«Ο γιατρουδάκος» του Αντώνη Πάσχου



Άμα έκανε δουλειά στο ιατρείο της Μοίρας μου ο γιατρουδάκος, ιδέα δεν είχα· μα όσο δεν ξεπάστρευε κάναν φαντάρο, δε μ’ έκοφτε. Απ’ τον προηγούμενο, που ’χα διώξει με τις κλοτσιές, καλύτερος ήταν πάντως. Λίγο χουβαρντάς μονάχα στις αναρρωτικές των παλιών, μα σάμπως εγώ πήγαινα στις σκοπιές; Τα ψάρια το τραβούσαν το ζόρι, και τα ψάρια δεν γκρίνιαζαν.

Τι μύγα τον τσίμπησε με τους στρατιωτικούς αγώνες σκοποβολής, δεν κατάλαβα· δεν πήγε κι ο νους μου. Σκοπευτή δεν τον έκανες· λιανός και καμπούρης ήταν και φορούσε κάτι γυαλιά χοντρά, που χόντραιναν και τα μάτια του· σαν κουκουβάγια έμοιαζε.

«Τι τα θες τα τουφέκια, ρε γιατρέ», του λέω, «θα φας κάναν περαστικό με τούτα τα πατομπούκαλα».

«Να δοκιμάσω θέλω, κυρ διοικητά».

«Τι να δοκιμάσεις, μπρε, που κει θα μαζωχτούν οι καλύτεροι του νομού; Του λόγου σου ούτε βολές στην εκπαίδευση δεν έκανες. Θα μας ρεζιλέψεις».

«Δε θα σας ρεζιλέψω», απαντάει. Και πιάνει τις ιστορίες· τάχα μου, σαν ήταν μικρός, δίχως σχολείο στον πόλεμο, βουτούσαν τα κρυμμένα τουφέκια και το ’ριχναν στη σκοποβολή, όσο έλειπαν οι γονείς στα χωράφια. «Σπουργίτι για σπουργίτι δεν είχαμε αφήσει στο χωριό, μέχρι να ’ρθει ο Τσολάκογλου».

«Δηλαδή, να την κοπανήσεις για την Εθνική Ομάδα στη Σαλονίκη και να μείνω χωρίς γιατρό;»

«Ε, όχι κι έτσι, κυρ διοικητά. Για να γελάσουμε θέλω να πάω».

«Άσ’ τα γέλια και κάτσε στ’ αυγά σου, γιατρέ. Άιντε!»

Είδα το καρύδι του να χοροπηδάει. Γούρλα τα μάτια του μέσ’ απ’ το τζάμι. Τον λυπήθηκα. Ήταν και κοντοχωριανός, απ’ το Ροδολίβος αυτός, απ’ το Δραβίσκο εγώ. Κι άλλη άδεια δε μ’ είχε ζητήσει.

«Τόσο πολύ το θες, μπρε;»

«Το θέλω, κυρ διοικητά, το θέλω. Να φέρω και κάναν κόκορα απ’ τη μάνα μου, που θα ’ρθει να με δει».

Αμ, πες το έτσι, λέω από μέσα μου. Άλλον θα τον διαολόστελνα, μα τούτον τον είχα ανάγκη. Μου τα ’χε ψάλει κι ο συνταγματάρχης: άμα κοιτάς και δαύτον στα δόντια, πάρ’ τ’ ακουστικά και παρίστανε τον γιατρό του λόγου σου. Λες κι έφταιγα γω που ο προηγούμενος πήγε να κόψει το ποδάρι ενός νέου που τον τσίμπησε μέλισσα, επειδή αυτουνού κι όλης της φουρνιάς του τους είχαν δώσει το δίπλωμα χατιρικά· διά την προσφοράν εις την πατρίδα, που ’χαν παρατήσει σπουδές για να πολεμήσουν.

«Άντε, τράβα!» του λέω. «Και σα γυρίσεις θα με φιλέψεις κόκορα, ’ντάξει;»

Γέλασαν και τα μουστάκια του.

Πριν κλείσει την πόρτα, φώναξα: «Και κοίτα να ρίχνεις στον γάμο του Καραγκιόζη, κακομοίρη μου, γιατί σε χρειάζομαι δω, κατάλαβες;»

Χασκογέλασε. Μια βδομάδα μετά, έφυγε παρέα μ’ έναν λοχία απ’ την Ξάνθη, έναν μισόκουφο. Δυο λόγους είχα να τον στείλω κείνον· εμ σκάμπαζε από σημάδι, εμ δεν τον χώνευα μπιτ. Στραβόξυλο ήταν, κι είχε ταράξει τους φαντάρους· δυο-τρεις μού ’στελνε κάθε πρωί στην αναφορά. Μια γιατί παράκουσε, μια γιατί δεν άκουσε, μια γιατί νόμισε πως κάτι άκουσε. Άι σιχτίρ.

«Θα με χάσεις, κυρ διοικητά», μου ’χε πει. «Απ’ τα τουφέκια ξεκουφάθηκα».

«Πάνε συ στην Εθνική και χαλάλι σου», του ’πα.

Απ’ αυτόν τα ’μαθα τα καθέκαστα. Στην αρχή, λέει, έσπαζε πλάκα με τον γιατρουδάκο. Φτάνουν στα Σέρρας, πάνε να γραφτούν στο στρατόπεδο. Εκατόν πενήντα νοματαίοι ουρά έξω απ’ το κτίριο. Φυσούσε κι ένας αέρας, μπούζι. Φτάνει η σειρά τους κι ο γιατρουδάκος ούτε τα όπλα δεν ήξερε. Άρχισε να του λέει ο γραφιάς, πιστόλι, τουφέκι, αυτόματο, οπλοπολυβόλο.

«Και πόσα μπορώ να δηλώσω;»

«Άντε, ρε!» από πίσω οι φαντάροι. Πήραν να γιουχάρουν. Τουρτούριζαν.

«Όσα θες», λέει ο γραφιάς, «μόνο τέλειωνε».

Τον είδε ο λοχίας να μοιράζει σταυρούς στο χαρτί. Φύγαν. Στον δρόμο για τον θάλαμο, τον ρώτησε πόσα δήλωσε.

«Όλα».

«Όλα; Μπρε, συ θα με κουφάνεις κανονικά». Κείνος είχε δηλώσει μόνο τουφέκι.

«Τζάμπα δεν είναι οι σφαίρες;»

«Τζάμπα είναι».

«Ε, γιατί να μην τα δηλώσω όλα;»

Το βράδυ στον θάλαμο, έπιασαν την κουβέντα. Κόμπασε ένας, τόσο ήθελαν κι οι υπόλοιποι. Το μακρύ τους και το κοντό τους. Δυο περιστέρια μ’ ένα βόλι πέτυχε ο ένας. Λαγό στα εκατό μέτρα ο άλλος. Ο λοχίας είχε φονέψει ένα κουμμούνι με πιστόλι, τον πέτυχε στο δόξα πατρί. Βουβάθηκε η συντροφιά.

«Του λόγου σου, γιατρέ, τι έκανες κι είπες να ’ρθεις εδώ;» ρωτάει ο λοχίας, να ξαλαφρώσει απ’ τους ώμους του το βάρος της μουγκαμάρας.

«Εγώ ό,τι πετύχατε το γιατρεύω».

Πάτησαν τα γέλια.

Ξημέρωσε· τσαμπιά τα σύννεφα και γκρίζα, ριπές οι στάλες, διαγώνιες απ’ τον αέρα, μα όλοι χαμογελούσαν στην αναφορά, αγγαρείες δεν είχε σήμερα. Ανηφόρισαν για το σκοπευτήριο, θα ξεκινούσαν με πιστόλι.

«Ήθελες να τα δοκιμάσεις όλα, γιατρέ, αλλά το ψοφόκρυο δεν το λογάριασες», είπε ο λοχίας και στριμώχτηκε μ’ όσους περίμεναν τα επόμενα όπλα σ’ ένα κούφιο κτίριο – από πόρτες, παράθυρα και στέγη είχε φαφουτέψει, μα έκοβαν οι πέτρινοι τοίχοι τον αέρα και τις ματιές των ανώτερων. Άναψαν τσιγάρο, έπιασαν το κουβεντολόι, αλλά τον λοχία τον είχαν στην απέξω. Στέρεψαν οι στράκες, κι είπε κάποιος: «Σειρά έχει το τουφέκι τώρα». Φύτεψε τη γόπα με την αρβύλα ο λοχίας, τίναξε τα χέρια. Είδε κάμποσους να κατηφορίζουν απ’ το σκοπευτήριο με βήματα γοργά και χέρια σταυρωμένα μεταξύ τους. Κάτι πήρε το αυτί του για τον γιατρό και τον γιατρό. Ξεφτίλα θα τους είχε κάνει, φαίνεται.

Στήθηκαν στη σειρά οι πρώτοι δέκα, αγνάντια απ’ το ανάχωμα. Έριξαν μια, έριξαν δυο, έριξαν τρεις. Μάζεψαν τους χάρτινους στόχους, έγραψαν τα ονόματά τους πάνω, τους παρέδωσαν στον υπασπιστή· έναν μουστακαλή που τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει σα λειρί κόκορα απ’ την ψύχρα. Στους επόμενους δέκα ήταν ο λοχίας.

«Καλή τύχη», του λέει ο γιατρός. Όπως φυσούσε στις χούφτες του, θόλωναν τα πατομπούκαλα. Τι έβλεπε, ένας Θεός ήξερε.

Γέλασε ο λοχίας. Πήρε το Ένφιλντ, το ζύγισε· χίλια χέρια το ’χαν πασπατέψει και κολλούσε μπροστά απ’ τη σκανδάλη, λες και το ξύλο ήταν από πεύκο κι έσταζε ρετσίνι – με τα χέρια την έτρωγε τη μαρμελάδα στα μαγειρεία ο προηγούμενος; Μια, δυο, τρεις τουφεκιές. Μάζεψε τον στόχο, έγραψε το επώνυμο, τον έδωσε στον υπασπιστή. Μια τρύπα στο επτά, μια στο οκτώ και η τρίτη μισή στο οκτώ και μισή στο κέντρο. Δεν ήταν κι άσχημα, με ξυλιασμένα δάχτυλα και τον στόχο να φουρφουρίζει απ’ τον αέρα. Ειδικά άμα του μετρούσαν την τελευταία για δέκα. Θα ρωτούσε τι πουλιά έπιασαν οι άλλοι, μα δεν έβγαζε τσιμουδιά κανείς. Επτά ακόμα είχαν μείνει να ρίξουν, μέσα κι ο γιατρός.

«Καλή τύχη», του λέει ο λοχίας.

Χαμογέλασε ο γιατρός. Φύσηξε αχνό στα γυαλιά, τα σκούπισε μ’ ένα μαντίλι και πήγε. Ξεμπέρδεψαν και πήρε ο υπασπιστής να μετρά πόντους, να βήχει, να φωνάζει βαθμούς, να βήχει, να φωνάζει ονόματα. Είκοσι έξι ο καλύτερος της πρώτης φουρνιάς. Είκοσι τέσσερα ο καλύτερος της δεύτερης. Τρίτος ο λοχίας, με είκοσι τρία – τελικά δεν του ’δωσαν δεκάρι, μα και πάλι αναθάρρησε. Σου λέει, επτά έμεναν, βγάλε τον γιατρό που θα ’ταν κουλός, έξι. Ζωή και κότα θα περνούσε στη Λέσχη Αξιωματικών με την Εθνική – ήξερε και μια χήρα απ’ τις Συκιές, θρύλο την είχε κάνει στη Μοίρα. Έβηξε ο υπασπιστής, πήρε να λέει τα τελευταία επτά νούμερα. Δεκατόσα ο ένας, δεκακάτι ο άλλος, γκουχ. Επτά ο τρίτος, δεκαοκτώ ο γιατρός, γκουχ και γκουχ και κάτω από είκοσι οι υπόλοιποι.

«Χα!» έκραξε ο λοχίας.

«Μπράβο, ρε γιατρέ!» είπε ο υπασπιστής.

Μπράβο και μπράβο, είπαν κι οι υπόλοιποι, μπράβο, μας τρέλανες. Τον βαρούσαν στον ώμο και κατηφόριζαν τρεχάτοι. Φούσκωσε σα διάνος ο λοχίας, ζύγωσε, μπας και τον συγχαρεί κι αυτόν κανένας.

«Μπράβο, ρε γιατρέ», είπε. «Μπράβο. Καλό το δεκαοκτώ».

«Ποιο δεκαοκτώ, ρε κουφάλογο, είκοσι οκτώ πήρε», του λέει ο υπασπιστής και βήχει. «Και στο πιστόλι και στο τουφέκι σάς έσκισε ο γιατρουδάκος. Και του μένει το Μι-1 και το Μπράουνινγκ».

Δεν έκατσε να δει τη συνέχεια ο λοχίας, την κοπάνησε. Φίσκα το καψιμί και γύρω απ’ τη σόμπα η κουβέντα στον γιατρό. Πρώτος στο πιστόλι, πρώτος στο τουφέκι, τρίτος στο Μι-1· στο πολυβόλο έφυγε, είχε ξεπαγιάσει.

Άλλα δε μου ’πε ο λοχίας. Μόνος του μου γύρισε στο στρατόπεδο, μ’ έναν κόκορα ζωντανό παραμάσχαλα. Δώρο του γιατρουδάκου, λέει. Τον έδωσα στη γυναίκα μου να τον σφάξει, να τον ξεπουπουλίσει και να τον κάνει σούπα. Τον γιατρουδάκο δεν τον ξανάδα. Στον λοχία έριξα έναν μήνα φυλακή και τον έβαλα να βαράει γερμανικό σκοπέτο στα ιατρεία – κι ας ήταν μόνιμος. Γιατί, δε ρώτησε.

 

Ο Αντώνης Πάσχος γεννήθηκε το 1979, μεγάλωσε στις Σέρρες και ζει στην Αθήνα. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, ανθολογίες και ιστοσελίδες όπως η Θράκα, ο Αναγνώστης και το Fractal. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, με τίτλο Μετά βίας, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο