Ονειρεύομαι ένα τραπέζι | ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ


Δεν φτάνουν οι καρέκλες. Πιάτα, μαχαιροπίρουνα, η προίκα τριών σπιτιών ανάκατη, ποτήρια καλά και καθημερινά μαζί, άλλα γυαλοκοπάνε, άλλα θαμπά από τη βαριά χρήση. Είναι όλοι εκεί. Η Σέβη με τον Αλεξούκο και τα παιδιά. Η Τασσώ με τον Τσαμπάο. Η Δώρα, ο Παναής, ο Γώγος. Οι γονείς μας. Και ο πατέρας μου ακόμα. Μας λέει ιστορίες. Να, όπως τότε που στις μαύρες θάλασσες της Νότιας Αφρικής έβγαλε, μετά από συστάσεις άλλων καπεταναίων, βάρδιες τους ναύτες στην πλώρη να γαβγίζουν, ναι, να γαβγίζουν, γιατί έτσι οι πειρατές δεν ζύγωναν στο καράβι, φοβούνταν τα σκυλιά. Και για εκείνη τη φορά που ο ναύτης είχε αποκοιμηθεί και οι πειρατές έριξαν σχοινιά και (γουρλώνει τα μάτια) ανέβηκαν στην κουβέρτα σαν αίλουροι, κρατώντας όπλα, και… Ένα βαθύ, μακρόσυρτο «ω…» αντιλάλησε έως την άκρη του τραπεζιού.

Έχουν έρθει και η Εύα με τον Νίκο, οι Μαρίες με τις φαμίλιες. Ο Νίκος και η Μελίτα. Η Βασιλική, οι Νουνούδες, η Νανσού, η θεία Πέποινα, που είχε δέρμα λευκό και λεπτό, σαν ακριβή φαγιάνς, μέχρι τα ογδόντα της. Το Κατινάκι με γάντια, καπελίνο και γόβες ασορτί, το Ισουνού πάντα με τη λουλουδάτη ρόμπα της και ο παππούς ο Άγγελος με το φίνο μουστάκι του. Η θεία Βιρτζίνια¹ θυμάται εκείνη τη βροχερή μέρα στην Αίγινα, τα ροζ και κίτρινα σπίτια, το θυμάρι, τις απότομες πλαγιές, τον Ναό, σκελετώδη και επιβλητικό, καλύτερο από του Σουνίου. Και την εκδρομή στους Δελφούς. Είχε κάνει γραφείο της μια γωνιά κάτω από μια ελιά, καλυμμένη με μαργαρίτες. Θυμάται ότι φορούσε ένα μεταξωτό φουστάνι όταν πήγαν στους Δελφούς. Ω, η Ελλάδα είναι μια χώρα τόσο αρχαία, που είναι σαν να περιπλανιέσαι στους αγρούς του φεγγαριού, αναφώνησε τσιμπολογώντας χταποδάκι.

Είναι και ο Βασίλης, ο Γιάννης, ο Μάνος και ο Νίκος, ο Σταμάτης και η Λίνα. Αγκαλιές, γέλια και κλάματα και τραγούδια-παρηγορίτσες. Ο φίλος μας ο Ντέιβιντ² είχε μόλις γυρίσει από το Παλέρμο. Του ’χε κάνει τρομερή εντύπωση το δρομάκι με τα μανάβικα στην αγορά: μα πώς αυτό το σκοτεινό στενό φώτιζε με την ντελικάτη σάρκα των λαμπερών λαχανικών, τα κουνουπίδια και τις αγκινάρες, τις αρμαθιές με τα ξερά σύκα, τα βουνά των πορτοκαλιών, αυτoύς τους σωρούς χρωμάτων και φρεσκάδας! Η Χριστίνα τού φέρνει ένα καπέλο να βάλει, γιατί έχει αρπάξει το μέτωπό του. Είναι άνοιξη, αλλά τη νιώθεις σαν Ιούλιο μήνα. Επείγεται ο καιρός για καλοκαίρι.

Η Σάρλοτ³ δίνει στην Άννα μια συνταγή για τζέλι φράουλας: βάζουμε μικρές κατακόκκινες φράουλες σε κεραμικά κιούπια, που βυθίζουμε μέσα σε νερό που βράζει. Αφήνουμε τις φράουλες να αχνιστούν και να βγάλουν όλα τα υγρά τους για 3-4 ώρες. Το νερό πρέπει να σιγοβράζει. Όταν έχουν μαλακώσει πολύ καλά, σουρώνουμε με τουλπάνι σε ένα μπολ για να μαζέψουμε τον ζωμό. Βάζουμε αμέσως το υγρό να βράσει με ζάχαρη. Για κάθε λίτρο υγρού υπολογίζουμε 1 κιλό ζάχαρη. Βράζουμε μέχρι να σφίξει, για περίπου 30-40 λεπτά. Ω, μα θα ’ταν τέλειο στο πρωινό! Μακάρι να μπορούσα να σας φέρω αυγά και βούτυρο από την Bresse, δεν είναι ένα απλό βούτυρο, είναι η ποίηση του βουτύρου. Και τα αυγά ήταν τόσο καλά που ντρέπομαι να σας πω πόσα κατανάλωσα, νοσταλγεί ο Χένρι (4) .

Χέρια που σμίγουν, σώματα που συντήκονται στο φως του μεσημεριού. Συντελείται κοινωνία.

Το τραπέζι δεν έχει αρχή, δεν έχει τελειωμό. Είναι μια αφήγηση, άλλοτε πυρετική, άλλοτε σαν ψίθυρος, ένα έπος που έχει υφανθεί με τα φαγητά, τον αέρα, τη ζωή του καθενός. Για τα όστρακα ο Ρίτσαρντ (5) έφερε ένα θαυμάσιο ξίδι αρωματισμένο με βασιλικό. Φεύγοντας, μας άφησε δώρο τη συνταγή γραμμένη σε χαρτοπετσέτα: Βάζουμε μπόλικα φύλλα βασιλικού σε ένα βάζο με μεγάλο στόμιο. Γεμίζουμε με ξίδι ή λευκό κρασί, κλείνουμε και τα αφήνουμε να εκχυλιστούν για 10 μέρες. Αν το θέλουμε πιο έντονο, σουρώνουμε, βάζουμε φρέσκα φύλλα και αφήνουμε για άλλες 10-15 μέρες.

Το κρασί σπιθίζει στα ποτήρια. Η Μαρία μου, το θυμαράκι μου, η κοντεσίνα μου, χορεύει και χορεύει, και ξεκαρδίζεται στα γέλια, και πιάνει τα φιλιά που της στέλνω στον αέρα. Τέτοιο γέλιο, τόση ομορφιά πατάει τον φόβο κάτω σαν σκουλήκι.

Ονειρεύομαι ένα τραπέζι με υλικά που κατοικούν μέσα μου. Ένα τραπέζι ένδοξο, στο φως.

Διαβάσματα (οι μεταφράσεις στο κείμενο ελεύθερες και αλλοπρόσαλλες):

1. The Diary of Virginia Woolf, Vol. 4, 1931-1935, εκδ. Harcourt Brace, 1982

2. D. H. Lawrence, Sea and Sardinia, εκδ. Penguin, 1999

3. The Cookery Book of Lady Clark of Tillypronie, εκδ. Southover Press, 1997

4. Henry James, A Little Tour in France, εκδ. Adamant Media Corporation, 2005

5. Richard Dolby, The Cook’s Dictionary and House-keeper’s Directory, εκδ. Forgotten Books, 2018.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Μαΐου, τεύχος 169

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο