Οι ψηφιακές ανισότητες και… τα χάσματα γενεών, αμοιβών | Ελλάδα


Η περίοδος του εγκλεισμού έφερε στο προσκήνιο τις διαδικτυακές υπηρεσίες. Τηλεπικοινωνία, τηλεψυχαγωγία, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, εικονική ψηφιακή βόλτα και επίσκεψη, το Διαδίκτυο και οι συσκευές σύνδεσης με τον παγκόσμιο ιστό έγιναν απαραίτητα στοιχεία του πρώτου κύματος της πανδημίας, που επιτάχυνε ακόμα περισσότερο τάσεις που ήδη αναπτύσσονταν. Η νέα εποχή πήρε σαφέστερο σχήμα αυτούς τους δύο μήνες, αλλά με έναν αντιφατικό τρόπο. Οσο το παγκόσμιο δίχτυ του Ιντερνετ απλώνεται και πυκνώνει τόσο πιο βαθιά και απότομα γίνονται τα ψηφιακά ρήγματα του σύγχρονου αποκλεισμού μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, χαμηλόμισθων, φτωχών ή περιθωριοποιημένων, μεγάλων ηλικιών ή γεωγραφικά απομονωμένων. Στη νέα εποχή όσοι μένουν πιο πίσω στον ψηφιακό στίβο, απειλούνται να μείνουν πολύ μακριά από τις κοινωνικές δυνατότητες.

Και η Ελλάδα, παρά τις πανηγυρικές αναφορές για τα γρήγορα βήματα της ψηφιακής διακυβέρνησης, είναι ψηφιακά βραδυπορούσα, καταλαμβάνοντας μία από τις τελευταίες θέσεις (συνήθως την προτελευταία) σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης!

Παρά τα αξιοσημείωτα βήματα, τα ψηφιακά βαρίδια της χώρας αποκαλύφθηκαν το περασμένο διάστημα. Συνδέσεις Ιντερνετ που έπεφταν ή τρεμόπαιζαν, παρότι τα προγράμματα των εταιρειών τηλεπικοινωνιών είναι από τα ακριβότερα στην Ευρώπη, σε πλήρη αντίθεση με την ποιότητα των υπηρεσιών τους. Τηλεργασία που σε πολλές περιπτώσεις δέσμευε τον έναν και μοναδικό υπολογιστή της οικογένειας, οδηγώντας τους υπόλοιπους να προσπαθούν να συνδεθούν με το κινητό τους. Εκπαιδευτικοί ανακάλυπταν πως μεγάλο μέρος των οικογενειών των μαθητών τους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε εξ αποστάσεως εκπαίδευση, είτε γιατί δεν είχαν υπολογιστή ή σύνδεση Ιντερνετ, είτε γιατί είχαν ακατάλληλο εξοπλισμό, είτε γιατί δεν υπήρχαν οι απαραίτητες δεξιότητες. Το 87,6% των εκπαιδευτικών, σύμφωνα με σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, απάντησε πως μέσω τηλεκπαίδευσης αναπαράγονται ή και ενισχύονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Σήμερα, εφτά στα δέκα νοικοκυριά στην Ελλάδα έχουν ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι τους, ενώ το 2010 είχε το 50%. Δεν είναι θεαματική η προσθήκη του 20% σε δέκα χρόνια, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε ένα τόσο απαραίτητο εργαλείο. Βεβαίως, υπήρξε η περίοδος της μακρόσυρτης οικονομικής κρίσης που έπαιξε ρόλο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι πως το 2020 σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά δεν έχει υπολογιστή στο σπίτι του. Οσον αφορά τη σύνδεση με το Διαδίκτυο, υπήρξε σημαντική πρόοδος, αφού από το 31% των κατοικιών με πρόσβαση στο Ιντερνετ έχουμε φτάσει το 2019 στο 78,5%, μιλώντας μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά για ευρυζωνική σύνδεση (72,5% το 2008). Είναι φανερό πως ορισμένα νοικοκυριά, κυρίως με νεανική σύνθεση, σερφάρουν και από το σπίτι με κινητό τηλέφωνο ή τάμπλετ, που δεν μπορούν όμως συνήθως να ανταποκριθούν σε αυξημένες απαιτήσεις τηλε-υπηρεσιών. Παρά τα βήματα όμως η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ε.Ε. και υπολείπεται από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 90%.

Κρίσιμη υπηρεσία

Ενα ψηφιακό μέλλον για όλους προϋποθέτει κρίσιμα βήματα για τη ανάπτυξη της ψηφιακής υποδομής, έτσι ώστε να καλύπτονται όλοι οι πολίτες, καθώς η πρόσβαση στο Διαδίκτυο αποτελεί για τον 21ο αιώνα υπηρεσία ανάλογης σημασίας του ηλεκτρικού ρεύματος και του τρεχούμενου νερού τους προηγούμενους αιώνες.

Διεθνής έρευνα, που πραγματοποιήθηκε την περίοδο της COVID-19 από το Capgemini Research Institute, κατέδειξε πως ο πρώτος λόγος (40%) για όσους δεν έχουν πρόσβαση στο Ιντερνετ είναι το υψηλό κόστος. Το 69% όσων είναι αποκλεισμένοι από το Διαδίκτυο ζει σε συνθήκες φτώχειας. Το 46% απάντησε πως θα αισθανόταν πιο συνδεδεμένο με φίλους και συγγενείς, αν είχε πρόσβαση στο Ιντερνετ, ενώ το 44% όσων βρίσκονται εκτός σύνδεσης, πιστεύει ότι θα μπορούσε να βρει καλύτερες θέσεις εργασίας.

Και στην Ελλάδα, οι οικογένειες που καταγράφονται χωρίς υπολογιστή στο σπίτι (ή με πολύ παλιό) και χωρίς σύνδεση στο Διαδίκτυο προέρχονται κυρίως από τα φτωχότερα στρώματα και τις ζώνες της ανεργίας και των χαμηλών αμοιβών. Για παράδειγμα, όταν εκπαιδευτικοί ρώτησαν μαθητές στη Β΄ Περιφέρεια Πειραιά για το εάν έχουν υπολογιστή στο σπίτι και σύνδεση στο Διαδίκτυο είδαν πως περίπου το 40% των παιδιών είχε ελλείψεις, που δεν επέτρεπαν ουσιαστική παρακολούθηση τηλεμαθημάτων.

Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται και σε γεωγραφικό επίπεδο. Εάν στην Αττική το 83,5% των κατοικιών έχει σύνδεση με το Διαδίκτυο, το ποσοστό πέφτει στο 78,8% στη Βόρεια Ελλάδα (όπου περιλαμβάνεται και η Θεσσαλονίκη), στο 74,8% στην Κεντρική Ελλάδα για να υποχωρήσει στο 68,8% στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη (μέσος όρος).

Ακόμα πιο έντονες είναι οι διαφοροποιήσεις σε ηλικιακό επίπεδο. Η ψηφιακή εκπαίδευση και ένταξη των μεγαλύτερων ηλικιών στον κόσμο του Ιντερνετ αναδεικνύεται σε έναν ιδιαίτερα αναγκαίο και απαιτητικό στόχο. Σύμφωνα με έρευνα στην Ελλάδα, οι ηλικίες από 13 έως 44 ετών είναι απόλυτα εξοικειωμένες με το Ιντερνετ (σε ποσοστά άνω του 94%), το οποίο και χρησιμοποιούν έντονα, ακόμα και στα επίπεδα των τριών ωρών και πάνω την ημέρα. Ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η χρήση και για τις ηλικίες 45-54 ετών (81%), μειώνεται αισθητά στα 55-64 (62%), ενώ πολύ μειωμένη είναι για τις ηλικίες 65-74 (38%).

Ζητούμενο οι καινοτόμες εφαρμογές

Μπορεί η Ελλάδα να κάνει βήματα προς τα εμπρός στους τομείς των ψηφιακών υποδομών και της ψηφιακής επικοινωνίας και διακυβέρνησης, αλλά η απόσταση από τις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες της Ευρώπης δεν έχει καλυφθεί. Ακόμα και στο βασικό ερώτημα των κατοικιών που έχουν σύνδεση με το Διαδίκτυο, στις πρώτες θέσεις της Ε.Ε. βρίσκονται η Ολλανδία (98%), η Σουηδία (96%), η Γερμανία, η Δανία και το Λουξεμβούργο με 95%, η Ισπανία και η Ιρλανδία με 91%. Η χώρα μας είναι προτελευταία (79%), ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία (75%). Η Ελλάδα καταφέρνει να κατακτά το επίπεδο κάλυψης παλαιότερων τεχνολογιών, αλλά μένει πίσω από τις πιο καινοτόμες εφαρμογές. Για παράδειγμα, σήμερα πρακτικά όλες οι συνδέσεις Ιντερνετ είναι ευρυζωνικές, στόχος που κατακτήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οταν όμως τώρα αναπτύσσονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι συνδέσεις υψηλής και υπερυψηλής ταχύτητας, για να μπορέσουν πάνω τους να στηριχθούν πιο εξελιγμένες τεχνολογίες, στην Ελλάδα βρίσκονται ακόμα σε εμβρυϊκό επίπεδο.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο