«Ο Κίρκεγκορ και ο Καμί για τον Δον Ζουάν και η “Κούνια” του Φραγκονάρ» του Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου



Προσέξτε, δεν είναι και τόσο εύκολο να κατεβαίνετε από μιαν άμαξα, είν’ αποφασιστικό βήμα. Θα μπορούσα να σας δανείσω μια νουβέλα […] για να δείτε πώς κατέβηκε μια κυρία από τ’ άλογο, πιάστηκε το φόρεμά της και αυτό το βήμα υπήρξε μοιραίο για ολόκληρη τη ζωή της. Το σκαλί της άμαξας είναι τόσο φθαρμένο κάποτε, που είναι αναγκασμένος κανείς ν’ αφήσει κατά μέρος κάθε αξιοπρέπεια και να ριχτεί μ’ ένα απελπιστικό πήδημα στην αγκαλιά του υπηρέτη ή του αμαξά. […] Αλλά για όνομα του Θεού, μην πηδήσετε, σας παρακαλώ, είναι σκοτάδι βέβαια, δεν θα σας ενοχλήσω, θα σταθώ κάτω από το φανάρι του δρόμου έτσι που θα είναι αδύνατον να με βλέπετε […] σκεφτείτε το μεταξωτό φόρεμά σας, ακόμα σκεφτείτε τις δαντέλες του, σκεφτείτε κι εμένα κι αφήστε αυτό το χαριτωμένο σας πόδι, που την κομψότητά του την θαυμάζω πολλή ώρα, αφήστε το να δοκιμαστεί μέσα στον κόσμο. […] Δεν υπάρχει κανείς να σας δει! Ξαφνικά παρουσιάζεται μια σκοτεινή μορφή, τυλιγμένη μέχρι τα μάτια σ’ ένα μανδύα. Κανείς δεν ξέρει από πού βγήκε αυτός ο άνθρωπος. Κανείς δεν μπορεί να τον βλέπει, το φως του φαναριού τον τυφλώνει και χύνεται στο πρόσωπό του. […] σας κοιτάζει, αγκαλιάζει με το βλέμμα του αυτό που θέλει, ενώ κοκκινίζετε και το στήθος σας φουσκώνει για να πάρετε ανάσα.

Αυτά γράφει ο νεαρός Κίρκεγκορ (1813-1855) στο Ημερολόγιο ενός διαφθορέα, που τάχα έχει ανακαλύψει κάπου και πανηγυρίζει γιατί βρήκε θέμα για ένα από τα κεφάλαια του φιλοσοφικού έργου του Είτε – Είτε. Ο Κίρκεγκορ στην πρώτη του νεότητα ήταν ένας ηδονοθήρας, αλλά ο έρωτάς του για τη Ρεγγίνα ήταν η γέφυρα που τον οδήγησε στην υπαρξιακή αποκάλυψη. Στο βιβλίο αυτό μπαίνει στον πειρασμό του Δον Ζουάν, που εδώ τον αποκαλεί Διαφθορέα. Στη νουβέλα αυτή υπάρχουν δύο πρόσωπα, εκτός από τον αφηγητή που ανακάλυψε το χειρόγραφο, καθώς και τα γράμματα της ηρωίδας, της Κορδελίας – αυτή είναι το ένα πρόσωπο. Το άλλο πρόσωπο είναι ο Ιωάννης. Ο γόης, ο σαγηνευτικός άντρας, αυτός που ξέρει να μιλά και ίσως αυτός που ξέρει ν’ αγαπά, αλλά που μπορεί να παραπλανά και να πηγαίνει από τη μια γυναίκα στην άλλη, όπως μια άμαξα πέφτει από λακκούβα σε λακκούβα και ταρακουνάει τους επιβάτες της. Ο Ιωάννης είναι ο πλανευτής, είναι αυτός που το μόνο που υποτίθεται πως τον ενδιαφέρει είναι να κατακτήσει τη γυναίκα που έχει βάλει στο μάτι. Όμως μήπως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά; Πότε είναι τα πράγματα απλά; Ακόμη και τα πολύ απλά πράγματα στο βάθος δεν είναι απλά.

Όσο αγαπάμε, τόσο εδραιώνεται το παράλογο.

Ωστόσο, ο Δον Ζουάν δεν ψάχνει το βάθος των πραγμάτων. Για τον Καμί (1913-1960), που στο Μύθο του Σίσυφου φρόντισε να περιλάβει –στο κεφάλαιο «Ο Παράλογος Άνθρωπος»– ένα μικρό δοκίμιο με τίτλο Δονζουανισμός, όπου μας λέει πως «δεν οφείλεται διόλου σε έλλειψη αγάπης το ότι ο Δον Ζουάν πηγαίνει από γυναίκα σε γυναίκα», όπως ακριβώς πήγαινε ο συγγραφέας του, και μπορεί να σκεφτεί κανείς πως θέλει να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέγοντας ό,τι λέει σ’ αυτό το μικρό δοκίμιο. Αλλά μήπως το ίδιο δεν κάνει και ο νεαρός Κίρκεγκορ; Δηλαδή και οι δύο μιλούν εξ ιδίων. Την προσωπική τους εμπειρία διεκτραγωδούν. Ο Καμί αναφέρεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ενώ ο Κίρκεγκορ μόνο στο πρώτο μισό της –το οποίο έχει πλέον προ πολλού εγκαταλείψει– για να γίνει ο μεγάλος υπαρξιστής φιλόσοφος.

«Όσο αγαπάμε, τόσο εδραιώνεται το παράλογο. (Ο Δον Ζουάν είναι συνεπής, γιατί αγαπάει όλες τις γυναίκες το ίδιο παράφορα και κάθε φορά με όλο του το είναι)». Εξάλλου, συνεχίζει λέγοντας πως ο Δον Ζουάν είναι όλο υγεία. Γελάει, είναι περήφανος για τις νίκες του και για τη θεατρική του επιτυχία, είναι φωτεινός και χαρούμενος. Τι κι αν γίνεται κάποτε ολότελα γελοίος! Αυτό είναι μάλλον το τίμημα των πράξεών του. Είναι η τιμωρία που επιζητεί αν πιστέψουμε τη μυθοπλασία, τον θρύλο που λέει πως πήγε να ασκητέψει ή τον σκότωσε ένα δίκαιο χέρι. Αλλά ίσως τίποτα απ’ αυτά να μην είναι αλήθεια –πόση αλήθεια υπάρχει στη λογοτεχνία;– ή όλα να είναι αλήθεια και ο Δον Ζουάν να ακολουθεί το πεπρωμένο του. Το πεπρωμένο, λέει πάντα ο Καμί, δεν είναι τιμωρία. Μήπως τον λυπάται ο ουρανός για να τον λυτρώσει ή μήπως ετοιμάζεται να πέσει επάνω του σαν κεραυνός; Αυτός έχει τα εξής στοιχεία με τα οποία πορεύεται: αγάπη και κυριαρχία, κατάκτηση και φθορά. Αυτός είναι ο τρόπος για να μαθαίνει.

Η γνώση του είναι η ερωτική πράξη και ο ουρανός δεν τον λυπάται, όπως δε λυπάται τους ερωτευμένους – ή μήπως δεν πρόκειται εδώ γι’ αυτό; Δεν υπάρχει πραγματική αγάπη εκτός εκείνης που ξέρει να είναι συγχρόνως παροδική και μοναδική. Τι είναι αυτό που μας συνδέει με την ύπαρξη; Τι είναι ο μεγάλος έρωτας; Μήπως δεν είναι μια παρεκτροπή από την πραγματική ζωή, που την πλουτίζει, αλλά συγχρόνως τη φτωχαίνει, γιατί όπως λέει ο Κίρκεγκορ, δεν υπάρχει μόνο μία επιλογή αλλά πολλές, αμέτρητες. Εμείς είμαστε καταδικασμένοι να διαλέγουμε ένα-δυο πρόσωπα το πολύ στη διάρκεια του ερωτικού μας βίου. Οπότε κάθε επιλογή, κατακτημένη ή όχι, είναι κακή, γιατί είναι μία ανάμεσα σε πολλές.

Πίσω από τον κόσμο που ζούμε μακριά στην άβυσσο, υπάρχει ένας άλλος κόσμος σε τέτοια σχέση με μας, όπως σκηνή θεάτρου πίσω από την πραγματική σκηνή. Εκεί διαδραματίζονται όλα και βλέπει κανείς έναν κόσμο από το πανί, αραχνοΰφαντο, αιθέριο κι από διαφορετική, πιο πολύτιμη ουσία. Πολλοί που φαίνονται με το σώμα τους στον πραγματικό κόσμο και διαδραματίζουν την ύπαρξή τους εδώ ανήκουν στον άλλο κόσμο πίσω από τη σκηνή.

Στην παρούσα σκηνή βλέπουμε στον πίνακα του Ζαν-Ονορέ Φραγκονάρ (1732-1806) ένα ανοιχτά ερωτικό θέμα από έναν ελευθεριάζοντα εξ ιδιοσυγκρασίας ζωγράφο της εποχής του Μπαρόκ και του Ροκοκό (ανήκει στη δεύτερη κατηγορία). Ο Φραγκονάρ είναι εφευρετικός, επινοεί εδώ όπως και σε άλλους πίνακες ένα άκρως ερεθιστικό περιστατικό με ερωτικούς υπαινιγμούς, αλλά καταφέρνει να μη γλιστρά στο χυδαίο. Η Κούνια, το πιο γνωστό από τα ερωτικά του έργα, δεν είναι εντελώς δική του δημιουργία. Ο πελάτης που τον είχε παραγγείλει του είχε δώσει αυστηρές οδηγίες για το τι ακριβώς ήθελε η ερωμένη του: Θα έπρεπε εκείνη να κάθεται στην κούνια και ένας επίσκοπος θα την έσπρωχνε, έτσι ώστε ο ίδιος ο εραστής της ξαπλωμένος στο έδαφος θα είχε πάρει μια στάση που θα του επέτρεπε να κοιτά μέσα από τις φούστες της. (Μην ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί τα εσώρουχα φουφούλες.) Η ειρωνεία είναι ότι αυτός, ο αρκετά τολμηρός για την εποχή του πίνακας, σήμερα θεωρείται ένα μουσειακό έργο για το οποίο κανένας δεν μπορεί να εκφέρει αρνητική κριτική. Απόδειξη ότι χιλιάδες μαθητών συρρέουν μπροστά στον πίνακα, όταν επισκέπτονται το Λούβρο, με την έγκριση δασκάλων και γονέων. Αυτό θα έλεγε κανείς πως είναι ένας φόρος τιμής στον καλλιτέχνη και στην καλλιτεχνική αξία του ίδιου, αλλά και του πίνακα, γιατί κατάφερε να πιάσει ένα φαινομενικά άπιαστο στιγμιότυπο που θα χρειαζόταν μάλλον τον κινηματογράφο για να το απαθανατίσει. Αλλά αυτός κατάφερε, χωρίς να απομακρυνθεί από τις ιδιοτροπίες του πελάτη του, να φτιάξει ένα έργο χαριτωμένο, ανάλαφρο και χαρούμενο.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτός, ο αρκετά τολμηρός για την εποχή του πίνακας, σήμερα θεωρείται ένα μουσειακό έργο για το οποίο κανένας δεν μπορεί να εκφέρει αρνητική κριτική. Απόδειξη ότι χιλιάδες μαθητών συρρέουν μπροστά στον πίνακα, όταν επισκέπτονται το Λούβρο,

Γι’ αυτό το τελευταίο κάτι έχει να πει ακόμη ο Καμί: Οι θλιμμένοι, μας λέει, έχουν δύο λόγους ύπαρξης, αγνοούν ή ελπίζουν. Ο Δον Ζουάν ξέρει και δεν ελπίζει. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε εκείνους τους καλλιτέχνες που ξέρουν τα όριά τους, δεν τα περνάνε ποτέ, και στο πρόσκαιρο διάλειμμα που το πνεύμα τους ξεκουράζεται, έχουν την υπέροχη άνεση των κατακτητών. […] Η σκέψη τους ξέρει τα όριά της. Μέχρι τον θάνατό του ο Δον Ζουάν αγνοεί τη θλίψη. Αυτός ήταν θλιμμένος τον καιρό που έλπιζε. Δεν είναι όπως ο άνθρωπος του Εκκλησιαστή, δεν διακατέχεται από τη μάταιη ελπίδα της άλλης ζωής. Μια όμορφη γυναίκα είναι πάντα επιθυμητή. Την εγκαταλείπει επειδή επιθυμεί μια άλλη και όχι επειδή δεν επιθυμεί πια αυτήν. Αυτός ο τρελός είναι πολύ λογικός. Είναι ένας κοινός διαφθορέας. Από τη στιγμή που συνειδητοποιεί αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται παράλογος. Η διαφθορά είναι η συνηθισμένη του κατάσταση και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Μονάχα στα μυθιστορήματα αλλάζει. Ο Δον Ζουάν είναι θηρευτής της ποσότητας και έχει ενδυθεί την ηθική της. Δεν σκέφτεται να κάνει συλλογή γυναικών. Δεν θέλει να ζήσει με το παρελθόν. Αρνείται τη μεταμέλεια. Υπάρχουν εκείνοι που φτιάχτηκαν για να ζουν και εκείνοι που φτιάχτηκαν για ν’ αγαπούν. Εξάλλου –πάντα κατά τον Καμί– μονάχα η απαγορευμένη αγάπη είναι αιώνια. Αυτή που τελειώνει με τον θάνατο. Είναι αναγκαίο να είσαι Βέρθερος ή τίποτα. Ο ίδιος ο Δον Ζουάν έχει διαλέξει να είναι τίποτα.

Η Κορδελία λέει στον διαφθορέα της, τον Ιωάννη:

Φύγε και πήγαινε όπου θέλεις, εγώ είμαι δική Σου, πήγαινε μέχρι την άκρη του κόσμου, είμαι δική Σου, αγάπα εκατοντάδες γυναίκες, είμαι δική Σου, κι ακόμα στου θανάτου την ώρα, ναι, είμαι δική Σου. Η ίδια η γλώσσα που μιλάει για σένα σου φανερώνει πόσο είμαι δική Σου. Έχεις πέσει έξω στους υπολογισμούς σου να ξεγελάς έτσι έναν άνθρωπο δικό σου, αφού για μένα υπήρξες το παν και είναι αφάνταστη η χαρά μου να είμαι σκλάβα σου, δική Σου να είμαι δική Σου, δική Σου, κατάρα Σου.
Θέλω να περιμένω μέχρι να κουραστείς άλλη ν’ αγαπάς. Τότε θα έρθει η αγάπη Σου σε μένα, αναστημένη από τον τάφο της, θέλω να σ’ αγαπώ όπως πάντα, να σε ευχαριστώ όπως πάντα, όπως πρώτα, ω Ιωάννη!

Ο Δον Ζουάν δεν αγαπάει τον Θεό κι ίσως δεν τον πιστεύει. Αντίθετα απ’ τον Φάουστ που τον πουλάει στον διάβολο μαζί με την ψυχή του. Ο Δον Ζουάν δεν έχει τέτοια ανάγκη. Δεν έχει τέτοια ιδέα. Είναι συνεπαρμένος από τον αγώνα που διεξάγει και δεν τον ενδιαφέρει ούτε ένα επιπλέον γυναικείο κορμί ούτε η νίκη επ’ αυτού. Δεν διάλεξε ποτέ να είναι τίποτα, να είναι κάποιος.

 

ΠΗΓΕΣ
[1] Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Ημερολόγιο ενός Διαφθορέα, μτφρ. Δημητρίου Μπέσκου, Εκδόσεις Γαλαξία 1971, Β’ Έκδοση, σελ. 11 έως 23.
[2] Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου, Δοκίμιο πάνω στο παράλογο, μτφρ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, Εκδόσεις Μπουκουμάνη 1973, κεφ. «Ο Δονζουανισμός», σελ. 84 έως 92.
[3] Έντουαρντ Λούσυ Σμιθ, Ο ερωτισμός στην Τέχνη, μτφρ. Ιουλίας Ραλλίδη, Εκδόσεις Υποδομή 1985, σελ. 110 έως 112.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο