Ο «άγνωστος πόλεμος» για εγγυημένα δάνεια 7 δισ. | Ελληνική Οικονομία



Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων επείγεται για την εκταμίευση των δανείων καθώς μετά το lockdown δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια κίνησης.

Η παροχή κρατικών εγγυήσεων για τη χορήγηση δανείων στις επιχειρήσεις ύψους 7 δισ. ευρώ ή σχεδόν 4% του ΑΕΠ, μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, είναι το βασικό εργαλείο για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ωστόσο, το σχέδιο ενεργοποίησής του έχει ακόμη ασάφειες, καθώς οι εμπλεκόμενοι δεν έχουν κατ’ ανάγκην τις ίδιες προτεραιότητες.

Η κυβέρνηση θέλει να εισρεύσει το ταχύτερο δυνατόν νέο χρήμα στην οικονομία, προκειμένου να περιοριστούν οι δραματικές επιπτώσεις της πανδημίας και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ανάκαμψης. Οι τράπεζες επιδιώκουν να προστατεύσουν όσο μπορούν τους ήδη ευάλωτους ισολογισμούς τους, οι οποίοι θα επιβαρυνθούν αναπόφευκτα με νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι επιχειρήσεις, τέλος, θέλουν όσο το δυνατόν ελαστικότερα κριτήρια και ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης. 

Στο επίκεντρο της δύσκολης αυτής εξίσωσης βρίσκονται οι εξασφαλίσεις που θα ζητούν οι τράπεζες προκειμένου να δανειοδοτήσουν με κεφάλαια κίνησης τις επιχειρήσεις. Με δεδομένο μάλιστα ότι μετά δέκα χρόνια κρίσης οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν εκχωρήσει σημαντικό μέρος των εξασφαλίσεων που διαθέτουν, ο κίνδυνος αποκλεισμού τους από τις δανειοδοτήσεις του Ταμείου Εγγυοδοσίας είναι ορατός, εφόσον οι τράπεζες δεν υιοθετήσουν ελαστικότερα κριτήρια.

Οπως προέκυψε από την τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα υπό τον πρωθυπουργό, οι τράπεζες είναι διατεθειμένες να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους για εμπράγματες εξασφαλίσεις στο κομμάτι της χρηματοδότησης που δεν εγγυάται το κράτος, δηλαδή στο 20% του δανείου (ή στο 60% του συνολικού χαρτοφυλακίου εγγυημένων δανείων), υπό τον όρο όμως ότι οι επιχειρήσεις πληρούν δύο αυστηρές προϋποθέσεις. Αυτές είναι:

• Να μην έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες άνω των 90 ημερών.

• Να μην είναι προβληματικές με βάση τους κοινοτικούς περιορισμούς, δηλαδή η καθαρή τους θέση να μην έχει μειωθεί στο μισό λόγω συσσωρευμένων ζημιών.

Οι επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά θα μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια κίνησης εγγυημένα από το Δημόσιο σε ποσοστό μέχρι 80%, χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις σε ό,τι αφορά το εγγυημένο από το κράτος τμήμα του δανείου. Αντίθετα, από όσες επιχειρήσεις δεν εμφανίζουν υγιή ισολογισμό –οι ασυνεπείς αποκλείονται ούτως ή άλλως της δανειοδότησης–, οι τράπεζες θα διεκδικήσουν πρόσθετες εξασφαλίσεις.

Σύμφωνα με το κείμενο της σύμβασης που έχει διαμοιραστεί στις τράπεζες και αναμένεται να συμφωνηθεί αυτή την εβδομάδα, η κρατική εγγύηση καλύπτει το 80% κάθε δανείου, αλλά το ποσοστό αυτό θα περιορίζεται στο 40% για το σύνολο των χαρτοφυλακίου των δανείων που θα δώσει κάθε τράπεζα. Ο περιορισμός αυτός επιβάλλει στις τράπεζες να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές ώστε το συνολικό δανειακό χαρτοφυλάκιο που θα δημιουργήσουν μέσω της συμμετοχής τους στο Ταμείο να μην «κοκκινίσει» σε ποσοστό άνω του 40%.

Η εξίσωση δυσκολεύει με δεδομένο ότι στο νέο Ταμείο που θα λειτουργήσει υπό την ομπρέλα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας εντάσσονται προς δανειοδότηση οι μεγάλες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χωρίς ανώτατο όριο δανεισμού. Ετσι μια επιχείρηση θα μπορεί να πάρει δάνειο 10 ή 15 εκατ. ευρώ, στοιχείο που καθιστά πιο περίπλοκο το θέμα των εξασφαλίσεων σε σχέση με ένα μικρότερο δάνειο της τάξης των 500.000 ή του 1 εκατ. ευρώ.

Το γεγονός άλλωστε ότι το δημόσιο χρωστάει στις τράπεζες άνω των 3,5 δισ. ευρώ από παλιά εγγυημένα δάνεια, τα οποία έχουν καταπέσει χωρίς ακόμη το κράτος να πληρώσει τα οφειλόμενα, δημιουργεί κακό προηγούμενο και επιφυλακτικότητα από την πλευρά των τραπεζών, που προσπαθούν να αποφύγουν μια νέα γενιά θαλασσοδανείων. 

Υποβλήθηκαν 32.000 αιτήσεις στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ

Προάγγελο των αυξημένων αναγκών ρευστότητας που έχουν οι επιχειρήσεις στη μετά COVID-19 εποχή αποτέλεσε η υψηλή ζήτηση που υπήρξε για τα δάνεια με επιδοτούμενο επιτόκιο μέσω του προγράμματος Επιχειρηματική Επανεκκίνηση ΤΕΠΙΧ ΙΙ.

Το πρόγραμμα «έκλεισε τις πύλες του» την περασμένη εβδομάδα υπό το βάρος της μαζικής ζήτησης από επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες υπέβαλαν αίτημα δανειοδότησης σε περισσότερες από μία τράπεζες.

Συνολικά υποβλήθηκαν 32.000 αιτήματα για δάνεια συνολικού ύψους 5,3 δισ. ευρώ, υπερκαλύπτοντας κατά τέσσερις φορές τον προϋπολογισμό του προγράμματος, που δεν ξεπερνά το 1,3 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τη δέσμευση της κυβέρνησης, το πρόγραμμα θα ξεκινήσει εκ νέου από τις 20 Μαΐου, αφού στο μεσοδιάστημα γίνει το πρώτο  ξεκαθάρισμα των αιτήσεων και υπάρξει μια πρώτη εικόνα για το πόσες από τις επιχειρήσεις που υπέβαλαν αίτημα δικαιούνται την ένταξή τους στο πρόγραμμα. Το ξεκαθάρισμα των αιτήσεων για το ύψος του δανείου που δικαιούται κάθε επιχείρηση θα γίνει με βάση τα εξής κριτήρια:

• Το ύψος του δανείου, που δεν πρέπει να ξεπερνά τις 500.000 ευρώ ανά επιχείρηση.

• Το ύψος της συσσωρευμένης κρατικής επιδότησης που έχει λάβει μια επιχείρηση και το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνά τις 200.000 ευρώ. Στο ποσό της συσσωρευμένης κρατικής επιδότησης προσμετρείται το σύνολο των ενισχύσεων που έχει λάβει κάθε επιχείρηση, είτε με τη μορφή επιδότησης επιτοκίου, είτε με τη μορφή δανείου, είτε με οποιασδήποτε άλλης μορφής ενίσχυση.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως το ποσό αυτό μηδενίζεται ανά τριετία και τα στοιχεία για το συνολικό ποσό που έχει δοθεί σε κάθε επιχείρηση υπάρχουν στο σύστημα των κρατικών ενισχύσεων του υπουργείου Ανάπτυξης, μέσω του οποίου γίνονται και οι αιτήσεις για την ένταξη στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ.

Εφόσον μια επιχείρηση δεν ξεπερνά κανένα από τα παραπάνω δύο όρια, μπορεί να δανειοδοτηθεί από το πρόγραμμα μέσω μιας ή και περισσότερων τραπεζών.

Τέλος, να υπογραμμιστεί ότι η κυβέρνηση, διά στόματος του αρμόδιου υφυπουργού Ανάπτυξης Γιάννη Τσακίρη, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενίσχυσης των πόρων του προγράμματος, που χρηματοδοτείται μέσω των αδιάθετων πόρων του ΕΣΠΑ. Βέβαια, αυτή η δυνατότητα προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο