«Ο μετανάστης της Κνωσσού (Κνώσσιος μετανάστιος)» της Ελένης Λαδιά



Ο ποιητής Νόννος ο Πανοπολίτης αναφέρει στην δεκάτη τρίτη ραψωδία του[1] την μεγάλη στρατιά και τους ήρωες, που ξεσηκώθηκαν για χάρη του Διονύσου, του γιου του Διός και της Σεμέλης. Η Ίρις σταλμένη από τον Δία πηγαίνει στην σπηλιά της Ρέας να δώσει μήνυμα στον πολεμικό Διόνυσο να διώξει, με τον τιμωρό θύρσο του, από την Ασίαν το υπερφίαλον και άδικον γένος των Ινδών. Η Ρέα έστειλε μαντατοφόρο τον Πύρριχον, που χόρευε με της ασπίδας τα χτυπήματα, για να αναγγείλει την εκστρατεία του Λυαίου (επίθετον του Διονύσου). Αυτός συγκρότησε μια ετερόκλητη στρατιά από τα γένη της Ευρώπης και της Ασίας.

Πρώτος στην πρόσκληση έφτασε ο Ακταίων, συγγενής του Διονύσου. Μια άλλη στρατιά είχε αρχηγό τον Υμέναιον, το αμούστακο παλικάρι, τον πεφιλημένον του Βρομίου (επίθετον του Διονύσου). Ο Ερεχθεύς ξεσήκωσε τους Ερεχθείδες και άλλοι αρχηγοί ήρθαν με τα στρατεύματά τους, όπως: ο Αιακός, ο Αρισταίος ο μελισσοκόμος, ο Αχάτης και ο Φαύνος της Σικελίας, ο Οίαγρος, πατέρας του Ορφέως της Βιστωνίτιδος γης, ο Λίτρος και ο Λάπηθος από την Κύπρον. Τα όπλα πήραν και οι κάτοικοι της Λιβύης.

Μεταξύ των αρχηγών της πανελληνίου εκστρατείας εναντίον των Ινδών ήταν και ο Αστέριος, αρχηγός των πολυγλώσσων Κρητών. Ήταν πανέμορφος, αστραφτερός, πλασμένος για έρωτα και πόλεμο. Γιος της Ανδρογένειας και του Μίνωος, ήρθε για χάρη του Βάκχου (επίθετον του Διονύσου) με στρατιά από εκατό πόλεις. Καθώς ερχόταν ο Αστέριος αστραποβόλος, φεγγοβολούσε και το ομώνυμον αστέρι του στον ουρανό, κάνοντας πιο θερμές τις ακτίνες του, που διεσκόρπιζαν μία μαντική λάμψη, πρωτάγγελο της ερχόμενης νίκης.

Όμως μετά την νίκη εναντίον των Ινδών, μια δυνατή επιθυμία να γνωρίσει νέους, άγνωστους τόπους τον έκανε ανηλεή, σπρώχνοντάς τον να αφήσει τα πάτρια εδάφη, τον πολιόν Μίνωα και την Ανδρογένεια. Και αντί για την Δίκτη, έγινε εξόριστος πολίτης της Σκυθίας, γνωστός ως μετανάστης από την Κνωσσό (Κνώσσιος εν Σκυθίη μετανάστιος έσκε πολίτης).

Ως σοφός άνδρας έφτασε στα βαρβαρικά γένη των Κόχλων, που είχαν έθιμο να σκοτώνουν τους ξένους. Αυτός τους εκπολίτισε, τους ονόμασε Αστερίους και έδωσε όνομα κρητικόν σε αυτούς τους ανθρώπους, που η φύση τούς επέβαλε παράξενα έθιμα. Κι όπως αναφέρει ο Νόννος, ο μετανάστης της Κνωσσού λησμόνησε το πάτριον ρεύμα του κρητικού Αμνισού και με σεβάσμια χείλη ήπιε το κίβδηλον ύδωρ του Φάσιδος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Νόννου Διονυσιακά, γ’ τόμος, μτφρ. Ευγενία Δαρβίρη, εκδ. Γεωργιάδης 2004

Η Ελένη Λαδιά είναι πεζογράφος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο