά.

Τα χρόνια εκείνα του μεσοπολέμου συναισθηματικές νέες, που παρακολουθούσαν φιλολογικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, ενίοτε θαύμαζαν και αγαπούσαν τους καθηγητές τους, όταν μάλιστα αυτοί είσαν νέοι. Ο Συκουτρής έγινε υφηγητής σε ηλικία 29 ετών. Ανάμεσα σ’ αυτές προφανώς είσαν η Αγλαΐα και η Μαρία, που θαύμασαν και αγάπησαν τον καθηγητή τους, όπως λίγο πιο νωρίς και η Μαρίκα, η Χρυσάνθη κι άλλες. Μπορεί και ο ίδιος να είχε προσέξει τα αισθήματά τους προς αυτόν και άρχισε να επικοινωνεί με αυτές στέλνοντάς τους επιστολές. Εκείνες, εύλογα συγκινημένες, ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Ο Συκουτρής, όπως καθαρά δήλωνε, περίμενε με έντονη αδημονία τα γράμματά τους. Τα κορίτσια ωστόσο ανακάλυπταν στα δικά του γράμματα μιαν έντονη ανάγκη επαφής του με αυτές, καθώς και μια ζωή βασανιστική, χωρίς εντούτοις να αναφέρει και τις αιτίες.

«Αγωνίζομαι πολύ, για να κρατήσω την ισορροπία μου ανάμεσα στο χάος των εξωτερικών συνθηκών της ζωής μου και την άβυσσο των εσωτερικών κινημάτων της ψυχής μου».

Η πενταετία της αλληλογραφίας αυτής αποτελούσε την κορύφωση του υπαρξιακού βασανισμού του. Είταν εκ γενετής ιδιοφυής φιλόλογος και λάτρευε το επάγγελμά του, που ήταν γι’ αυτόν μια πνευματική επαγγελία. Προείχαν ωστόσο τότε οι επιστολές των κοριτσιών, που συνιστούσαν γι’ αυτόν ένα σωσίβιό του. Ενδεχομένως είχε μέσα του μιαν ανησυχία, ότι τα κορίτσια θα κουράζονταν, με τη φυσική κλίση της ηλικίας τους στα ευχάριστα και αισιόδοξα πράγματα και πρόσωπα. Τα γράμματά του, αντίθετα, είσαν γεμάτα θλίψη. Νομίζω ωστόσο ότι σεβάστηκαν τον πληγωμένο ψυχισμό του. Και του συμπαραστάθηκαν όσο μπορούσαν.

Εκείνος πάντως τις αγαπούσε σαν πατέρας τους. Απευθυνόταν σε αυτές υποκορίζοντας τα ονόματά τους, η Μαρία ήταν Μαράκι, η Αγλαΐα Αγλαΐτσα. Είταν γεμάτος τρυφερότητα, συχνά είσαν στα γράμματά του τα μικρά αγαπημένα «παιδιά» του. Έβριθαν οι επιστολές του από διατυπώσεις, όπως η επόμενη σε επιστολή του προς την Αγλαΐα: «…θα ήθελα, χρυσά μου παιδιά, όλη τη μέρα να σας είχα κοντά μου και θα έλειπε (είμαι βέβαιος) κατά το ½ τουλάχιστον το σκοτείνιασμα της ψυχής, που με βασανίζει τελευταίως τα τρία αυτά χρόνια» (30 Αυγούστου 1936).

Στις 3 Αυγούστου του 1937, σχεδόν ύστερα από ένα χρόνο, και λίγες μέρες πριν από το τέλος (που μάλλον εκείνος ήδη το είχε αποφασίσει), απευθυνόμενος στην Αγλαΐα έγραψε: «Καλή μου Αγλαΐτσα […] ολοένα αισθάνομαι να σκοτεινιάζῃ γύρω μου και μέσα μου – γι’ αυτό πιάνομαι τόσο νευρικά, τόσο παθολογικά, θα έλεγα γραπώνομαι από την αγάπη σας. Αλλά ώς πότε;».

Το ερώτημα υποδηλώνει νομίζω πιο πολύ την ανησυχία του για τις αγαπημένες μαθήτριές του, για τις αντοχές τους. Ίσως μάλιστα η αρχή μπορούσε να γίνει από την Αγλαΐα. Σε επιστολή του, από τις τελευταίες, στη Μαρία γράφει: «…την Αγλαΐα δεν τη βλέπω. Επέρασε άλλη μια φορά από την Ακαδημία βιαστική και πλέον ου. Θα είναι πολυάσχολη…». Στην ακαδημία είχε προσληφθεί ο Συκουτρής ως «βιβλιονόμος». Η Μαρία και η Αγλαΐα περνούσαν μετά το τέλος των μαθημάτων και αποχωρούσαν μαζί με τον δάσκαλό τους.

Ένα μεσημέρι, τους συνάντησαν δύο καθηγητές του πανεπιστημίου, ο Σωκράτης Κουγέας και ο Θεόφιλος Βορέας. Ο δεύτερος είπε στον πρώτο: Δες, Σωκράτη, «το σουλτανάτο του Συκουτρή». Και η φράση καθιερώθηκε (μαρτυρία της κυρίας Αγλαΐας Φακάλου-Μακάρωφ, η οποία έδωσε χρήσιμες πληροφορίες στην κυρία Ελένη Ράμφου σχετικά με το δάσκαλό της). Άνοστο χιούμορ, θα έλεγα.

Οι σχέσεις του Συκουτρή με τις μαθήτριές του δεν είσαν ελαφρές. Δραματικές θα μπορούσε να τις πει κάποιος.

Δύο μεγάλοι ποιητές μας εκείνης της εποχής στο θάνατο του Συκουτρή έγραψαν ποίημά τους, ο Άγγελος Σικελιανός και ο λογοτέχνης φίλος του Θεόδωρος Ξύδης. Κλείνω με τους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος του Παλαμά:

Και με τ’ αρχαία τα γράμματα και με τα νέα τα λόγια,
σου πρέπουνε δοξάσματα λαϊκά και μοιρολόγια.

Ο Συκουτρής αγάπησε αμέσως τον Παλαμά, τον δίδαξε με θέρμη. Τα στοιχεία αυτά τα δίνει ο Αλικανιώτης.

Ο Αλικανιώτης όμως θέτει σε υποσημείωση και ένα ερώτημα: «Διερωτάται κανείς: ο Παλαμάς άραγε συνυπέγραψε ή τουλάχιστον συμφώνησε ως ακαδημαϊκός στο απαράδεκτο εκείνο κείμενο-απάντηση της Ακαδημίας προς την Ιερά Σύνοδο, με το οποίο τη διαβεβαιώνει ότι θα αποσύρει το Συμπόσιο και θα εκδώσει νέο της αρεσκείας του Παπανικολάου και των άλλων επικεφαλής της συκοφαντίας;». Τόσο έντονη ήταν η διαδομένη κατασυκοφάντηση ενός γενναίου κορυφαίου διανοητή, που άνθρωποι ευτελείς και τιποτένιοι τον ζήλεψαν και μαζί τρομοκράτησαν πολλούς, που δεν ήθελαν να χάσουν την ησυχία τους

Ο Μιχάλης Μερακλής είναι ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο