«Ορφέας» της Έμης Βαϊκούση



Λίγοι γεννιούνται με σπόρο σπάνιου άνθους μέσα τους, λίγοι μεγαλώνουν σε λιβάδι με χώμα γόνιμο να τον δεχτεί μέσα του ν’ ανθίσει. Λίγοι πάλι, απ’ τους πιο άτυχους, φτιάχνουν μόνοι τους θερμοκήπιο. Ζουν μ’ αυτό και γι’ αυτό.

Χάρισμα φωνής ήταν το δώρο και, τυχαία εντελώς, λαβαίνει ο επιλεγείς το όνομα Ορφέας. Ορφέας μοναδικός στο γενεόγραμμα οικογένειας δύσπιστης σε «θεατρίνους», μοναδικός στη γειτονιά της Αθήνας οπού μεγάλωσε, μοναδικός ίσως βαρύτονος Ορφέας της γενιάς του. Έφτιαξε μόνος του θερμοκήπιο, φρόντισε τον σπόρο, τη φωνή, ο σπόρος πέταξε βλαστό, κι εκείνος λουλούδι που άνοιξε τα πέταλα με το τραγούδι του — μέρος με ήλιο δεν βρήκε να το βάλει. Κοντολογίς, ο Ορφέας αυτός, με μουσικές σπουδές και δυνατότητες καριέρας στην όπερα, υπαινίχθηκε το πάθος του για το bel canto γιατρεύοντας φωνητικές χορδές. Ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, μελέτησε ασθένειες του λάρυγγα, θεράπευσε αφωνίες, εισήλθε με ωτοσκόπιο στα άδυτα της ακοής, χάθηκε ο ίδιος σε λαβυρίνθους άμουσων ώτων. Το δικό του αυτί αγαπούσε τις άριες. Οι συμφωνίες τού έφερναν πλήξη. Πίδακες αδρεναλίνης προτιμούσε. Άμεση απογείωση. «Κόκα». Γεννημένος για τη λυρική όπερα, δεν είχε μόνο χάρισμα φωνής. Η ιδιοσυγκρασία η ίδια, το θυμικό, η εμφάνιση, η τονικότητα των εκφράσεων του προσώπου ολοκλήρωναν το πορτρέτο λυρικού καλλιτέχνη.

Ίσως πάλι να ήταν η ίδια η φωνή και μόνο, η χροιά, το μέταλλο κι η δυναμική της ταιριαστή τόσο για τέτοιο ρόλο, που καθόρισε αυτή από μόνη της όλα τ’ άλλα. Το ποιος τελικά ήταν. Φίγκαρο, στον Κουρέα της Σεβίλης. Σκηνικό, πολυκατοικία, Στουρνάρα και Πατησίων. Ώρες παραστάσεων, καθημερινά, στο πρωινό ξύρισμα. Κοινό: Δημήτρης Χωραφάς, μαέστρος, γείτονας, προσεκτικός ακροατής της φωνής που έφτανε απ’ τον φωταγωγό. Πρόταση για Λυρική. Κρίμα, είναι γιατρός, κάνει ειδικότητα. Αργότερα, Ριγολέτος, στο Ριγολέτο. Σκηνικό, πολυκατοικία στην Κυψέλη. Παραστάσεις, Κυριακές, 11 π.μ. Κοινό: η κόρη του, «Τζίλντα». Χρόνια αργότερα: Ποτ πουρί. Σκηνικό, σπίτια φίλων. Κοινό: β’ σύζυγος Γεωργία, φιλικά ζευγάρια. Υπόκριση ευθυμίας, πλήξη, μελαγχολία, πολύ τσιγάρο, πολύ κρασί.

Διά βίου ρόλος: Ορφέας, στο ομώνυμο λυρικό μελόδραμα, το δικό του. Ολοήμερες, καθημερινές παραστάσεις. Σκηνικό, γειτονιές της Αθήνας. Δεκαετία του ’50. Κοινό: Φιλόμουσος ιερέας στον Άγιο Παντελεήμονα, γειτονιά της νεότητας. Υπαίθριοι μανάβηδες της οδού Αλκαμένους. Αδέσποτοι σκύλοι στη Μιχαήλ Βόδα. Δεκαετίες ’60-’70. Κοινό: Τρίο μεροκαματιάρηδων, γωνία Στουρνάρα και Πατησίων. Ηλικιωμένος λούστρος με στημένο το κασελάκι του απ’ το ξημέρωμα ως το βράδυ. Νεαρή γυναίκα στο περίπτερο της ίδιας γωνίας, καθημερινή δοσοληψία για ένα πακέτο Καρέλια, με ανταλλαγή βλεμμάτων. Καστανάς με φουφού και κασκέτο στο ξεροβόρι. Πιτσιρικάδες που σφίγγουν στη μικρή τους χούφτα χρωματιστούς βόλους — δώρο του γιατρού Ορφέα στην Πολυκλινική της οδού Καρόλου, για το θαρραλέο «Αααα» με ορθάνοιχτο στόμα παράθυρο στις έμπυες αμυγδαλές. Σερβιτόρος σε ταβέρνα της Πλατείας Αιγύπτου, που τον περιμένει τα σαββατόβραδα μ’ ένα καρτούτσο ρετσίνα. Ο αρκουδιάρης ο γύφτος στο μικρό λούνα παρκ της Φωκίωνος Νέγρη. Άλλοι, τακτικοί θεατές του δράματος, νεαροί και νεαρές με ταγάρια, στα δρομάκια γύρω απ’ το Πολυτεχνείο. Κι άλλοι ακόμα, πολλοί, γνωστοί άγνωστοι σε στέκια της πόλης. Διάφανες σχέσεις χωρίς συστάσεις, δικές του «οδοί ονείρων»[1].

Το λιμπρέτο:

Πράξη πρώτη, σκηνή πρώτη. Πατρικό σπίτι στην οδό Αλκαμένους. Καλοκαιράκι, βράδυ αργά γυρνάει από διασκέδαση. Άρια του Ορφέα. Η Γεωργία, η νεαρή ψυχοκόρη, έχει μεταφέρει τα στρωσίδια της στο πλατύσκαλο της ξύλινης σκάλας της εισόδου, ζέστη κάνει επάνω, μισόγυμνη τάχα στον ύπνο περιμένει ν’ ακούσει το κλειδί να γυρνάει στην πόρτα. Σκηνή δεύτερη, πρωί της επομένης. Η Γεωργία γυαλίζει με κέφι τα παπούτσια των αφεντικών της, με βλέμμα στραμμένο σε δείκτη ρολογιού που μετράει τώρα αντίστροφα. Άρια της Γεωργίας.

Πράξη δεύτερη, σκηνή πρώτη. Ειδύλλιο της Σοφίας και του Ορφέα. Σκηνή δεύτερη. Ένωση με τη Σοφία, γυναίκα της τάξης του, ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Σκηνή τρίτη. Γέννηση της κόρης του. Άρια δανεική απ’ το Ριγολέτο: «Gilda! Mio padre…».

Πράξη τρίτη, σκηνή πρώτη. Διαζύγιο από τη Σοφία. Η καρδιά τον προδίδει. Σκηνή δεύτερη. Απονενοημένο διάβημα της Γεωργίας. Γάμος με τη Γεωργία. Σκηνή τρίτη. Οι πνεύμονες τον προδίδουν. Διαμονή σε θέρετρο στην Πεντέλη, για εισπνοές οξυγόνου. «Parigi, Ο cara», Τραβιάτα, με αντιστροφή γυναικείου ρόλου: «Ο caro».[2] Αδυναμία συμμετοχής της παρτενέρ. Επινόηση άλλης, για νοερή εκτέλεση του ντουέτου.

Φινάλε. «In questa tomba oscura, lascia mi riposar. Quando vivevo ingrata…»[3] (Άσε με στο μνήμα αυτό το σκοτεινό να αναπαυθώ. Αχάριστη εσύ όσο ζούσα…» Lied κατ’ εξαίρεση, Μπετόβεν.

 

Δεν έχασε ο κόσμος της Όπερας απ’ την απουσία του Ορφέα. Πάντα είχε, έχει και θα έχει εκλεκτά μέλη ο κόσμος αυτός κι οι κόσμοι όλοι, της Τέχνης, του Πνεύματος, της Επιστήμης. Έχασε ο ίδιος, ένας κόκκος άμμου, δάκρυ στον ωκεανό[4], άσημος μονοκύτταρος οργανισμός που έζησε, πέθανε, ξεχάστηκε, δεν άφησε αποτύπωμα στον κόσμο ετούτο, μόνο μια κασέτα όπου η φωνή ακούγεται από ένα άθλιο μικρόφωνο. Δεν ευτύχησε η φωνή αυτή να ηχογραφηθεί, δε χάθηκε ο κόσμος, ο ίδιος χάθηκε, ηττημένος. Γάτες σε οίστρο απάντησαν στο κύκνειο άσμα. Κι αλυχτίσματα σκύλων σε δρόμους έρημους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οδός ονείρων. Μάνος Χατζιδάκις. Πρεμιέρα στο Θέατρο Μετροπόλιταν, Αθήνα 1962.
[2] «Parigi, Ο cara». Τζιουζέπε Βέρντι, άρια από την Τραβιάτα. Πρεμιέρα στο Teatro la Fenice, Βενετία 1853.
[3] In questa tomba oscura, Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, Lied, 1808.
[4] Δάκρυ στον ωκεανό. Δανείζομαι τον τίτλο της τριλογίας του Μανές Σπέρμπερ, Καστανιώτης, Αθήνα 2012-2015.

Η Έμη Βαϊκούση είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Νεότερη Ιστορία (DEA, Σορβόνη). Είναι μεταφράστρια έργων της γερμανικής γραμματείας: Κοινωνικές Επιστήμες, Ψυχανάλυση, Ψυχιατρική και Λογοτεχνία (Γκίντερ Γκρας, Χανς Φάλαντα, Μανές Σπέρμπερ, Κατρίν Σμιτ). Αρθρογραφεί σε περιοδικά ειδικής ύλης για θέματα σχετικά με τα ενδιαφέροντά της.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο